251/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/1/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/5/2018 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated251/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Full text
Απόφαση 251 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 251/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Ζ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νιζάμη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Χ. του Χ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπαλέρμπα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/1/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/5/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 19.05.2018 και με αριθμό κατάθεσης 21/20.06.2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 195/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί των ασκηθεισών από αμφοτέρους τους διαδίκους αντιθέτων εφέσεων κατά της 67/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 12.01.2011(με αριθμό κατάθεσης 137/04.04.2011)αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της(άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Παράνομη, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ενώ ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε (ΑΠ 864/2014, ΑΠ 137/2005).
Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει, είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, και που είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος (ΑΠ 292/2015).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις-εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως είναι η ψευδής καταμήνυση κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 229 ΠΚ ή η ψευδορκία μάρτυρα κατά την έννοια του άρθρου 224 ΠΚ, καθώς και όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 ΠΚ (ΑΠ 899/2011, ΑΠ 72/2004, ΑΠ 93/2004, ΑΠ 121/2012, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 882/2013, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ 1230/2014, ΑΠ 1750/2014, ΑΠ 726/2015).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτό αναίρεσης, καθώς και εκείνο του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξασφαλίζεται ο αναιρετικός έλεγχος των αποφάσεων του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής τούτων στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την, εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 899/2011, όπ.παραπ.).
Αντιφατικές δε αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως η διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 611/2019, ΑΠ 1266/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 195/ 2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "8.1.Οι διάδικοι που είναι αστυνομικοί, ο μεν ενάγων[και ήδη αναιρεσείων] Ζ. Μ. αστυνόμος Α' και συνδικαλιστής (Πρόεδρος της Ένωσης Αξιωματικών Θεσσαλίας)ο δε εναγόμενος [και ήδη αναιρεσίβλητος] Χ.
Γ. αστυφύλακας, υπηρετούσαν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα(3.2.2006 έως 29.3.2006), στο Αστυνομικό τμήμα της νήσου Σκιάθου, ο πρώτος ως διοικητής και ο δεύτερος ως μάχιμος αστυφύλακας απασχολούμενος κυρίως, σε εξωτερικές υπηρεσίες εποχούμενης περιπολίας. Στις 3.2.2006, ημέρα Παρασκευή, ο εναγόμενος που είχε υπηρεσία από 06.00' έως 14.00', διατάχθηκε να εκτελέσει μόνος του εξωτερική υπηρεσία εποχούμενης περιπολίας στην αστική και υπαίθρια περιοχή της νήσου Σκιάθου προς έλεγχο τυχόν παραβάσεων ΓΟΚ-ΚΟΚ και για την επιτήρηση ευπαθών στόχων (κοσμηματοπωλεία - τράπεζες κ.λ.π.).Περί ώρα 09.00' ο εναγόμενος αστυφύλακας περιπολώντας στην υπαίθρια περιοχή "..." …., κατέλαβε επ' αυτοφώρω τους α)Σ.
Ε., συνταξιούχο εργολάβο οικοδομών και τους β)K. V., γ)D. T. και )N. Z., αλβανικής υπηκοότητας εργάτες, να κατασκευάζουν, με εντολή του πολιτικού μηχανικού Α. Ν., εξωτερική τσιμεντένια σκάλα σε προϋπάρχουσα οικοδομή- εξοχική κατοικία, χωρίς οικοδομική άδεια. Ο εναγόμενος συνέλαβε τους προαναφερόμενους εργαζόμενους και τους προσήγαγε περί ώρα 09.45' στο ΑΤ Σκιάθου και αφού ενημέρωσε προφορικά τον Αξιωματικό υπηρεσίας και τον εναγόμενο διοικητή του Ζ.
