Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding failure to restate claims under Article 240 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment, ruling that the appellant failed to properly restate their claims before the Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred by considering arguments contained in the initial complaint without a formal restatement under Article 240 of the Civil Procedure Code. The court held that since the case was transferred to the appellate level with the appellant's appeal, the lower court was not required to enforce the restatement procedure for claims already raised in the original complaint.
Legislator headnote
AI generatedArticles 513, 522, 534, 540, 543 of the Civil Code; Article 240 of the Civil Procedure Code: The appellate court may consider claims contained in the initial complaint without a formal restatement under Article 240 when the case is transferred via appeal, as the restatement requirement applies only to claims submitted via motions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 251 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 251/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Π. του Μ., 2) Μ. Π. του Β., κατοίκων … , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Τιτίκα Νικέα - Μουράτογου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις
Των αναιρεσιβλήτων: Ν. Φ. του Β., 2) Μ. Φ. του Β., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μανιάτη και κατέθεσαν προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7424/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4023/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/2/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του ν. 3043/2002, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα.
Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης ή, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους.
Δηλαδή, η ευθύνη προς αποζημίωση ορίζεται βασικά αντικειμενική, αν πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, πταισματική όμως αν πρόκειται για πραγματικό ελάττωμα. Το πταίσμα μπορεί να υπάρχει, αν κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή, υπάρχει πραγματικό ελάττωμα που οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή ή το οποίο ο πωλητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (δηλαδή αρκεί και άγνοια από ελαφριά αμέλεια) είτε κατά τη σύναψη της σύμβασης είτε (σε περίπτωση πώλησης πράγματος κατά γένος ορισμένου) κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου.
Η ως άνω ευθύνη, όπως διαγράφεται στο άρθρο 543 ΑΚ, είναι συμβατική. Εξάλλου, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάστασή του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού.
Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκειά της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος (ΑΠ 1230/2019, ΑΠ 267/2015, ΑΠ 1703/2013, ΑΠ 575/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αν αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004). Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 2101/2007).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείψει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν η πρώτη ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και η δεύτερη ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 2197/2007).
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικώς κρισίμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο απόδειξης [ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 1215/2010, ΑΠ 2219/2014), ΑΠ 1210/2008).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της, δεν προκύπτουν, σαφώς, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και, όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Για να είναι, όμως, ορισμένος και αυτός ο αναιρετικός λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται, με σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και, ακόμη, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες, επιπλέον, αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις της (ΟλΑΠ 16/2006, 20/2005).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992, ΑΠ 2068, 1852/2007, ΑΠ 907/2006), αλλά και όταν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς διατυπώνοντας αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, οπότε απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009, ΑΠ 1821/2008).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "δέχθηκε ή δεν δέχθηκε: κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 58/2018.
ΑΠ 2090/2017, ΑΠ 255/2010, ΑΠ 269/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος της, που ενδιαφέρει την έρευνα της βασιμότητας των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναπιρεσης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Δυνάμει του από 9.6.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταβίβασης καταστήματος, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος συμφώνησε να μεταβιβάσει στους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες την επιχείρηση ψητοπωλείου, που διατηρούσε σε μισθωμένο ακίνητο στο …, επί της οδού … αρ.
…, με ολόκληρο τον εξοπλισμό και τα δικαιώματα στην πελατεία, δηλαδή την άυλη αξία της, έναντι συνολικού τιμήματος σαράντα πέντε χιλιάδων (45.000) ευρώ, από το οποίο καταβλήθηκε στον πρώτο εφεσίβλητο ποσό 5.000 ευρώ με την υπογραφή του εν λόγω συμφωνητικού, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 40.000 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί με την οριστική μεταβίβαση της επιχείρησης.
Συμφωνήθηκε επίσης, με το άνω συμφωνητικό, για τη διατήρηση της μισθωτικής σχέσης, που είχε ο παραπάνω πωλητής με την εκμισθώτρια του καταστήματος της επιχείρησης, Κ. Μ., σε εκτέλεση σχετικού όρου του από 25.4.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης επαγγελματικής μίσθωσης, που ίσχυε μεταξύ των τελευταίων, να συσταθεί ετερόρρυθμη εταιρεία από τους ενάγοντες-εκκαλούντες αγοραστές, στην οποία θα συμμετείχε ως ετερόρρυθμος εταίρος ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος με ποσοστό 10%.
