251/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated251/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-12-2015 αίτησή του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 251 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 251/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μανιάτη.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων ο δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, λόγω αδυναμίας προσέλευσης στο ακροατήριο του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου που χειρίζεται την υπόθεση.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά του Προεδρεύοντός του απέρριψε το αίτημα αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 268/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 375/2013 του Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 28-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ’ ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ’ ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ’ όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:
α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.
δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ο νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".
Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ’ αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.
Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.
Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος με σειρά αποφάσεών του έχει δεχθεί ότι, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε.
σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.
Γίνεται ωστόσο δεκτό ότι βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής (ΑΠ 1177/2017, 391/2017, 392/2017, 393/2017, 394/2017, 1247/2015, 434/2015, 175/2015, 1898/2014, 2284/2009).
Αντιθέτως, με σειρά άλλων αποφάσεών του ο Άρειος Πάγος έχει δεχθεί ότι, εφόσον στον Κ.Ε.Δ.Ε. δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο ή να παρατίθενται αναλυτικά σ’ αυτή τα μερικότερα ποσά της οφειλής ή η αιτιολογία τους, αρκεί το Δημόσιο να προσκομίσει τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, οπότε παρέχεται στον μεν οφειλέτη η δυνατότητα αμφισβητήσεως της οφειλής του στη σχετική δίκη, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της (ΑΠ 273/2016, 340/2017, 341/2017, 342/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Ιωαννίνων δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "...." είχε απαίτηση σε βάρος του ανακόπτοντος (και ήδη αναιρεσίβλητου) από σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, μετά δε τη συγχώνευση λόγω απορρόφησης της ανωτέρω Τράπεζας από την Τράπεζα "...
AE", η τελευταία εκχώρησε στο Δημόσιο την απαίτησή της από τη σύμβαση αυτή. Συγκεκριμένα, η "... AE" με το από 10-4-2006 έγγραφό της, που επιδόθηκε στον ανακόπτοντα στις 19-5-2006, του γνωστοποίησε ότι εκχώρησε στο καθού Ελληνικό Δημόσιο (και ήδη αναιρεσείον) την ανωτέρω απαίτηση εναντίον του, πηγάζουσα από τη σύμβαση πιστώσεως, συνολικού ποσού 173.624,88 ευρώ, πλέον τόκων από 25-9-2002.
Με βάση την ως άνω εκχώρηση το καθού προέβη, μέσω της Α’ ..., στην έκδοση της υπ’ αριθμ. .../29-9-2006 ταμειακής βεβαίωσης του ανωτέρω εκχωρηθέντος ποσού πλέον προσαυξήσεων. Εντούτοις, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση σε αυτήν αναγράφεται μόνο το συνολικό ποσό της βεβαιωθείσης σε βάρος του ανακόπτοντος οφειλής, ήτοι 270.028,54 ευρώ, η ημερομηνία και η αιτία της οφειλής (εκχωρήσεις απαιτήσεων δανείων ...), χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό, παρότι, σύμφωνα με την αναγγελία η απαίτηση αφορούσε κεφάλαιο ποσού 173.624,88 ευρώ, πλέον τόκων από 25-9-2002.
Δεν γίνεται δηλαδή στην ταμειακή βεβαίωση, όπως θα έπρεπε για το ορισμένο και σαφές αυτής, διαχωρισμός στα αντίστοιχα κονδύλια κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους, τόκους υπερημερίας, τόκους τόκων και λοιπά έξοδα, ... ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής από τον ανακόπτοντα αλλά και από το δικαστήριο.
Η ασάφεια και αοριστία αυτή δεν αίρεται από άλλα έγγραφα, που έχουν κοινοποιηθεί στον ανακόπτοντα, ... καθόσον το μόνο τέτοιο έγγραφο είναι η σχετική "αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεων" της τράπεζας "... AE", στην οποία το μόνο που αναφέρεται είναι η ημεροχρονολογία της εκχώρησης και το ποσό της εκχωρούμενης απαίτησης, χωρίς διάκριση σε κεφάλαιο και τόκους ή αναλυτικό προσδιορισμό τόκων ή επιτοκίων ή λοιπών προσαυξήσεων.
Από την ατελή όμως και αόριστη ως άνω περιγραφή των ένδικων απαιτήσεων, ο ανακόπτων υφίσταται βλάβη, συνιστάμενη στην αδυναμία του να ελέγξει το ακριβές ύψος της οφειλής του και να αποκρούσει αυτήν, η βλάβη δε αυτή δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της αόριστης αυτής ταμειακής βεβαίωσης".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και κατ’ αποδοχή της ανακοπής του αναιρεσίβλητου είχε ακυρώσει για το λόγο αυτό την ταμειακή βεβαίωση.
Το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζει ότι το Εφετείο εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) και 61 του π.δ. 16/1989, δεδομένου ότι από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει με σαφήνεια το είδος του εσόδου (εκχωρήσεις από απαιτήσεις δανείων της ...), η αιτία της οφειλής (πίστωση αλληλόχρεου λογαριασμού), ενώ αναφέρεται και το συνολικό ύψος της οφειλής, τα δε επιμέρους κονδύλια του χρέους (κεφάλαιο, χρεολύσιο, τόκοι υπερημερίας και λοιπές επιβαρύνσεις) προκύπτουν από το χρηματικό κατάλογο και τα συνοδευτικά αυτού έγγραφα, και συνεπώς ο μεν αναιρεσίβλητος - οφειλέτης είχε τη δυνατότητα αμφισβητήσεως της οφειλής του στη σχετική δίκη, το δε δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δημιουργείται ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση αλλά μεγάλο αριθμό υποθέσεων με παρόμοιο αντικείμενο. Με τα δεδομένα αυτά, ενόψει του ότι πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, πρέπει, με ομόφωνη απόφαση του παρόντος τμήματος να παραπεμφθεί το ζήτημα στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β’ ΚΠολΔ και 23 παρ. 1 και 2 εδ. γ περ. β’ του κυρωθέντος με το ν. 1756/1988 "Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το αναφερόμενο στο σκεπτικό ζήτημα, και ειδικότερα, κατά πόσον η ταμειακή βεβαίωση και η συναφής προς αυτήν ατομική ειδοποίηση, που επιδίδεται στον οφειλέτη του Δημοσίου, στην οποία αναγράφεται μόνο το συνολικό ποσό οφειλής, χωρίς περιγραφή αυτής, ήτοι χωρίς αναγραφή της αιτίας αυτής, αλλά και χωρίς να γίνεται διαχωρισμός κατά κεφάλαιο, συμβατικούς τόκους, τόκους υπερημερίας, τυχόν ανατοκισμό τόκων και προσαυξήσεων, όπως και τυχόν άλλων εξόδων, για να είναι ορισμένη πρέπει τα στοιχεία αυτά να γνωστοποιούνται στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής εκ μέρους του, αλλά και από το δικαστήριο, στην περίπτωση, που ο οφειλέτης αμφισβητήσει το ποσό αυτό, ή αντιθέτως αρκεί το Δημόσιο να προσκομίσει τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, οπότε παρέχεται στον μεν οφειλέτη η δυνατότητα αμφισβητήσεως της οφειλής του στη σχετική δίκη, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 1 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