Μ. σχετικά με το λόγο της προσαγωγής τους ήτοι για οικοδομικές εργασίες εξωτερικής κλίμακας χωρίς οικοδομική άδεια, αποχώρησε για τη συνέχιση της περιπολίας του σε εκτέλεση σχετικής εντολής του ενάγοντος διοικητή του. Ο αξιωματικός υπηρεσίας, αρχιφύλακας Α. Α., αφού εξακρίβωσε τα στοιχεία των προσαχθέντων, ζήτησε πληροφορίες από τον ημεδαπό προσαχθέντα σχετικά με την κατασκευή που πραγματοποιούσαν καθώς και με τον ιδιοκτήτη της οικοδομής, ο οποίος του απάντησε ότι οι εργασίες αφορούσαν την κατασκευή εξωτερικής τσιμεντένιας σκάλας αλλά δεν γνώριζε σχετικά με την οικοδομική άδεια και τα στοιχεία του ιδιοκτήτη.
Στη συνέχεια καταχώρησε ιδιόχειρα σε λευκό φύλλο χάρτου, πρόχειρα τα στοιχεία των προσαχθέντων και περιέγραψε την παράβαση σύμφωνα και με όσα προφορικά του είχε αναφέρει ο εναγόμενος και ο ημεδαπός προσαχθείς και συγκεκριμένα ότι ¨αυτοί(προσαχθέντες)είχαν προβεί σε εργασίες ήτοι κατασκευή κλίμακος 0,80 Χ 8 μέτρων σε ισόγειο προϋπάρχοντος κτιρίου διαστάσεων 22 Χ 9 μέτρων ιδιοκτησίας Α.
Ν. κατ. ….. για λογαριασμό Γερμανού υπηκόου¨ χωρίς να προβεί ούτε σε καταχώρηση του συμβάντος στο βιβλίο Αδικημάτων και Συμβάντων ούτε και σε οποιαδήποτε προανακριτική έκθεση για την παραπομπή των παραβατών στην αυτόφωρη διαδικασία που τηρείται συνήθως και ακολουθούνταν έως τότε σε παρόμοιες υποθέσεις, αναμένοντας προς τούτο τη σχετική εντολή του ενάγοντος διοικητή του.
Ο ενάγων εξέτασε ο ίδιος προφορικά τον ημεδαπό προσαχθέντα Σ. Ε., ο οποίος επανέλαβε τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του περί άγνοιάς του σχετικά τόσο με την ύπαρξη οικοδομικής άδειας, όσο και του ιδιοκτήτη αυτής, και τηλεφώνησε στον Α. προφανώς για να λάβει πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία του ιδιοκτήτη.
Στη συνέχεια διέταξε την αποχώρηση όλων των προσαχθέντων που πραγματοποιήθηκε τις πρώτες μεσημβρινές ώρες. Στην ενέργεια αυτή προήλθε ο ενάγων χωρίς να δώσει εντολή για περαιτέρω έρευνα προκειμένου να διαπιστωθεί αφενός η έκταση και το είδος των εκτελούμενων αυθαίρετων κατασκευών καθώς και η ύπαρξη ή μη οικοδομικής άδειας γι' αυτές αφετέρου χωρίς να εξακριβωθούν τα πλήρη στοιχεία του ιδιοκτήτη της.
Κυρίως όμως, χωρίς να προβεί στη σύλληψη των προσαχθέντων και τον σχηματισμό σχετικής δικογραφίας σε βάρος τους για παράβαση των διατάξεων ΓΟΚ, έστω και με τυχόν ελλιπή στοιχεία, σχετικά με την ταυτότητα του ιδιοκτήτη της οικοδομής προκειμένου να παραπεμφθούν με τη διαδικασία του αυτοφώρου στον αρμόδιο εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, ο οποίος και θα αποφάσιζε είτε την κράτηση και παραπομπή αυτών στο ακροατήριο του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου με την αυτόφωρη διαδικασία είτε την ελευθέρωσή τους και την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης προς ολοκλήρωση της δικογραφίας.
Ούτε ενημερώθηκε η πολεοδομία του νησιού. Ο εναγόμενος με το τέλος της βάρδιας του, περί ώρα 14.00', επέστρεψε στο ΑΤ Σκιάθου όπου πληροφορήθηκε από τον ως άνω αξιωματικό υπηρεσίας την αποχώρηση των προσαχθέντων με προφορική εντολή του ενάγοντος διοικητή του καθώς και την εντολή αυτού να υποβάλει σχετική μήνυση βάσει του φωτοαντιγράφου του ιδιόχειρου πρόχειρου σημειώματος που του εγχείρησε.
