Legislator Case Law & Legislation
251/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as arguments concern evidence value, not new facts under Article 560(5).

Case Number 251/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision to reject the plaintiffs' evidence. The appellants argued that the court failed to consider their financial hardships and ignored specific documents, claiming this constituted a procedural error under Article 560(5) of the Code of Civil Procedure. The court ruled that these arguments merely challenged the evidentiary weight of existing documents rather than introducing new facts, thereby failing to meet the strict criteria for inadmissibility under the cited statute.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(5) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible only if it introduces new facts, not merely challenges the evidentiary value of documents already considered by the court of first instance.

Keywords

AI generated
inadmissibility appeal new facts requirement evidentiary value Article 560 Code Civil Procedure procedural error financial hardship evidence dismissed appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 251 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 251/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Χ. και 2) Ι. Θ. του Δ., κατοίκων Π. Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Χατζημιχαήλ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Εurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 4) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT ΑΕΠΠ", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CREDICOM CONSUMER FINANCE ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" (πρώην "ΕΜΠΟΡΙΚΗ CREDICOM ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι λοιπές δεν παραστάθηκαν.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β2Kapital ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και δ.τ. "Β2Kapital ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ως μη δικαιούχου διαδίκου, εντολοδόχου, ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου, αντικλήτου και διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "Hellas 2P Investment Designated Activity Company", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αφροδίτη Πετροπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-1-2013 και 1-8-2016 αιτήσεις των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1072/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5021/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-10-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, η 1η των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και η πληρεξούσια της προσθέτως παρεμβαίνουσας την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 21-10-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 17911/1987/30-10-2020, αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5021/2020 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της δεύτερης, τέταρτης και πέμπτης των εφεσίβλητων και ήδη δεύτερης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα, ως προς τις οποίες (εφεσίβλητες) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και εφόσον περαιτέρω κατά τα λοιπά έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του ( ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 7.499 Ε'/29-10-2021, 7.504 Ε'/29-10-2021 και 7.505 Ε'/29-10-2021, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Αθανασίου Η. Κωτίτσα και από τις υπ' αριθμ. 3.020Β'/09-07-2021 και 3.040Β'/15-07-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Στράτου - Παναγιώτη Β.

Καραμιχαήλ, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 21-10-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 17911/1987/30-10-2020) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-09-2022) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.

Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (16-09-2022), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητες αυτές ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους. Από τις διατάξεις των άρθρων 80, 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, τρίτος μπορεί να ασκήσει, σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο χωρίς προδικασία, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 763/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015 "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Στην προκείμενη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Β2 Kapital Mονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", που έχει την έδρα της στην Αθήνα, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας απαιτήσεων, εντολοδόχου, ειδικού πληρεξούσιου, αντιπρόσωπου και αντίκλητου της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης με την επωνυμία "Hellas 2P Investment Designated Activity Company", που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, με τις από 16-09-2022 προτάσεις της και με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ("Hellas 2P Investment Designated Activity Company"), η οποία της έχει δώσει την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα μεταξύ άλλων " ...

να παρίσταται και να αντιπροσωπεύει την Η2Ρ ως μη δικαιούχος διάδικος, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων ... συμπεριλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου ... να ασκεί αγωγές, παρεμβάσεις κλπ " (βλ. σελ. 4-7 του με αριθμό 10.147/29-01-2021 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Δ.

Βαλσαμίδου), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias A.E." και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" (πρώτης αναιρεσίβλητης), επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "Hellas 2P Investment Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, δυνάμει της από 17.12.2018 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 3 παρ. 3 του Ν. 4354/2015 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias A.E." και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης, που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, με την επωνυμία "Hellas 2P Investment Designated Activity Company", η οποία (σύμβαση) καταχωρίστηκε νόμιμα με αριθμό πρωτοκόλλου 317/17.12.2018 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 10 αύξοντα αριθμό 13, η τελευταία απέκτησε δυνάμει πώλησης και μεταβίβασης τις απαιτήσεις της άνω Τράπεζας από πιστώσεις και δάνεια καταναλωτικής πίστης σε ευρώ, μετά των παρεπομένων και διαπλαστικών δικαιωμάτων αυτών, στις ως άνω δε μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τις συμβάσεις που σύναψε με τους αναιρεσείοντες.