Επιπλέον, με το ίδιο, ως άνω συμφωνητικό έγινε αμοιβαία αποδεκτό από τους συμβαλλόμενους ότι ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος μετά τη μεταβίβαση θα αποξενωνόταν πλήρως από την επιχείρηση, μη έχων, αφενός, υποχρέωση παροχής εργασίας και συμμετοχής στις δαπάνες της εταιρείας (μισθώματα, προμηθευτές, εργατικό προσωπικό, δημόσια και δημοτικά τέλη, εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία, φόροι κ.ά.), και, αφετέρου, δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη αυτής.
Την τήρηση των όρων της παραπάνω συμφωνίας από τον πρώτο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο εγγυήθηκε ρητά ο δεύτερος εναγόμενος - εφεσίβλητος, πατέρας του, ο οποίος συνυπέγραψε το από 9-6-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης. Ειδικότερα, με το εν λόγω συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι "...Την τήρηση της συμφωνίας από την πλευρά του Β.
Π. εγγυάται ο Μ. Π., ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει τη συνδρομή του και να εξυπηρετεί τους αγοραστές τους δύο πρώτους μήνες μετά την πώληση". Από το σαφή αυτό όρο του παραπάνω συμφωνητικού αποδεικνύεται ότι το χρονικό διάστημα των δύο μηνών μετά την πώληση τάχθηκε από τους συμβαλλόμενους για την τήρηση της υποχρέωσης του δεύτερου εφεσίβλητου να παρέχει τη συνδρομή του και να εξυπηρετεί τους αγοραστές και δεν αφορούσε τη σύμβαση εγγύησης, η οποία δεν συνομολογήθηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την ίδια παραπάνω ημερομηνία (9-6-2007), με σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε από τους αγοραστές και τον πωλητή και δημοσιεύθηκε νόμιμα, στις 21.6.2007, στα οικεία βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, συστάθηκε, για τον προαναφερόμενο λόγο, η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ν.
Φ. - Μ. Φ. κ ΣΙΑ ΕΕ", με το διακριτικό τίτλο, ψητοπωλείο "Η. Η." και με έδρα το προαναφερόμενο κατάστημα στο …. Στην εταιρεία αυτή, όπως είχε συμφωνηθεί, συμμετείχαν οι αγοραστές, ενάγοντες - εκκαλούντες κατά ποσοστό 50% και 40%, αντίστοιχα, ως ομόρρυθμοι εταίροι και ο πωλητής, πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος με ποσοστό 10%, ως ετερόρρυθμος εταίρος.
Ακολούθως, δυνάμει του από 20-6-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ του πρώτου εναγόμενου - εφεσίβλητου και της προαναφερόμενης ετερόρρυθμης εταιρείας, ο πρώτος παραχώρησε στη δεύτερη τη μισθωτική σχέση, που είχε με την εκμισθώτρια του παραπάνω καταστήματος, Κ. Μ. σύμφωνα με το από 11-11-1999 μισθωτήριο συμβόλαιο, όπως αυτό είχε τροποποιηθεί με το από 25-4-2005 μισθωτήριο συμβόλαιο.
Τέλος, δυνάμει του από 3-07-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού ο πωλητής, πρώτος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος παρέδωσε το παραπάνω κατάστημα στους αγοραστές, ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, οπότε, αφενός μεν ολοκληρώθηκε η συμφωνηθείσα, κατά τα άνω, μεταβίβαση, αφετέρου εξοφλήθηκε από τους εκκαλούντες το υπόλοιπο ποσό (40.000 ευρώ) του συμφωνηθέντος τιμήματος.
Με το ίδιο αυτό τελευταίο συμφωνητικό επαναλήφθηκε ο όρος ότι "αφού καταβλήθηκε ολόκληρο το ανωτέρω τίμημα κατ επήλθε η πλήρης μεταβίβαση της επιχείρησης, ο Β. Π. αποξενώθηκε πλέον από την επιχείρηση, δεν έχει υποχρέωση παροχής εργασίας, ούτε δικαίωμα στα κέρδη, παραμένει ως ετερόρρυθμο μέλος τυπικό, αποκλειστικώς κατ μόνο για να ισχύει η μίσθωση με την εκμισθώτρια Κ.