Όταν, αντιλαμβανόμενος ότι δεν ακολουθήθηκε η συνήθης νόμιμη διαδικασία του αυτοφώρου, ζήτησε να ενημερωθεί για το λόγο της αποχώρησης των υπ' αυτού προσαχθέντων αρχικά από τους συναδέλφους του, οι οποίοι με τη συμπεριφορά τους έδειχναν ότι υπήρξε διακριτική μεταχείριση των προσαχθέντων, ρώτησε τον ενάγοντα ο οποίος του απάντησε ¨να μην ασχολείσαι¨...
Τότε, φανερά εκνευρισμένος καθότι του δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι ο ενάγων, ως ανώτατος αστυνομικός, έχων υπηρετήσει επί σειρά ετών, σε επιτελικές θέσεις και παραλλήλως συνδικαλιστής αποφάσισε, παρά το νόμο, ευνοϊκά για τους προσαχθέντες, απεχώρησε από το ΑΤ Σκιάθου, χωρίς να υποβάλει την προβλεπόμενη μήνυση καθόσον δεν ανέγραψε σχετικά με την ως άνω παράβαση και προσαγωγή στην συντασσόμενη από τον ίδιο αναφορά περιπολίας και χωρίς να συντάξει δελτίο παράβασης γι' αυτή στο αστυνομικό του σημειωματάριο, όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 83 ΠΔ 141/91 και 12/93 κανονιστική πράξη).
Έκτοτε και έως το τέλος Μαρτίου 2006 ήτοι για χρονικό διάστημα 40 περίπου ημερών δεν υπήρξε καμία ενέργεια των διαδίκων σχετικά με το ζήτημα αυτό, με συνέπεια να μην έχουν ενημερωθεί σχετικά ούτε η εισαγγελική αρχή Βόλου ούτε η αρμόδια Πολεοδομική υπηρεσία Σκιάθου και έτσι να ματαιωθεί η δίωξη των υπευθύνων για παράβαση του περί αυθαιρέτων κατασκευών νόμου.
Όλα τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποδείχθησαν αληθή. Περί τα μέσα Μαρτίου 2006 ο ενάγων έδωσε εντολή στον εναγόμενο, μέσω του γραμματέα της υπηρεσίας αστυνόμου Ε., να προβεί σε υποβολή μήνυσης με ημερομηνία 3.2.2006 για το επίδικο περιστατικό, πλην όμως αυτός αρνήθηκε. Στις 26.3.2006, ημέρα Κυριακή, και ενώ ο εναγόμενος τελών σε άδεια (ρεπό), βρισκόταν σε καφετέρια του νησιού, του τηλεφώνησε ο ίδιος ο ενάγων και του ζήτησε να υποβάλει μήνυση.
Ο εναγόμενος του απάντησε με απαξιωτικό ύφος ¨τώρα δεν κάνω καμία μήνυση μετά από δύο μήνες. Εγώ έφερα τα άτομα αυτόφωρο στο τμήμα και εσύ τα άφησες. Δεν με νοιάζει για τίποτε. Με παίρνεις τηλέφωνο, ενώ γνωρίζεις ότι έχω ρεπό και ξεκουράζομαι. Αυτή τη στιγμή πίνω καφέ. Ποιος είσαι εσύ που μου χαλάς το ρεπό της Κυριακής μου¨.
Στις 27.3.2006 πρωινές ώρες ο ενάγων κάλεσε τον εναγόμενο υφιστάμενό του στο γραφείο και προκειμένου να τον πείσει για την αναγκαιότητα της εκ μέρους του υποβολής της μήνυσης για το περιστατικό αυτό, απευθύνθηκε σ' αυτόν με εκφράσεις αρχικά φιλικού περιεχομένου όταν όμως αντιλήφθηκε ότι δεν τον έπεισε, απώλεσε την ψυχραιμία και με την υπεροχή του προϊσταμένου, σε υψηλούς τόνους, με φράσεις προσβλητικές το ακριβές περιεχόμενο των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να αποσαφηνιστεί, προσπάθησε να κάμψει την αρνητική στάση του εναγομένου χωρίς όμως αποτέλεσμα, διότι ο εναγόμενος άνοιξε την πόρτα και έφυγε από το γραφείο του διοικητή του.