Ακολούθως, η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ("Hellas 2P Investment Designated Activity Company"), ανέθεσε τη διαχείριση των εν λόγω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, για λογαριασμό αυτής, στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Β2 Kapital Mονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", με έδρα την Αθήνα, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 (απόφαση 241/10/31-07-2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), δυνάμει του από 01.12.2020 ιδιωτικού συμφωνητικού - σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, κατά το Ν. 4354/2015, σε συνδυασμό και με το υπ' αριθμ. 10.147/29-01-2021 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Δ.

Βαλσαμίδου. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ' άρθρο 80, 83 και 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου πρώτης αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021), και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη και όχι απλώς παροδική, περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από τον πιστωτή ( ΑΠ 71/2020, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017).

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

To ζήτημα της αδυναμίας πληρωμών ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών κρίνεται με έλεγχο της προσωρινότητας ή μη των αιτίων της μη πληρωμής. Έτσι η αδυναμία πληρωμών για να επιφέρει τη νομική συνέπεια της υπαγωγής στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, πρέπει να είναι μόνιμη και όχι προσωρινή. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ.

α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, που δηλαδή εντοπίζεται η παραβίαση, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 945/2018).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5021/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Ο πρώτος εκκαλών, γεννήθηκε το έτος 1967, είναι έγγαμος με τη δεύτερη εκκαλούσα, που γεννήθηκε το έτος 1970, από το γάμο τους δε αυτό έχουν αποκτήσει ένα τέκνο, τη Δ., που γεννήθηκε το έτος 2006 και ως μαθήτρια εξαρτάται απόλυτα από το οικογενειακό εισόδημα.

Ο εκκαλών είναι ιδιωτικός υπάλληλος, εργάζεται δε στην Εταιρία Παροχής Αερίου Θεσσαλονίκης Α.Ε,, η δε εκκαλούσα, μετά από μακρά περίοδο ανεργίας, εργάζεται από τον Ιανουάριο του έτους 2017 στην εταιρία Γενική Πανελλαδική ΣΥΝΠΕ. Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης της οικογένειάς τους, υπό τα ως άνω δεδομένα και λαμβανομένης υπόψη της επιβάρυνσης που τους προκαλεί η ειδική διατροφή της εκκαλούσας, η οποία πάσχει από κοιλιοκάκη, ανέρχονται στο ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαίως.

Οι εκκαλούντες είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, της υπό στοιχείο Ζ1 κατοικίας (μεζονέτας) του συγκροτήματος κατοικιών που ανεγέρθηκε επί του με αριθμό 1 οικοπέδου του Γ49 ΟΤ και του με αριθμό 1 οικοπέδου του Γ50 ΟΤ της περιοχής επέκτασης της κοινότητας Π., η οποία (κατοικία) αποτελείται από υπόγεια αποθήκη, εμβαδού 20,17 τμ, πρώτο επίπεδο, εμβαδού 44 τμ, που περιλαμβάνει είσοδο, χώρο ανελκυστήρα, σαλοκουζίνα, WC και αποθήκη, και δεύτερο επίπεδο, εμβαδού 42,93 τμ, που περιλαμβάνει δύο δωμάτια, λουτρό και αποθήκη, όλα δε τα επίπεδα επικοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερικό κλιμακοστάσιο.

Το ως άνω ακίνητο, αντικειμενικής αξίας 53.902,73 ευρώ, περιήλθε στους εκκαλούντες δυνάμει του με αριθμό .../2006 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση-Χρουσαλά, που νόμιμα μεταγεγράφηκε, αποτελεί δε την κύρια κατοικία τους. Ο πρώτος εκκαλών είναι επίσης κάτοχος ΙΧΕ αυτοκίνητου, μοντέλου ΚΙΑ SEED, 1400 cc, με έτος πρώτης κυκλοφορίας 2007, η κυριότητα του οποίου παρακρατείται από την πιστώτριά του πέμπτη εφεσίβλητη.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, οι εκκαλούντες είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά το χρόνο της κοινοποίησης αυτής αξία τους, πλην των εμπραγμάτως ασφαλισμένων, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης οριστικής απόφασης.

