251/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated251/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δικηγόρων. Επομένως, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, δια της εσφαλμένης εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρ. 9 Ν. 2730/1999, η οποία κατά την άποψη της αναιρεσείουσας δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, και δια της μη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρ. 18 § 4 του Ν. 2882/2001 σε συνδυασμό προς τις ανωτέρω διατάξεις του Κώδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 251 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 251/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε η νόμιμη εκπρόσωπός της Ε. Κ. με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κανδαράκη.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ’ ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2003 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 19-5-2003 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας και άλλων φυσικών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις αιτήσεις, ανταιτήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις φυσικών προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 2568/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε μεταξύ άλλων και η ήδη αναιρεσείουσα, με την από 19-7-2004 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1335/ 2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Ακολούθως εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1120/2006 και 7063/2006 μη οριστικές και 4782/2008 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 31-7-2009 ένδικη αίτησή της.
Εκδόθηκε η 826/2011 απόφαση του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Εκδόθηκε η 2/2015 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον παραπεμφθέντα σ’ αυτή πρώτο λόγο της από 31-7-2009 αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4782/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και ανέπεμψε την υπόθεση στο Δ’ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθούν και οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε να αποφασίσει με την παραπεμπτική του απόφαση. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 2-11-2015 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 1-9-2010 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτου και ήδη Προέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θάνου - Χριστοφίλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4782/ 2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας - καλούσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου - καθ’ ου η κλήση την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 2-11-2015 (αρ. κατ. 31/2015) κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα εισάγονται στο Τμήμα αυτό (άρθρ. 580 παρ. 3 περ. γ, δ και παρ. 5 ΚΠολΔ και αυτές, σε συνδυασμό 568 ΚΠολΔ) οι, 1ος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, 2ος και 3ος από το άρθρο 559 αρ. 1, 11 περ. γ και 19 του ΚΠολΔ, λόγοι της από 31-7-2009 (αρ. κατ. ...2009) αίτησης αναίρεσης της καλούσας - αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αρ. 4782/2008 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ’ αρ. 826/2011 απόφασης του Δ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε στην πλήρη Ολομέλεια ο 1ος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο οποίος τελικά απορρίφθηκε με την υπ’ αρ. 2/2015 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας και αναπέμφθηκε στη συνέχεια, η υπόθεση στο παρόν Δ’ Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθούν και οι ως άνω λοιποί αναιρετικοί λόγοι.
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), σχετικά με τον καθορισμό της τιμής μονάδος απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ορίζονται τα εξής: 1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και n πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Περαιτέρω στο εδάφιο γ’ της παραπάνω διάταξης παρατίθενται ενδεικτικά τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και άρα το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη οποιοδήποτε άλλο κριτήριο, μεταξύ των οποίων και τις υπάρχουσες στον ανωτέρω χρόνο οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο το Δικαστήριο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη -άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ - (ΑΠ 539/2015).
Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται η ανωτέρω ουσιαστική διάταξη νόμου, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 558/2014, πρβλ.
επίσης, ΑΠ 1016/2015, ΑΠ 2126/2014, ΑΠ 130/2010 ΑΠ 600/2010). Περαιτέρω το άρθρο 13 του Ν. 2882/2001 ορίζει στην παρ. 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση.
Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-1-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.
Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός της περιουσίας του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου του και, επομένως, η περιουσία του θα παρέμενε, χωρίς αποκατάσταση (Ολ.ΑΠ 31/2005, ΑΠ 423/2016 πρβλ. επίσης, ΑΠ 274/2016, ΑΠ 1215/2012). Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, πρβλ.
επίσης, ΑΠ 349/2014 ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013). Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 4782/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την αιτίαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με ευθεία παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου περί σεβασμού της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, των άρθρων 13 παρ. 1 και 4 του Ν. 2882/2001- ΚΑΑΑ και του ΠΔ 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/1985), διότι προσδιόρισε την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και του εναπομείναντος τμήματος ως εκτός σχεδίου και όχι ως εντός σχεδίου πόλης, κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, με αποτέλεσμα η αποζημίωση, που καθορίσθηκε να μην είναι πλήρης.
Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από τις σελίδες 7α και 15α αυτής προκύπτει ότι το Εφετείο δέχεται ότι η απαλλοτριούμενη έκταση βρίσκεται στην εκτός σχεδίου πόλης περιοχή του Δήμου ... και της Κοινότητας ... και εφάπτεται της Λ. ... και ότι το εναπομένον, εκτός απαλλοτρίωσης, ακίνητο, έκτασης 8.097,96 Μ2, εξακολουθεί να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, κατά παρέκκλιση, με βάση το ΠΔ 24/1985, εφόσον δεν είχε εξαντληθεί πριν από την απαλλοτρίωση ο συντελεστής δόμησης (βλ.
σελ. 9α της προσβαλλόμενης απόφασης) και προσδιόρισε την αξία των απαλλοτριουμένων τμημάτων στις ΚΠ ... ιδιοκτησίες σε 220 ευρώ/Μ2 εδάφους, με κρίσιμο χρόνο την 18-10-2005. Επίσης, το Εφετείο ως συγκριτικά στοιχεία έλαβε, εκτός άλλων, που ειδικά μνημονεύει και τις υπ’ αρ. 4151/2004 και 73/2004 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, τις οποίες επίσης, μνημονεύει στις σελίδα 16α και β αυτού, με τις οποίες καθορίστηκε αξία για ακίνητα εντός σχεδίου του Δήμου ...
και στο κέντρο της ..., αντίστοιχα, σε 320-500 και 380 ευρώ/Μ2, δηλαδή διαφορετικές περιοχές σε σχέση με τις ένδικες ιδιοκτησίες. Σύμφωνα όμως, με όσα έχουν προεκτεθεί, τα διαγραφόμενα από το άρθρο 13 ΚΑΑΑ κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου, κατά τον κρίσιμο χρόνο και συνεπώς, αν το Δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή λάβει άλλα τέτοια, όπως συνέβη στην ένδικη υπόθεση, δεν παραβιάζει τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις για τις οποίες αιτιάται η αναιρεσείουσα, εφόσον μπορεί να στηρίξει την κρίση του σε κάθε πρόσφορο μέσο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως.
Συνεπώς ο 1ος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι προβάλλεται και απαράδεκτα, διότι η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλήττει την ανέλεγκτη περί της ουσίας των πραγμάτων κρίση του Εφετείου ως προς την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 845/ 2012, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1351/2011, ΑΠ 479/2009, ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι το Εφετείο κρίνοντας ότι το ακίνητο εξακολουθεί να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 (ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω ουσιαστικών διατάξεων του 1ου αναιρετικού λόγου), με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση ακίνητο, έκτασης 8.097,96 Μ2 με το επ’ αυτού κτίριο του εργοστασίου συσσωρευτών υποβιβάστηκε κατά 3,5 μέτρα, ως προς τη Λεωφόρο ... και συνεπώς, (κατά την άποψη της αναιρεσείουσας), κατέστη άχρηστο για τον προορισμό, που είχε πριν από την απαλλοτρίωση, καθώς επίσης ότι το Εφετείο εσφαλμένα και αναιτιολόγητα δέχεται ότι η αξία του εναπομείναντος ακινήτου εδάφους και κτισμάτων μειώθηκε σε ποσοστό 5%.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Με την από 14-6-2002 Πράξη νομοθετικού περιεχομένου του Προέδρου της Δημοκρατίας, που εκδόθηκε έπειτα από σχετική πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την εκτέλεση του Ολυμπιακού έργου της μαραθώνιας διαδρομής και συγκεκριμένα για τη διάνοιξη - διαπλάτυνση της Λεωφ. ...
στο τμήμα Ε από τη χ.θ. 14 + 075 (ευρισκόμενη κοντά στην οδό ...) έως τη χ.θ. 18 + 360 (ευρισκόμενη κοντά στο ρέμα ...), καθώς επίσης και στη μικρή συνδετήρια οδό περί τη χ.θ. 15 + 750 (μεταξύ των οδών ...) στο Δήμο ... και στην Κοινότητα ..., εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 38.227,74 τ.μ., η οποία απεικονίζεται στο από Μαΐου 2002 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, που συντάχθηκαν από τον μηχανικό Χ.