Το απόγευμα της επόμενης ακριβώς ημέρας, 28.3.2006, ο ενάγων κάλεσε και πάλι, περί ώρα 19.30', στο γραφείο του στο Α.Τ., τον εναγόμενο και επανέλαβε την με το ως άνω περιεχόμενο εντολή του επιμένοντας φορτικά επί αρκετού χρόνου. Ο εναγόμενος αρνήθηκε και πάλι λέγοντας ¨Εγώ δεν κάνω καμία μήνυση και κάνε με ότι θέλεις¨ ενώ ο ίδιος του ανταπάντησε οργισμένος ¨Εγώ είμαι ο διοικητής σου, θα σου παίζω το βιολί και θα χορεύεις¨, όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος ο ενάγων.
Το βράδυ της ίδιας ημέρας ο εναγόμενος τηλεφώνησε στον Αστυνομικό Διευθυντή Μαγνησίας και ανέφερε προφορικά τόσο για το από 3.2.2006 περιστατικό όσο και για τη συμπεριφορά του ενάγοντος διοικητή του. Στις 29.3.2006 και περί ώρα 19.00' ο ενάγων κάλεσε, εκ νέου, στο γραφείο του στο ΑΤ Σκιάθου, τον εναγόμενο και του συνέστησε να συμμορφωθεί στην εντολή του πλην όμως και πάλι αυτός αρνήθηκε απαντώντας του ¨Εγώ τώρα δεν κάνω μήνυση, πέρασε τόσος καιρός και τώρα το θυμήθηκες¨.
Την ίδια ημέρα (29.3.2006) και περί ώρα 20.30' ο εναγόμενος τηλεφώνησε στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων και κατήγγειλε τον ενάγοντα. Στις 31.3.2006 ο ενάγων, έχοντας πληροφορηθεί προφανώς την σε βάρος του καταγγελία από τον εναγόμενο στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων, μετέβη με τον αστυφύλακα υπηρεσίας Κ. Ν., για επανέλεγχο της εν λόγω οικοδομής-εξοχικής κατοικίας όπου και διαπίστωσαν αυθαίρετη κατασκευή με την μορφή της προσθήκης κτίσματος, εμβαδού 60 τμ περίπου, χωρίς την παρουσία εργαζομένων και πληροφορήθηκαν τα στοιχεία του ιδιοκτήτη της εν λόγω κατοικίας, από τον πολιτικό μηχανικό Α.
Ν. ο οποίος τους έδωσε και αντίγραφο παλαιάς, από 8.11.1966 με αριθ. 866 οικοδομικής άδειας, που αφορούσε την εν λόγω εξοχική οικία. Επρόκειτο για τον γερμανό υπήκοο W. A. ο οποίος είχε αναθέσει την κατασκευή της εξοχικής αυτής οικίας στον ως άνω πολιτικό μηχανικό. Για την παράβαση αυτή του ΓΟΚ συντάχθηκε η από 31.3.2006 μήνυση του αστυφύλακα υπηρεσίας Κ.
Ν., η οποία υποβλήθηκε στις 4.4.2006 στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου και κοινοποιήθηκε στην πολεοδομία Σκιάθου. Στην ως άνω υποβλητική αναφορά-μήνυση δεν αναφέρονταν οι από 3.2.2006 αυθαίρετες εργασίες οι οποίες γνωστοποιήθηκαν με προσωπική αναφορά του ίδιου του ενάγοντα που συσχετίστηκε με την ως άνω υποβλητική αναφορά του ΑΤ Σκιάθου, στις 27.6.2006.
Επίσης υποβλήθηκε για συσχέτιση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου και η από 14.4.2006 πραγματοποιηθείσα αυτοψία από την πολεοδομία Σκιάθου για την οποία συντάχθηκαν οι υπ' αριθ. …/2006 και ../2006 εκθέσεις αυτοψίας σύμφωνα με τις οποίες διαπιστώθηκαν αυθαίρετες κατασκευές επιφανείας περί των 200 τμ, οι οποίες έλαβαν χώρα μετά την έκδοση και εκτός του πεδίου της ως άνω παλαιάς οικοδομικής άδειας, η οποία προέκυψε ότι ήταν νοθευμένη καθόσον δεν ανταποκρίνονταν με το πρωτότυπο που τηρούνταν στο αρχείο της πολεοδομίας Σκιάθου.