Ειδικότερα, δε, ο πρώτος από αυτούς οφείλει 1) στην "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", α) το ποσό των 20.544,27 ευρώ από τη με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, β) το ποσό των 9.212,63 ευρώ από τη με αριθμό ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας και γ) το ποσό των 5.258,14 ευρώ από τη με αριθμό ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 2) στην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." αυτοτελώς και ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "CΙΤΙΒΑΝΚ INTERNATIONAL P.L.C." α) το ποσό των 273,53 ευρώ αττό τη με αριθμό 4509031594047006 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, β) το ποσό των 7.184,75 ευρώ από τη με αριθμό ...

σύμβαση πιστωτικής κάρτας, γ) το ποσό των 7.714,68 ευρώ από τη με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου και δ) το ποσό των 5.915,73 ευρώ από τη με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, οι ως άνω δε απαιτήσεις, όπως παραπάνω εκτέθηκε έχουν μεταβιβαστεί στην εταιρία με την επωνυμία "ΗELLAS 3Ρ INVESTMENT DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, δυνάμει της από 29.10.2018 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμ.

πρωτ. 244/29.10.2018, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, κατέστη ειδική διάδοχος της εταιρίας με την επωνυμία "ULTIMO PORTFOLIO INVESTMENT (LUXEMBOURG) S.A." και διακριτικό τίτλο "UPI", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο, η δε τελευταία δυνάμει της από 23.3.2018 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμ.

πρωτ. 56/23.3.2018, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, είχε καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", 3) στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ, αυτοτελώς και ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" α) το ποσό των 9.874,19 ευρώ από τη με αριθμό ...

σύμβαση καταναλωτικού δανείου και β) το ποσό των 202.713,38 ευρώ από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου. Η τελευταία αυτή απαίτηση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία των εκκαλούντων, 4) στην "HELLENIC POST CREDIT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ" το ποσό των 4.983,05 ευρώ από τη με αριθμό ...

σύμβαση πιστωτικής κάρτας και 5) στην "ΤΡΑΠΕΖΑ CREDICOM CONSUMER FINANCE Α.Ε." το ποσό των 5.574,93 ευρώ από τη με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ενώ, η δεύτερη από αυτούς οφείλει 1) στην "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", α) το ποσό των 27.759,05 ευρώ από τη με αριθμό ... σύμβαση πίστωσης, στην οποία συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, 2) στην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL P.L.C.", το ποσό των 6.273,10 ευρώ από τη με αριθμό ...

σύμβαση πιστωτικής κάρτας, απαίτηση, η οποία, όπως παραπάνω εκτέθηκε έχει μεταβιβαστεί στην εταιρία με την επωνυμία "HELLAS 3Ρ INVESTMENT DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, δυνάμει της από 29.10.2018 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμ.

πρωτ. 244/29.10.2018, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, κατέστη ειδική διάδοχος της εταιρίας με την επωνυμία "ULTIMO PORTFOLIO INVESTMENT (LUXEMBOURG) S.A." και διακριτικό τίτλο "UPI", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο, η δε τελευταία δυνάμει της από 23.3.2018 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμ.

πρωτ. 56/23.3.2018, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, είχε καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και 3) στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ, ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, το ποσό των 202.713,38 ευρώ από τη με αριθμό ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου. Η τελευταία αυτή απαίτηση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία των εκκαλούντων. Οφείλουν δηλαδή συνολικά ο μεν πρώτος εκκαλών το ποσό των 279.249,28 ευρώ, η δε δεύτερη εκκαλούσα το ποσό των 236.745,53 ευρώ. Το ποσό των 202.713,38 ευρώ που εμφανίζεται ως οφειλή εκάστου εξ αυτών αφορά στο κοινό στεγαστικό δάνειο που έλαβαν προκειμένου να αγοράσουν την ως άνω κύρια κατοικία τους, το δε σύνολο των μηνιαίων δόσεων που οφείλουν να καταβάλουν προς εξυπηρέτηση όλων των ανωτέρω υποχρεώσεών τους προσδιορίστηκε από τον πρώτο εκκαλούντα στο ποσό των 1200 έως 1300 ευρώ.