Ρ., όπως τα στοιχεία αυτά διορθώθηκαν και τροποποιήθηκαν με το 1ο διορθωτικό κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, που συνέταξε στις 7-12-2003 ο Σ. Β., έλεγξε στις 14-1-2004 η Ε. Δ. και θεώρησε την ίδια ημέρα ο Διευθυντής της ... του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Κ. Δ.. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε κατεπείγουσα και επισπεύδεται από το καθ’ ου η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο, ενώ παράλληλα διέπεται και από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 16 του ν. 2598/1998 "Οργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων - Αθήνα 2004", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 1 ν. 2730/1999 και το τελευταίο αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε από το άρθρο 24 παρ. 1α ν. 2741/1999, με το οποίο προβλέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων για την εκτέλεση έργων και εγκαταστάσεων, που εξυπηρετεί την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων 2004 αμέσως ή εμμέσως, και στην τελευταία περίπτωση ιδίως και για τη διάνοιξη, διαπλάτυνση και βελτίωση οδών, όπως η προκείμενη απαλλοτρίωση.
Η απαλλοτριούμενη έκταση, εξυπηρετούμενη από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας (πλην αποχέτευσης), καθώς και από τακτική (υπεραστική) συγκοινωνία, βρίσκεται σε εκτός σχεδίου πόλης περιοχές του Δήμου ... και της Κοινότητας ..., εφάπτεται όμως της λεωφόρου ... στο τμήμα αυτής που συνδέει το Δήμο ... με την Κοινότητα ...
και μέσω της ως άνω λεωφόρου έχει πρόσβαση σε οδικές αρτηρίες, όπως προς την Αττική Οδό και τη λεωφόρο Μεσογείων, αλλά και προς το Διεθνή Αερολιμένα "Ελευθέριος Βενιζέλος" στην περιοχή των Σπάτων και το λιμάνι της .... Η συγκεκριμένη περιοχή έχει κυρίως αγροτικό χαρακτήρα, με την καλλιέργεια αμπελιών, ελαιοδένδρων κ.λπ., πλην όμως, λόγω συνδέσεως της λεωφόρου Μεσογείων με το αεροδρόμιο των Σπάτων, αλλά κυρίως με το λιμάνι της ..., που παρουσιάζει σημαντική ανάπτυξη, κατά τα τελευταία έτη ο χαρακτήρας της αυτός προοδευτικά μεταλλάσσεται, εμφανίζοντας εκτός της οικιστικής και εμπορική ανάπτυξη, η οποία παρουσιάζεται εντονότερη στην περιοχή του Δήμου ....
Στην απαλλοτριούμενη έκταση περιλαμβάνονται και οι υπ’ αριθμ. ... ιδιοκτησίες του κτηματολογικού πίνακα και διαγράμματος, επί των οποίων η αιτούσα προβάλλει δικαίωμα κυριότητας, μη αμφισβητούμενο από το Ελληνικό Δημόσιο. Οι ως άνω ιδιοκτησίες βρίσκονται στην εκτός σχεδίου περιοχή της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...
επί της λεωφόρου ... περί τη χ.θ. 16 + 650 (της μαραθώνιας διαδρομής) και αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου ακινήτου, το οποίο πριν από την απαλλοτρίωση είχε συνολική έκταση 9.825 τ.μ., σε ισοσταθμία προς τη λεωφόρο ..., με πρόσωπο σε αυτή επί πλευράς μήκους 107 μ., ήταν δε άρτιο και οικοδομήσιμο. Για τις ανάγκες διαπλάτυνσης και κατασκευής της μαραθώνιας διαδρομής, που αφορά η συγκεκριμένη απαλλοτρίωση, τούτο ρυμοτομήθηκε σε βάθος περίπου 13,5 μ.
σε όλο του το πρόσωπο επί της λεωφόρου ..., καθώς επίσης υποβιβάστηκε από την ερυθρά της νέας λεωφόρου κατά 3,50 μ., με αποτέλεσμα να καταστεί ως προς αυτή υπόγειο. Ειδικότερα, από την υπ’ ... ιδιοκτησία απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 1.524,44 τ.μ., από τα οποία 1.435,65 τ.μ. χρεώνονται ως αυτοαποζημίωση, ενώ από την υπ’ ...
ιδιοκτησία, χαρακτηριζόμενη στα ως άνω κτηματολογικά στοιχεία ως ρέμα, απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 202,60 τ.μ., από τα οποία 126,08 τ.μ. χρεώνονται ως αυτοαποζημίωση. Δηλαδή, συνολικά η έκταση που απαλλοτριώνεται είναι 1.727,04 τ.μ., από την οποία χρεώνεται ως αυτοαποζημίωση έκταση 1.561,73 τ.μ., μένει δε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση συνολικού εμβαδού 8.097,96 τ.μ., η οποία εξακολουθεί να είναι άρτια και οικοδομήσιμη.