Από αυτά 60 τμ περίπου κτίστηκαν, χωρίς άδεια, το χρονικό διάστημα μεταξύ του πρώτου (3.2.2006) και του τελευταίου ελέγχου (τέλη Μαρτίου 2006) και τη διενέργεια της αυτοψίας (14.4.2006). Συνεπεία όλων αυτών: α) σχηματίστηκε δικογραφία σε βάρος του ενάγοντος, κατόπιν της από 4.4.2006 έγγραφης παραγγελίας του εποπτεύοντος τη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων, εισαγγελέα εφετών, για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης η οποία υποβλήθηκε στη συνέχεια στις 14.5.2006 στην εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου.
Με την υπ' αριθ. 65/2008 πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας ο ενάγων παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας για να δικασθεί για τα αδικήματα της υπόθαλψης εγκληματία και ελευθέρωσης κρατουμένου (αφορά άλλα πρόσωπα και αυτά των προσαχθέντων). β)Διατάχθηκε η διενέργεια ΕΔΕ προς απόδοση πειθαρχικών ευθυνών των διαδίκων.
Εκδόθηκε το από 13.11.2006 πόρισμα με τη σύμφωνη γνώμη του Α.Δ. Μαγνησίας, σύμφωνα με το οποίο ο ενάγων παραπέμφθηκε στο Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Αστυνόμων με το ερώτημα της ποινής της αργίας με απόλυση για βαριά παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος από πρόθεση, ανεπαρκή έλεγχο υφισταμένων, πλημμελή διαχείριση πειθαρχικής διαδικασίας και ανάρμοστη συμπεριφορά σε υφιστάμενό του.
Στον εναγόμενο επιβλήθηκε η κατώτερη πειθαρχική ποινή του προστίμου για μη πλημμελή άσκηση καθηκόντων, μη σύνταξη βεβαίωσης για την από 3.2.2006 παράβαση την οποία υπέβαλε καθυστερημένα στις 11.7.2006 καθώς και για ανάρμοστη συμπεριφορά σε προϊστάμενό του. Η περαιτέρω εξέλιξη της πειθαρχικής διαδικασίας δεν αποδείχθηκε.
γ)Παραπέμφθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σκιάθου να δικασθεί ο ιδιοκτήτης της οικοδομής, ο γερμανός υπήκοος W. A., ως υπαίτιος του ότι στις 31.3.2006 διαπιστώθηκε ότι προέβη σε αυθαίρετη κατασκευή επιφανείας 60 τμ (με τσιμέντα και τούβλα σοβατισμένο)σε προϋπάρχον οίκημα, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής κατά παράβαση του άρθ.27 παρ. 8 Ν. 1337/83 ως τροποποιήθηκε και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Επί αυτής δεν προκύπτει η έκδοση αποφάσεως. 8.2. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου την από 13.7.2006 έγκληση κατά του ενάγοντος αποδίδοντάς του τα αδικήματα της εξυβρίσεως, απειλής και παράνομης κατακράτησης εκθέτοντας τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ότι τα τέσσερα άτομα που συνέλαβε εκτελούσαν οικοδομικές εργασίες ¨350 τμ άνευ της απαιτούμενης άδειας¨ ότι αμέσως ενημέρωσε το τηλεφωνικό κέντρο ΑΤ Σκιάθου και ¨ανέγραψα επί τόπου τα σχετικά στοιχεία και συνέταξα το αποδεικτικό διακοπής των οικοδομικών εργασιών της οικοδομής του Γερμανού υπηκόου Β.