Το οικογενειακό εισόδημα των εκκαλούντων, από το έτος 2006, οπότε και ανέλαβαν το ως άνω στεγαστικό δάνειο, το οποίο αποτελεί και το μεγαλύτερο μέρος των χρεών τους, μέχρι και το έτος 2011, επαρκούσε για την κάλυψη τόσο των προαναφερομένων υποχρεώσεών τους, όσο και των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς τους.

Ενδεικτικά, κατά το έτος 2008, όπως προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2009, το εισόδημα του πρώτου εκκαλούντος ανήλθε στο ποσό των 24.893,82 ευρώ και της δεύτερης εκκαλούσας στο ποσό των 10.389,23 ευρώ, κατά το έτος 2009, όπως προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2010, το εισόδημα του πρώτου εκκαλούντος ανήλθε στο ποσό των 20.798,92,82 ευρώ και της δεύτερης εκκαλούσας στο ποσό των 8.592,50 ευρώ, κατά το έτος 2010, όπως προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2011, το εισόδημα του πρώτου εκκαλούντος ανήλθε στο ποσό των 23.687,06 ευρώ και της δεύτερης εκκαλούσας στο ποσό των 13.771,60 ευρώ και κατά το έτος 2011, όπως προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2012, το εισόδημα του πρώτου εκκαλούντος ανήλθε στο ποσό των 23.213,09 ευρώ και της δεύτερης εκκαλούσας στο ποσό των 6.187,04 ευρώ.

Στη συνέχεια, ωστόσο, λόγω της ανεργίας της δεύτερης από αυτούς, το οικογενειακό εισόδημα συρρικνώθηκε, κατά δε τα έτη 2012 έως και 2016, περιορίστηκε στις αποδοχές του πρώτου εκκαλούντος, που ανήλθαν, προ φόρων, σε ετήσια βάση στα ποσά των 24.443,53 ευρώ, 25.068,03 ευρώ, 25.601,87 ευρώ και 25.873,21 ευρώ αντίστοιχα, οι δε εκκαλούντες περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους.

Όπως ήδη προαναφέρθηκε, ωστόσο, η δεύτερη εκκαλούσα από τον Ιανουάριο του έτους 2017 και εφεξής παρέχει μισθωτή εργασία, ως ασφαλιστικός υπάλληλος, στην εταιρία Γενική Πανελλαδική ΣΥΝΠΕ, με μηνιαίες αποδοχές 800 ευρώ περίπου. Το δε οικογενειακό εισόδημα των εκκαλούντων ανήλθε το έτος 2017 στο συνολικό ποσό των (27.481,67+11.667.33=) 39.149 ευρώ, το οποίο επαρκεί για την κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων και των δαπανών διαβίωσης της τριμελούς οικογένειάς τους.

Όπως από τα παραπάνω συμπεραίνεται, η προκληθείσα στους εκκαλούντες αδυναμία πληρωμής ήταν πρόσκαιρη και έχει ήδη παρέλθει. Εφόσον, επομένως, αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες διαθέτουν επαρκή ρευστότητα για την ικανοποίηση των πιστωτών τους, δεν πληρούται η αναγκαία εκ του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προϋπόθεση της περιέλευσής τους σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του νόμου αυτού.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ομοίως και απέρριψε τις ένδικες αιτήσεις ως ουσιαστικά αβάσιμες, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, ο δε μοναδικός λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία, όπως και η έφεση στο σύνολό της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 25-06-2018 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 1072/2018 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν, απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1813/25-01-2013 και 9062/30-09-2016 αιτήσεις του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, με τις οποίες ζήτησαν τη ρύθμιση των χρεών τους προς τις αναιρεσίβλητες πιστώτριες τράπεζες, με τον ορισμό καταβολών και με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλαν, άλλως τη δικαστική ρύθμιση αυτών, αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή τους κατάσταση, με σκοπό την κατά ένα μέρος απαλλαγή τους από αυτά.

Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με το να δεχθεί ότι δεν έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους και ότι συνεπώς δεν πληρούν την προϋπόθεση αυτή για την υπαγωγή τους στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου.