Μ., αφού υπάρχει σχετικός όρος στο μισθωτήριο. Συμφωνήθηκε ακόμα ότι ο Β. Π. δεν έχει καμμία υποχρέωση από την τυπική του συμμετοχή στην εταιρεία, ούτε για παροχή εργασίας, ούτε καμία χρηματική υποχρέωση για πληρωμή μισθώματος, προμηθευτών, εργατικού προσωπικού, δημοσίων και δημοτικών τελών, εισφορών στα άσφαλιστικά ταμεία ΙΚΑ, ΤΕΒΕ, κτλ, ούτε για πληρωμή ΦΠΑ και φόρου εισοδήματος της εταιρίας.".
Περαιτέρω, οι ενάγοντες - εκκαλούντες, κοινοποίησαν στην εκμισθώτρια Κ. Μ., στις 6-7-2007, αντίγραφο του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού παραχώρησης μισθωτικής σχέσης, καθώς και του καταστατικού της εταιρείας. Ωστόσο, η εκμισθώτρια Κ. Μ., με την από 10.7.2007 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή της, κοινοποιηθείσα, στις 17.7.2007, στην ετερόρρυθμη εταιρεία και στον πρώτο εναγόμενο - εφεσίβλητο, δήλωσε ότι δεν αναγνωρίζει την ως άνω εταιρεία ως μισθώτρια και κατήγγειλε τη σύμβαση μίσθωσης με τον πρώτο εφεσίβλητο, αφενός μεν, λόγω της επικαλούμενης από αυτήν αντισυμβατικής μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης στην παραπάνω ετερόρρυθυμη εταιρεία, αφετέρου δε, λόγω της καθυστέρησης, εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου - εφεσίβλητου, αλλά και του δικαιοπαρόχου αυτού πατέρα του, δεύτερου εναγόμενου - εφεσίβλητου, καταβολής της οφειλόμενης από αυτούς διαφοράς μισθωμάτων, για το χρονικό διάστημα των μηνών Μαρτίου του έτους 2002 έως Μαρτίου του έτους 2007, συνολικού ποσού οκτώ χιλιάδων διακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και οκτώ λεπτών (8.264,08 €), πλέον τόκων.
Ειδικότερα, τόσο προφορικά, όσο και εγγράφως η εκμισθώτρια του παραπάνω καταστήματος είχε οχλήσει τους εναγόμενούς - εφεσίβλητους για να καταβάλουν τις οφειλόμενες εκ μέρους τους διαφορές μισθωμάτων για τη χρονική περίοδο από 1-3-2002 έως 31-3-2007, συνολικού ύψους 8.264,08 ευρώ. Οι εν λόγω διαφορές οφείλονταν από τους εναγόμενους - εφεσίβλητους, καθώς τούτοι, αντί να καταβάλουν τη συμφωνηθείσα με τα ανωτέρω μισθωτήρια συμβόλαια, ετήσια τιμαριθμική αναπροσαρμογή, όπως αυτή καθοριζόταν από την Τράπεζα της Ελλάδος πλέον 3% επί του κάθε φορά καταβαλλόμενου μισθώματος, κατέβαλλαν ετησίως αναπροσαρμογή ύψους 3% επί του καταβαλλόμενου μισθώματος.
Πρέπει δε, να σημειωθεί ότι η προαναφερόμενη εκμισθώτρια του καταστήματος στις 11-6-2007, ήτοι μετά την κατάρτιση (9-6-2007) της επίδικης σύμβασης πώλησης επιχείρησης, ωστόσο, όμως, πριν ολοκληρωθεί η εν λόγω μεταβίβαση (3-7-2007) και μεταβεί ο κίνδυνος στους αγοραστές, είχε αποστείλει στον πρώτο εναγόμενο - εφεσίβλητο το από 6-6-2007 εξώδικο, με το οποίο τον καλούσε να καταβάλει τις παραπάνω οφειλές, επισημαίνοντάς του ότι στην αντίθετη περίπτωση θα ακολουθούσε τη δικαστική οδό.