A.¨ και παρέδωσε αυτούς και το συνταχθέν υπ' αυτού αποδεικτικό στον αξιωματικό υπηρεσίας του ΑΤ Σκιάθου. Ότι ¨ο διοικητής μου κ. Μ. Ζ. επέδειξε ενδιαφέρον ύποπτον περί της όλης υποθέσεως, με διέταξε να μην υποβάλω μήνυση¨ αλλά να αναχωρήσει ¨εκ νέου για περιπολία καθώς και ότι όταν ζήτησε από τον ενάγοντα να πληροφορηθεί το λόγο για τον οποίο αφέθηκαν ελεύθεροι οι συλληφθέντες και δεν τους οδήγησε στο αυτόφωρο και δεν τον άφησε να υποβάλλει μήνυση του απάντησε έντονα ¨έπεσε τηλέφωνο από πάνω και τους έδιωξα¨ και ¨που είσαι μην ξανασχοληθείς με την υπόθεση¨.
Ότι στις 27.3.2006 ο ενάγων τον κάλεσε στο γραφείο του και όταν αρνήθηκε να υποβάλει μήνυση με ημερομηνία 3.2.2006 άρχισε να τον βρίζει και να τον απειλεί ¨λέγων ότι θα με τινάξει στον αέρα και άλλα τοιαύτα και εγώ μη δυνάμενος να ανθέξω την πίεσιν εξήλθον του γραφείου του, όπου με είχε εγκλωβίσει και κλείσει την θύραν¨.
Ακολούθως αποδίδει στον ενάγοντα ότι του φερόταν σκαιώς προκειμένου να τον αναγκάσει να υποβάλει τη μήνυση ¨διότι είχε διαδοθεί ότι τα πήρε όπως μου λέγει και δεν δύναται να κάνει αλλιώς¨ ότι στις 28.3.2006 ο ενάγων τον επέπληξε και του απαγόρευσε να εξέλθει από το ΑΤ και όταν του ζήτησε να μεταβεί στην οικία του διότι ο γιός του ήταν ασθενής ο ενάγων του απάντησε ¨δεν με νοιάζει για τα προβλήματά σου και δε πρόκειται βγεις από δω παρά μόνο όταν θέλω εγώ¨ καθώς και ότι ¨ εγώ είμαι ο αστυνόμος και θα σου παίζω το βιολί και συ θα χορεύεις¨.
Ότι στις 29.3.2006 όταν ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι δεν θα υποβάλλει μήνυση και να μην τον πιέζει του απάντησε ¨δεν έχεις καταλάβει με ποιόν έχεις μπλέξει, θα σε κρατήσω κρατούμενο εδώ στο τμήμα γιατί με απείλησες¨ γεγονός, όπως ισχυρίζεται, ότι ουδέποτε έπραξε και όταν του απάντησε ότι έχει έγγραφα που αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του έλαβε την απάντηση ¨βάλτα στον κώλο σου τα χαρτιά και τράβα όπου γουστάρεις δε κατάλαβες ότι θα σε γαμήσω ρε μαλάκα¨.
Για τα αποδιδόμενα με την έγκληση αυτή στον ενάγοντα αδικήματα δεν παραπέμφθηκε να δικαστεί προφανώς λόγω εκπροθέσμου, κατ' άρθρ. 117 παρ.1 ΠΚ, υποβολής της έγκλησης (2.3.2006 οι πράξεις, κατάθεση έγκλησης 13.7.2006). Παραπέμφθηκε όμως και δικάστηκε για τα προαναφερόμενα αδικήματα,(υπόθαλψη εγκληματία-ελευθέρωση κρατουμένου)ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά τη συνεδρίαση της 18.12.2009 όπου κατέθεσε, ως μάρτυρας, ενόρκως, ο εναγόμενος ο οποίος επανέλαβε με διαφορετικές εκφράσεις τα όσα ιστορεί στην έγκλησή του.
Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1729/2009 απόφαση με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος με το σκεπτικό ότι δεν ¨θεμελιώθηκε η υποκειμενική υπόσταση¨ των αποδιδομένων σ' αυτόν αδικημάτων. Αλλά και ο ενάγων άσκησε την από 1.3.2007 έγκλησή του σε βάρος του εναγομένου για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, αποδίδοντάς του ότι η από 13.7.2006 έγκληση του εναγομένου ήταν ψευδή, υποβλήθηκε εν γνώσει της αναλήθειάς της, με σκοπό να τον εμφανίσει ως άτομο αλλά και ως αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας χαμηλού ηθικού επιπέδου αφετέρου να προκαλέσει την κίνηση σε βάρος του ποινικής και πειθαρχικής δίωξης.