Με την προαναφερθείσα κρίση του το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, για να καταλήξει στο προεκτιθέμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι αιτούντες - αναιρεσείοντες δεν περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, αλλά η αδυναμία τους αυτή ήταν πρόσκαιρη και ότι συνεπώς δεν υπάγονται στην προστασία του ανωτέρου νόμου 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν πληρούσαν το πραγματικό της τελευταίας αυτής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, η οποία προϋποθέτει την περιέλευση του αιτούντος - δανειολήπτη σε μόνιμη και όχι απλώς πρόσκαιρη, αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του για την υπαγωγή του στις προστατευτικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου και συνεπώς δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της.

Ειδικότερα, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δέχθηκε, ανελέγκτως αναιρετικά: α) ότι οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης της οικογένειας των αναιρεσειόντων, λαμβανομένης υπόψη της επιβάρυνσης που τους προκαλεί η ειδική διατροφή της δεύτερης αναιρεσείουσας, η οποία πάσχει από κοιλιοκάκη, ανέρχονται στο ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαίως, β) ότι το σύνολο των μηνιαίων δόσεων που οφείλουν να καταβάλουν προς εξυπηρέτηση όλων των δανειακών υποχρεώσεών τους, όπως προσδιορίστηκε από τον πρώτο αιτούντα - αναιρεσείοντα, ανέρχεται στο ποσό των 1200 έως 1300 ευρώ, γ) ότι το οικογενειακό εισόδημα των αναιρεσειόντων, από το έτος 2006, οπότε και ανέλαβαν το στεγαστικό δάνειο, το οποίο αποτελεί και το μεγαλύτερο μέρος των χρεών τους, μέχρι και το έτος 2011, επαρκούσε για την κάλυψη τόσο των δανειακών υποχρεώσεών τους, όσο και των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς τους, δ) ότι στη συνέχεια, λόγω της ανεργίας της δεύτερης αναιρεσείουσας, το οικογενειακό τους εισόδημα συρρικνώθηκε κατά τα έτη 2012 έως και 2016, καθόσον περιορίστηκε στις αποδοχές του πρώτου αναιρεσείοντος και έτσι περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους, ε) ότι ωστόσο, η δεύτερη αναιρεσείουσα από τον Ιανουάριο του έτους 2017 και εφεξής παρέχει μισθωτή εργασία και το οικογενειακό εισόδημα των αναιρεσειόντων ανήλθε το έτος 2017 στο συνολικό ποσό των (27.481,67 + 11.667.33=) 39.149 ευρώ, το οποίο επαρκεί για την κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων και των δαπανών διαβίωσης της τριμελούς οικογένειάς τους, στ) ότι από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προκληθείσα στους αναιρεσείοντες αδυναμία πληρωμής ήταν πρόσκαιρη και έχει ήδη παρέλθει και ζ) ότι αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες διαθέτουν επαρκή ρευστότητα για την ικανοποίηση των πιστωτών τους και επομένως δεν πληρούται η αναγκαία εκ του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προϋπόθεση της περιέλευσής τους σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του νόμου αυτού.

Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι δύο αναιρεσείοντες, κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, ήταν εργαζόμενοι και το συνολικό οικογενειακό τους εισόδημα επαρκούσε για την κάλυψη τόσο των μηνιαίων δόσεων των δανείων τους, όσο και των βιοτικών αναγκών της τριμελούς οικογένειάς τους, στη συνέχεια λόγω της ανεργίας της δεύτερης αναιρεσείουσας το οικογενειακό τους εισόδημα περιορίστηκε κατά τα έτη 2012 έως και 2016 στις αποδοχές του πρώτου αναιρεσείοντος και έτσι περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, πλην όμως η δεύτερη αναιρεσείουσα από τον Ιανουάριο του έτους 2017 και εφεξής εργάζεται και το οικογενειακό εισόδημα των αναιρεσειόντων ανήλθε το έτος 2017 στο συνολικό ποσό των 39.149 ευρώ και επομένως, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, κατά το χρόνο συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου των ένδικων αιτήσεων των αναιρεσειόντων (13-10-2017) δεν υφίστατο αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους [η οποία, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο], καθόσον διέθεταν επαρκή ρευστότητα, αφού το συνολικό εισόδημά του (39.149 ευρώ : 12 μήνες = 3.262,41 ευρώ), επαρκούσε για την κάλυψη των άνω μηνιαίων δόσεων των δανειακών τους υποχρεώσεων (1.200 έως 1.300 ευρώ) και των δαπανών διαβίωσης της τριμελούς οικογένειάς τους (1.200 ευρώ).