Παρά ταύτα, ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος, ο οποίος δεν κατέβαλε στην εκμισθώτρια το ανωτέρω χρέος, ουδόλως ενημέρωσε τους αγοραστές, ενάγοντες - εκκαλούντες για τη διεκδίκηση εκ μέρους αυτής του ανωτέρω ποσού και την εντεύθεν δημιουργηθείσα μεταξύ τους διαφορά ούτε και για την ύπαρξη κάποιου λόγου μη οφειλής, εκ μέρους του, του ανωτέρω ποσού.
Το εν λόγω χρέος ήταν ουσιώδες για τη συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης, ως είχε και μετά τη μεταβίβασή της στους ενάγοντες - εκκαλούντες, καθόσον αφορούσε το κατάστημα, εντός του οποίου λειτουργούσε αυτή επί έτη (από το 1999 με αρχικό μισθωτή τον δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο), δοθέντος ότι, από την μη πληρωμή αυτού υπήρχε ο κίνδυνος να εξωσθεί από το κατάστημα, με εντεύθεν αρνητική επίπτωση στο περιεχόμενο σε αυτήν δικαίωμα της πελατείας, που είχε συμμεταβιβαστεί στους εκκαλούντες, ως ειδικότερο στοιχείο της.
Κατ' αυτόν τον τρόπο η ύπαρξη του παραπάνω χρέους στο παθητικό της επιχείρησης, κατά το χρόνο της μεταβίβασής της στους εκκαλούντες, επηρέαζε την εισοδηματική αξία αυτής. Για το λόγο τούτο, άλλωστε, στη συνέχεια, οι εκκαλούντες, ενεργώντας για λογαριασμό της μισθώτριας, ως άνω, ετερόρρυθμης εταιρείας αναγκάστηκαν να το εξοφλήσουν, καταβάλλοντας στην εκμισθώτρια στις 4-12-2007 το προαναφερόμενο ποσό (8.264,08 ευρώ) και επιπλέον ποσό 2.430 ευρώ, για τόκους, ήτοι συνολικά ποσό 10.694,08 ευρώ.
Συνεπώς, το προαναφερόμενο χρέος συνιστά πραγματικό ελάττωμα της ανωτέρω επιχείρησης, το οποίο υπήρχε κατά το χρόνο, που μεταβιβάστηκε αυτή στους εκκαλούντες (αγοραστές), ο δε πρώτος εφεσίβλητος (πωλητής), αν και το γνώριζε, δολίως, τους το απέκρυψε. Ένεκα τούτου, ο τελευταίος ευθύνεται να καταβάλει στους εκκαλούντες τη διαφορά, που υπήρχε, κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, ανάμεσα στην αξία της ελαττωματικής, κατά τα άνω, επιχείρησης (που έπρεπε να καταβάλει) από τη μη ελαττωματική (την οποία κατέβαλε), που ανέρχεται στο ποσό των 10.694,08 ευρώ...Συνακόλουθα, ευθύνεται για την πληρωμή του ποσού αυτού και ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος, ως εγγυητής.
Η ανωτέρω ευθύνη των εφεσίβλητων δεν αναιρείται από τις από 8-7-2010 και 9-7-2010 υπεύθυνες δηλώσεις των εκκαλούντων, που υπογράφηκαν κατά τη λύση της ετερόρρυθμης εταιρείας, στις οποίες αυτοί δήλωσαν ότι : "Ο Π. Β.... όσον αφορά τη λύση της εταιρείας δεν έχει καμία υποχρέωση σε τυχόν οφειλόμενα μισθώματα ασφαλιστικές εισφορές σε ΙΚΑ - ΤΕΒΕ καθώς και σε τυχόν οφειλές σε προμηθευτές καθώς και ΔΟΥ", αφού η δήλωση αυτή αφορούσε τυχόν χρέη της ετερόρρυθμης εταιρείας (που σημειωτέον λειτούργησε μετά την επίδικη μεταβίβαση), στην οποία ο πρώτος εφεσίβλητος, όπως αναφέρθηκε, συμμετείχε τυπικά και δεν αφορούσε την παραπάνω αξίωση αποζημίωσης των εκκαλούντων ένεκα του προϋφιστάμενου της μεταβίβασης της επιχείρησης και της σύστασης της ανωτέρω εταιρείας, αποδειχθέντος, κατά τα άνω, πραγματικού ελαττώματος.