Με την υπ' αριθ. 1511/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου ο εναγόμενος κηρύχθηκε αθώος, διότι το Δικαστήριο δεν πείσθηκε για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις διότι έκρινε ότι πολλά από τα γεγονότα ήταν αληθινά και τα υπόλοιπα αποτελούν κρίσεις και προσωπικές εκτιμήσεις του. Μετά ταύτα ο ενάγων άσκησε την κριθείσα πρωτοδίκως με την εκκαλουμένη απόφαση αγωγή του, με την οποία ισχυρίζεται, ότι η προαναφερόμενη έγκληση του εναγομένου ήταν ψευδής και ο τελευταίος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς της.
Ισχυρίζεται ακόμη ότι με την υποβολή της ο τελευταίος έχει υποπέσει στο αδίκημα της ψευδούς του καταμήνυσης και με την ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου στις 18.12.2009 διέπραξε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα και έχει προσβάλλει την τιμή και υπόληψή του ως τίμιου Αστυνομικού επηρεάζοντας δυσμενώς την υπηρεσιακή του εξέλιξη.
Από τα αναφερόμενα στην έγκληση του εναγομένου γεγονότα τα υπό στοιχ.8.1 αποδείχθηκαν αληθινά, ενώ τα επί μέρους γεγονότα ήτοι ότι ο ενάγων του είπε ¨έπεσε τηλέφωνο από πάνω και τους έδιωξα¨ και ¨που είσαι μην ξανασχοληθείς με την υπόθεση¨, ¨έπνιξε την υπόθεση¨ και τα αποδιδόμενα στον ενάγοντα στις 27.3.2006 και στις 29.3.2006 ως ύβρεις και απειλές, δεν αποδείχθηκαν.
Τα χωρία της έγκλησης τα αναφερόμενα στους τρόπους πίεσης του ενάγοντα από τον εναγόμενο προκειμένου να προβεί στη μήνυση-καταχώριση του περιστατικού (αρχικά φιλικό ύφος στη συνέχεια με ύβρεις και απειλές και περί κατακράτησής του)καθώς και όσα αναφέρονται σχετικά με το ¨ύποπτο ενδιαφέρον¨ του ενάγοντα, την ¨σκιώδη¨ και πιεστική συμπεριφορά του και τον εγκλωβισμό του, αποτελούν προσωπικές αξιολογικές κρίσεις του εναγομένου και όχι γεγονότα πρόσφορα στη συγκεκριμένη περίπτωση να προκαλέσουν την ποινική ή πειθαρχική δίωξη του ενάγοντα.
Σε κάθε περίπτωση από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων δεν αποδείχθηκε η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του εναγομένου το οποίο είναι απαραίτητο για τη διάπραξη του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκία μάρτυρα κατ' άρθρα 229, 224-225 ΠΚ. Συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι αυτός υπέβαλε την έγκληση κατά του ενάγοντος και κατέθεσε σχετικά ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας γνωρίζοντας πως όσα του απέδιδε ήταν ψευδή.
Διότι ανεξαρτήτως από τη γραμματική διατύπωση του εναγομένου, για τον οποίο ο ίδιος ο ενάγων διατείνεται ότι έχει πολύ περιορισμένες γνώσεις(¨δεν γνωρίζει ούτε καν στοιχειωδώς ορθογραφία και συντακτικό της ελληνικής γλώσσας-υπέβαλε ασυμπλήρωτο δελτίο αναφοράς-περιπολίας¨ βλ. σελ 25 πειθαρχικού πορίσματος), από το σύνολο του περιεχομένου της έγκλησης που αποτελεί και το περιεχόμενο της αγωγής, σε συνδυασμό με το σύνολο των ισχυρισμών που αποδίδει στον ενάγοντα και τα οποία αποδείχθηκαν ως αληθή, η χρήση των ως άνω φράσεων οφείλεται στην προσωπική του αντίληψη και στον κλονισμό της εμπιστοσύνης του εγκαλούντος-εναγομένου στο πρόσωπο του ενάγοντα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έως τότε για τις συναφείς υποθέσεις ακολουθούνταν η διαδικασία της παραπομπής των προσαχθέντων στην αρμόδια Εισαγγελική αρχή.