Επομένως, το άνω, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, εφόσον, κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών του, έκρινε ότι η αδυναμία πληρωμών των αναιρεσειόντων ήταν πρόσκαιρη και όχι μόνιμη και ότι συνεπώς δεν πληρούται η αναγκαία από το άρθρο 1 του Ν. 3869/2010 προϋπόθεση της περιέλευσής τους σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών προκειμένου να υπαχθούν στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου αυτού, δεν παραβίασε ευθέως την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, διότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, καθόσον δεν πληρούσαν το πραγματικό αυτής και ειδικότερα δεν πληρούτο, κατά τα προεκτεθέντα, η αναγκαία ουσιαστική προϋπόθεση της εν λόγω διάταξης, δηλαδή της περιέλευσης των αναιρεσειόντων σε μόνιμη (και όχι απλώς πρόσκαιρη) αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, η οποία (προϋπόθεση) πρέπει να συντρέχει αναγκαίως για τη νομική δυνατότητα ένταξης αυτών στο ρυθμιστικό πεδίο του εν λόγω Ν. 3869/2010.

Επομένως ο κρινόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, [ο οποίος, ας σημειωθεί, κρίνεται επαρκώς ορισμένος, καθόσον αναφέρονται στο αναιρετήριο, έστω και στο περιεχόμενο του δεύτερου λόγου αυτού, οι αναγκαίες, κρίσιμες για την έρευνα του πρώτου αυτού λόγου, παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, υπό τις οποίες φέρεται να συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου], με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 560 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, την οποία οι αναιρεσείοντες θεωρούν εσφαλμένη, διότι είναι διαφορετική από τους παρατιθέμενους δικούς τους ισχυρισμούς και επιχειρήματα, στα οποία επιχειρούν να στηρίξουν την, κατά τη δική τους άποψη, αξιολόγηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", οι διατάξεις δε αυτές είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης, κατά των ως άνω αποφάσεων και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των εν λόγω αποφάσεων και ως εκ τούτου αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015).

Οι ανωτέρω δε λόγοι αναίρεσης του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018) και επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδαφ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα έγγραφα, τα οποία νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση στο άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός, κατά το άνω μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για ορισμένους λόγους, που διαλαμβάνονται ειδικά και περιοριστικά στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., στο οποίο δεν περιλαμβάνεται ο αντίστοιχος από τον ως άνω αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολομ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Εξάλλου, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, λόγω εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το οποίο καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις και ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 425/2022, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015), δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020), ιδρύεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδαφ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του λόγου αυτού, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους περί περιέλευσής τους σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, η οποία επιβεβαιώνεται, όπως διατείνονται, από τα αναφερόμενα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον, από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε καταλήγοντας σε αντίθετο πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι στην πραγματικότητα οι αναιρεσείοντες δεν αιτιώνται τη μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ, αλλά την παραγνώριση της αξίας αποδεικτικών μέσων και δη των επικαλούμενων από αυτούς αποδεικτικών εγγράφων.

Οι περαιτέρω περιλαμβανόμενες στον ερευνώμενο αυτό αναιρετικό λόγο αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη μείωση του μισθού του πρώτου αναιρεσείοντος, τη μακροχρόνια ανεργία της δεύτερης αναιρεσείουσας και το θάνατο της μητέρας του πρώτου αναιρεσείοντος, η οποία συνοικούσε μαζί τους και τους συνέδραμε οικονομικά με τη σύνταξή της, όποτε παρίστατο ανάγκη, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την προεκτιθέμενη έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., έστω και εάν προτάθηκαν υπό τη μορφή λόγου έφεσης, αλλά συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων για την υποστήριξη των απόψεων τους περί περιέλευσής τους σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, με τις ανωτέρω δε αιτιάσεις υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον προκείμενο λόγο, πλήττεται απαραδέκτως το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Συνεκδικάζει την από 21-10-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 17911/1987/30-10-2020, αίτηση αναίρεσης και την από 16-09-2022 πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "Β2 Kapital Mονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις".

-

Απορρίπτει την από 21-10-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 17911/1987/30-10-2020, αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 5021/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.

-Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