Ο ισχυρισμός των εφεσίβλητων ότι οι εκκαλούντες συνετέλεσαν εξ οικείου πταίσματος στην παραπάνω ζημία τους (300ΑΚ), για το λόγο ότι, αν και μπορούσαν να αποκλείσουν αυτή (ζημία) με το να καλέσουν τους ίδιους (εφεσίβλητους) να καταβάλουν τα οφειλόμενα στην εκμισθώτρια, αφού αυτά αφορούσαν στη μίσθωση για όσο χρόνο ήταν οι ίδιοι μισθωτές, δεν το έπραξαν, αλλά αντίθετα με δική τους πρωτοβουλία τα κατέβαλαν, κρίνεται απορριπτέος, ως μη νόμιμος.
Τούτο διότι, τα ιστορούμενα προς θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού πραγματικά περιστατικά, συνιστούν άρνηση της ανωτέρω αποδειχθείσας ιστορικής βάσης της αγωγής, κατά την οποία οι εφεσίβλητοι γνώριζαν εξ ιδίας αντίληψης την ύπαρξη του προαναφερόμενου χρέους, δεδομένου ότι, αν και αυτό άρχισε να δημιουργείται από την περίοδο, που ήταν ακόμη μισθωτής ο δεύτερος εφεσίβλητος (από Μάρτιο του 2002), παρά τις οχλήσεις της εκμισθώτριας, δεν το κατέβαλαν, αφήνοντάς το, εν γνώσει τους, ως χρέος στη μεταβιβασθείσα επιχείρηση...".
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, εναγόντων, εξαφάνισε, εν μέρει, την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την ένδικη αγωγή, τη δέχθηκε, εν μέρει, κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους ήδη αναιρεσείοντες, εναγομένους, τον πρώτο ως πρωτοφειλέτη και το δεύτερο ως εγγυητή, να καταβάλουν στους ενάγοντες, κατά το ήμισυ σε καθένα από αυτούς, κατ' άρθρο 480 ΑΚ, το συνολικό ποσό των 10.694,08 ευρώ.
Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι με το να δεχθεί ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι, ενάγοντες, νομιμοποιούνται ενεργητικά, να αξιώσουν, με την ένδικη αγωγή τους, το ανωτέρω χρηματικό ποσό, το οποίο και τους επιδικάστηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως αποζημίωση, λόγω πραγματικού ελαττώματος της ως άνω επιχείρησης, που αυτοί αγόρασαν, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 72, 765, 777, 781, 782 και 784 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, παρότι συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, για την εφαρμογή τους, αφού, από τις προαναφερθείσες παραδοχές του, προκύπτει, όπως και στο αγωγικό δικόγραφο αναφέρεται, ότι το επίμαχο χρηματικό ποσό, αντιστοιχούσε στα οφειλόμενα μισθώματα της πωληθείσας επιχείρησης, τα οποία κατέβαλαν οι ως άνω αντίδικοί τους προς την εκμισθώτρια του καταστήματός της (μη διάδικο, εν προκειμένω), για λογαριασμό της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν.
Φ. - Μ. Φ. και ΣΙΑ ΕΕ", που είχε συσταθεί και λειτουργούσε μεταξύ όλων των διαδίκων, η οποία, συνεπώς και μόνο νομιμοποιείτο ενεργητικά να ασκήσει την ένδικη αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τούτο δε καθόσον η, πληττόμενη, παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης "...Για το λόγο τούτο, άλλωστε, στη συνέχεια, οι εκκαλούντες, ενεργώντας για λογαριασμό της μισθώτριας, ως άνω, ετερόρρυθμης εταιρείας αναγκάστηκαν να το εξοφλήσουν, καταβάλλοντας στην εκμισθώτρια στις 4-12-2007 το προαναφερόμενο ποσό (8.264,08 ευρώ) και επιπλέον ποσό 2.430 ευρώ, για τόκους, ήτοι συνολικά ποσό 10.694,08 ευρώ. ...", στην οποία εστιάζουν οι αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση της προβαλλόμενης αναιρετικής πλημμέλειας, αποτελεί επιχείρημα του Εφετείου, το οποίο δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του και τέθηκε προς ενίσχυση του ανωτέρω πορίσματος αυτού, ήτοι ότι η επίμαχη επιχείρηση, κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασής της στους ήδη αναρεσίβλητους, ενάγοντες, εμφάνιζε πραγματικό ελάττωμα, συνιστάμενο στη διαφορά μεταξύ της αξίας που είχε αυτή (επιχείρηση) χωρίς την ανωτέρω οφειλή, που αποτελούσε το παθητικό της και εκείνης (της αξίας), που είχε βαρυνόμενη με την εν λόγω οφειλή και το οποίο (ελάττωμα) ενώ, ο πωλητής της, πρώτος ήδη αναιρεσείων, εναγόμενος, γνώριζε το απέκρυψε, δολίως, από τους αντιδίκους του, που δικαιούνται, εντεύθεν, κατ' άρθρο 543 ΑΚ, την επιδικασθείσα σ' αυτούς σχετική αποζημίωση.
Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, η ανωτέρω αιτίαση, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Καθόσον, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚπολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής και από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το ανωτέρω χρηματικό ποσό (10.694,08 ευρώ) ζήτησαν, με την αγωγή τους, οι ήδη αναιρεσίβλητοι και τους επιδίκασε το Εφετείο, ως αποζημίωση, λόγω του ανωτέρω πραγματικού ελαττώματος της ένδικης επιχείρησης, που αγόρασαν και όχι γιατί αυτοί κατέβαλαν στην εκμισθώτρια του καταστήματος, στο οποίο αυτή λειτουργούσε τα οφειλόμενα, εκ μέρους της, μέχρι και την πώλησή της, μισθώματα, για λογαριασμό της ανωτέρω ετερόρρυθμης εταιρείας, προκειμένου να διασφαλισθεί η απρόσκοπτη λειτουργία της τελευταίας στο ίδιο μίσθιο κατάστημα, στο οποίο λειτουργούσε και η επίμαχη επιχείρηση, που είχαν αγοράσει.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες κρίσεις του και, ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι: α) Η πωληθείσα επιχείρηση τόσο κατά το χρόνο της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης πώλησης αυτής (09-06-2007) όσο και κατ' αυτόν της παράδοσής της στους ήδη αναιρεσίβλητους, ενάγοντες, αγοραστές της, εμφάνιζε πραγματικό ελάττωμα.
β) Το πραγματικό αυτό ελάττωμα, συνίστατο στη διαφορά, μεταξύ της αξίας που είχε η πωληθείσα επιχείρηση χωρίς το προαναφερθέν ελάττωμα και εκείνης που είχε με αυτό, κατά τους ανωτέρω χρόνους, ανερχομένη (η διαφορά) στο ποσό των 10.694,08 ευρώ, το οποίο αντιπροσώπευε το παθητικό της, το οποίο δημιουργήθηκε από τα οφειλόμενα, μέχρι την ανωτέρω μεταβίβασή της μισθώματα.
Και, γ) ενώ ο πωλητής της ένδικης επιχείρησης, πρώτος, ήδη αναιρεσίβλητος, εναγόμενος, γνώριζε το ανωτέρω πραγματικό ελάττωμά της, ήδη από το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης πώλησης αυτής, δολίως, το απέκρυψε από τους αντιδίκους του, με συνέπεια να υποστούν αυτοί ισόποση περιουσιακή ζημία, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται το ανωτέρω χρηματικό ποσό, που τους επιδίκασε, ως τη διαφορά μεταξύ της αξίας που είχε αυτή (επιχείρηση) χωρίς το προαναφερθέν ελάττωμα και εκείνης, που είχε με αυτό, δεχόμενο, εν μέρει, την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής και δη κατά μεν του πρώτου ήδη αναιρεσείοντος, εναγομένου, ευθυνομένου ως πωλητή και του δευτέρου (ευθυνομένου) ως εγγυητή.
Ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 543 του ΑΚ και, ορθώς, υπήγαγε σ' αυτή τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, καθόσον αυτά ανταποκρινόταν στο πραγματικό του εν λόγω κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ούτε και στέρησε, το Εφετείο, την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και δεν απαιτείτο η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος λόγος κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον με αυτές προβάλλονται πλημμέλειες του Εφετείου, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του ανωτέρω, σαφούς, αποδεικτικού του πορίσματος.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον, παρέλειψε να προσφύγει σ' αυτούς, παρότι αμφέβαλε για την αληθινή έννοια της δήλωσης βούλησης των ήδη αναιρεσιβλήτων, εναγόντων, στις από 08-07-2010 και 09-07-2010, υπεύθυνες δηλώσεις τους, σχετικά με την απαλλαγή του πρώτου αυτών (αναιρεσείοντος) από την υποχρέωσή του για καταβολή τυχόν μισθωμάτων οφειλομένων πριν τη σύσταση και έναρξη λειτουργίας της ανωτέρω ετερόρρυθμης εταιρείας.
Ο λόγος αυτός, κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το ανωτέρω χρηματικό ποσό επιδικάσθηκε, από το Εφετείο, στους ήδη αναιρεσίβλητους, ενάγοντες ως αποζημίωση, λόγω εξόφλησης, εκ μέρους τους, με καταβολή, κατά τα προεκτεθέντα, των μισθωμάτων, που όφειλε η ένδικη επιχείρηση στην εκμισθώτρια του μισθίου καταστήματος (μη διάδικο), στο οποίο λειτουργούσε αυτή μέχρι την ανωτέρω πώλησή της.
Όπως, όμως, προεκτέθηκε, το εν λόγω χρηματικό ποσό επιδικάσθηκε, στους ήδη αναιρεσίβλητους, ενάγοντες, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ως αποζημίωσή τους, κατ' άρθρο 543 ΑΚ, συνεπεία του προαναφερθέντος πραγματικού ελαττώματος της πωληθείσας, προς αυτούς, από τον πρώτο ήδη αναιρεσείοντα, εναγόμενο, ένδικης επιχείρησης.
Με τον έκτο λόγο, αποδίδεται στο Εφετείο, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚπολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση της παραβίασης, πάλι, των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, γιατί ενώ έπρεπε να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η εγγύηση του δευτέρου ήδη αναιρεσείοντος, εναγομένου, για την τήρηση των όρων της ένδικης συμφωνίας πώλησης επιχείρησης, αφορούσε, μόνο το χρονικό διάστημα των δύο πρώτων μηνών μετά την πώληση, δέχθηκε ότι αυτή κάλυπτε και την, επέκεινα αυτού χρονική περίοδο, παρότι οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν σε τέτοιου είδους εγγύηση, αλλά, πράγματι, θέλησαν τον περιορισμό της, κυρίως, στη χορήγηση, εκ μέρους του ως άνω (δευτέρου) ήδη αναιρεσείοντος, εναγομένου, βοήθειας σχετικά με τα διαδικαστικά ζητήματα λειτουργίας της επιχείρησης και δη να μηύσει τους ήδη αναιρεσίβλητους, ενάγοντες, στα της λειτουργίας του καταστήματος (άναμμα και λειτουργία ψησταριών, χρόνους ψησίματος των προϊόντων, που θα προσέφεραν στους πελάτες, να φέρει τους ήδη αναιρεσίβλητους, ενάγοντες σε επαφή με τους προμηθευτές του καταστήματος και να τους συστήσει στους πελάτες του ψητοπωλείου).
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, αφενός, ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται, για τη θεμελίωσή του, στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο, ενώ διαπίστωσε κενό ή αμφέβαλε ως προς την αληθινή έννοια της επίμαχης σύμβασης εγγύησης, δεν προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες και, αφετέρου, καθόσον με πρόφαση την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια, με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις του, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο ίδιος λόγος κρίνεται αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενό, ούτε αμφέβαλε, αναφορικά με την έννοια των όρων της επίμαχης εγγυητικής σύμβασης, ώστε να χρειαστεί να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλά, αναιρετικά ανέλεγκτα, δέχθηκε ότι η έννοια αυτών είναι σαφής.
ΙΙ. Επί αγωγής αποζημιώσεως, από αδικοπραξία ή σύμβαση, που βάση έχει το πταίσμα του εναγομένου (ΑΠ 576/2017), ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της ζημίας του τυγχάνει ο ενάγων, συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής, ενώ ο ισχυρισμός του ίδιου, ότι στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και ίδιο πταίσμα του ενάγοντος συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ, καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, ο οποίος (ισχυρισμός) δεν μπορεί να θεωρηθεί περιεχόμενος στον πρώτο περί αποκλειστικής υπαιτιότητας και για το λόγο αυτόν πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που τον συνιστούν, όπως τούτο επιβάλλεται από το πιο πάνω άρθρο 262 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 423/85, ΑΠ 446/2012, ΑΠ 53/2006).
Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο ότι παραβίασε, ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, γιατί απέρριψε ως μη νόμιμη την ένστασή τους περί συντρέχοντος πταίσματος των ήδη αναιρεσιβλήτων, εναγόντων, στην επέλευση και την έκταση της ζημίας τους, χαρακτηρίζοντας αυτή ως άρνηση της ένδικης αγωγής και επικουρικά, ότι παραβίασε, εκ πλαγίου την ίδια διάταξη, γιατί διέλαβε στη σχετική απορριπτική κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, κρίνεται απαράδεκτος. Ειδικότερα: α) Κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η επικαλούμενη, από τους ήδη αναιρεσείοντες, εναγομένους ένστασή τους, περί συντρέχοντος πταίσματος των αντιδίκων τους, όπως αυτή προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε, νόμιμα, στο Εφετείο, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που, κατά τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, την έκρινε μη νόμιμη, ως αποτελούσα άρνηση της ένδικης αγωγής.
Και, β) κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την επικαλούμενη, από τους αναιρεσείοντες, ένσταση ως μη νόμιμη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του κρίνεται αβάσιμος, καθόσον, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, που δέχθηκε ότι τα αναφερόμενα σ' αυτή (προσβαλλομένη), πραγματικά περιστατικά, ως ιστορούμενα, από τους ήδη αναιρεσείοντες, εναγομένους, προς θεμελίωση του επίμαχου ισχυρισμού τους, συνιστούν άρνηση της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 περ. α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δημιουργείται και όταν ο αυτοτελής ισχυρισμός, που συνιστά κατά τη διάταξη αυτή "πράγμα" και λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, δεν είχε επαναφερθεί κατά τρόπο παραδεκτό σε αυτό. Για τη νόμιμη επαναφορά του αρκεί, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, η επανυποβολή του με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τον περιέχουν, καθώς και η προσκόμιση επικυρωμένου αντιγράφου των προτάσεων αυτών, δεν θεωρείται δε νόμιμη επαναφορά του η ενσωμάτωση στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, με τις οποίες είχε προβληθεί ο ισχυρισμός πρωτοδίκως και η γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις με παραπομπή στους ισχυρισμούς που είχαν προβληθεί με αυτές. Η επιβαλλόμενη, όμως, με το ως άνω άρθρο 240 ΚΠολΔ ρύθμιση του τρόπου επαναφοράς "ισχυρισμών", όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, αφορά τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις, όχι δε και εκείνους που περιέχονται στην αγωγή.
Συνεπώς, για τη λήψη υπόψη από το Εφετείο ισχυρισμών περιεχομένων στην αγωγή, ως προς την οποία μεταβιβάσθηκε σ' αυτό η υπόθεση με έφεση του ενάγοντος ή του εναγομένου, σύμφωνα με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, δεν υφίσταται ανάγκη επαναφοράς τους από τον εκκαλούντα ή εφεσίβλητο ενάγοντα με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 1937/2009, ΑΠ 1328/2008). Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους στην αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων ισχυρισμούς τους περί δόλιας απόκρυψης εκ μέρους των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων, των πραγματικών ελαττωμάτων της ένδικης επιχείρησης, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον στην έκκλητη δίκη, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση, ως προς την ένδικη αγωγή και δη κατά το πρωτοδίκως απορριφθέν και αναιρετικώς ενδιαφέρον, μέρος της, με την έφεση των ήδη αναιρεσίβλητων. Συνακόλουθα, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την ανωτέρω πλημμέλεια, επικαλούμενοι, για τη θεμελίωσή του, ότι οι αντίδικοί τους δεν επανέφεραν στο Εφετείο, τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς τους, όπως ορίζει το άρθρο 240 ΚπολΔ, είναι αβάσιμος.
IV. Κατόπιν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλητων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλαν αυτοί, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 07-02-2019 αίτηση αναίρεσης της 4023/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει, συνολικά, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