Εξάλλου το πραγματικά ουσιώδες περιεχόμενο της έγκλησης του εναγομένου αλλά και η μη τήρηση της δέουσας διαδικασίας, η νομότυπη σύλληψη των προσαχθέντων, ο μη σχηματισμός σχετικής δικογραφίας για παράβαση των διατάξεων ΓΟΚ και η μη παραπομπή τους στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου ο οποίος και ήταν αρμόδιος να αποφασίσει γι' αυτούς, όπως και η μη ενημέρωση της αρμόδιας Πολεοδομικής υπηρεσίας με αποτέλεσμα την ματαίωση της δίωξης των υπευθύνων(εργατών - ιδιοκτήτη)αλλά και τη συνέχιση εκτέλεσης και άλλων αυθαίρετων κατασκευών στην εν λόγω εξοχική οικία το χρονικό διάστημα μεταξύ του πρώτου και του τελευταίου ελέγχου.
Επομένως η αγωγή, η οποία στηρίζεται, σε τέτοια παράνομη προσβολή με τη συμμετοχή του ενάγοντα στα ποινικά αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης-ψευδορκίας μάρτυρα και της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου γνωρίζοντας και αποδεχόμενος την αναλήθειά τους (άρθρ. 920 ΑΚ), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Ο ενάγων δεν περιέλαβε στην αγωγή του βάση περί υπαίτιας άγνοιας του εναγομένου και συγκεκριμένα βάση στηριζόμενη σε προσβολή της προσωπικότητάς του από αμέλεια του. Και αν όμως είχε γίνει δεκτό ότι στην αγωγή του περιλαμβανόταν και τέτοια βάση, και αυτή θα απερρίπτετο ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού, υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε πως ο εναγόμενος δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει ένας μέσος συνετός εγκαλών αστυνομικός και πως υπέβαλε την έγκλησή του αγνοώντας από αμέλεια ότι οι περιλαμβανόμενοι σε αυτήν ισχυρισμοί του ήταν αναληθείς...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε εκδοθεί ερήμην του και την εξαφάνισε, απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων, εναντίον του για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ένεκα της φερόμενης διαπραχθείσας σε βάρος του αδικοπραξίας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914, 932, 57, 59 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την έλλειψη υπαίτιας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου με την οποία φέρεται ότι προσβλήθηκε η προσωπικότητα του αναιρεσείοντος και ειδικότερα, δεχόμενο ότι δεν καταμηνύθηκε εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου εν γνώσει του ψεύδους, καθώς και ότι τα όσα εξέθετε ο αναιρεσίβλητος στην επίδικη έγκλησή του και αναφέρονταν στους τρόπους πίεσής του από τον αναιρεσείοντα και στους σχετικούς χαρακτηρισμούς του, συνιστούσαν αξιολογικές κρίσεις και προσωπικές του γνώμες που δεν αποσκοπούσαν σε εξύβριση αυτού (αναιρεσείοντα) και συνεπώς δεν προσέβαλλαν την προσωπικότητα του, δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος, ενώ δεν απαιτείτο εκ μέρους του δικαστηρίου η έρευνα για έλεγχο τυχόν αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου, εφόσον αυτή δεν αποτελούσε στοιχείο της αγωγής του αναιρεσείοντος (ΑΠ 611/2019).
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του λόγου του αναιρετηρίου, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν το άνω απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914, 932, 57, 59 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του ως άνω λόγου του αναιρετηρίου, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Εξάλλου ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά την περιλαμβανόμενη σ' αυτόν αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης δόλιας προαίρεσης του αναιρεσιβλήτου να καταμηνύσει ψευδώς τον αναιρεσείοντα με σκοπό την καταδίωξή του για τα αδικήματα της υπόθαλψης εγκληματία-ελευθέρωσης κρατουμένου και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσιβλήτου και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το ότι ο αναιρεσίβλητος γνώριζε την αναλήθεια των ισχυρισμών του που περιελήφθησαν στη μήνυσή του σε βάρος του και στις αναφορές του και ενήργησε με σκοπό να προσβάλει την τιμή και την υπόληψή του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της και με αυτόν πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.5.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 195/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