Στο ακίνητο αυτό έχει ανεγερθεί από το έτος 1972, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../1972 άδειας του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Αττικής, ισόγειο πλακοσκεπές κτίριο εργοστασίου συσσωρευτών με επιφάνεια 1.327,69 τ.μ. και όγκο 6.327 κ.μ., το οποίο, σύμφωνα με τα τότε ισχύοντα, έχει τοποθετηθεί σε απόσταση 35 μ., από τον άξονα της οδού και 15 μ.
από το ρέμα. Εξακολουθεί δε να λειτουργεί σε αυτό επιχείρηση κατασκευής μηχανημάτων επεξεργασίας ξύλου και εμπορίας - τοποθέτησης μπαταριών αυτοκινήτων. Ήδη η αιτούσα επικαλείται ότι με την απαλλοτρίωση του τμήματος των 1.727,04 τ.μ. από την πρόσοψη της ιδιοκτησίας της, το απομένον τμήμα αυτής, υφιστάμενο σημαντική μείωση της αξίας του, καθίσταται άχρηστο για την προοριζόμενη χρήση του για τους εξής λόγους:
α) Στερείται πλέον πρόσβασης, αφού σε όλο το μήκος της πρόσοψης έχει εγερθεί τοίχος από μπετόν, ύψους 3,5 μ., με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η είσοδος σε αυτή, ούτε τεχνικώς εφικτή η κατασκευή νέας προσβάσεως από οποιοδήποτε άλλο σημείο, β) στερείται τους χώρους στάθμευσης, απαραίτητους για τη λειτουργία της επιχείρησής της, γ) αποκόπτονται ζωτικοί χώροι για τη λειτουργία της επιχείρησής της, όπως χώροι στάθμευσης, έκθεσης εναπόθεσης των εμπορευμάτων της κ.λπ., δ) μειώνεται η επιφάνεια του ακινήτου της με συνακόλουθη μείωση της επιφάνειας των τετραγωνικών μέτρων στην επιτρεπόμενη να ανεγερθεί ανωδομή, ε) η διαπλάτυνση του δρόμου προκαλεί μετατόπιση της οικοδομικής γραμμής, η οποία υποχωρεί 45 μ.
μέσα από τον άξονα του δρόμου, με συνέπεια να μην δύνανται να οικοδομηθούν τα ακίνητα που δεν έχουν επαρκές βάθος, έστω εάν είναι άρτια και οικοδομήσιμα από πλευράς εμβαδού, στ) η Λεωφ. ..., διερχόμενη πλέον οριακά δίπλα από τα κτίσματα, περιορίζει ασφυκτικά τους κατοίκους και τους ασκούντες εμπορική δραστηριότητα, ζ) επιβαρύνεται με ρύπους και θορύβους, καθόσον η Λεωφ. ...
μετά τη διαπλάτυνσή της γίνεται ταχείας κυκλοφορίας. Ζητεί δε κατόπιν τούτων να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση ίση με την καθοριζόμενη για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου της και 500 €/κ.μ. λόγω αχρήστευσης του υφιστάμενου επί τούτου κτιρίου, ενώ μη ωφελούμενη ως παρόδια ιδιοκτήτρια από τη διαπλάτυνση της λεωφόρου ..., να απαλλαγεί της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι με βάση τις διατάξεις του π.δ/τος της 24/31-5-85 (ΦΕΚ 270/85) δίδονται όροι δόμησης για βιομηχανικά - βιοτεχνικά κτίρια, που έχουν ήδη από το παρελθόν νόμιμη άδεια, όπως στην προκείμενη περίπτωση η υπ’ αριθμ. .../1972 άδεια ανεγέρσεως εργοστασίου συσσωρευτών, ισχύουν οι παλαιές διατάξεις ως προς τη χρήση γης και οι εξής όροι.
δόμησης: Εμβαδόν οικοπέδου τουλάχιστον 4.000 τ.μ., επιτρεπόμενη κάλυψη 30%, συντελεστής δόμησης 90%, απόσταση από πλάγια όρια 10 μ. και από ρέμα 15 μ., μέγιστο ύψος 11 μ., όροφοι 3 και μέγιστη κατ’ όγκο εκμετάλλευση του κτιρίου 3,3, κρίνει ότι το ακίνητο της αιτούσας και μετά την απαλλοτρίωση του τμήματος των 1.727,04 τ.μ.
εξακολουθεί να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και εφόσον δεν είχε εξαντληθεί πριν από την απαλλοτρίωση ο συντελεστής δόμησης, υπάρχει δυνατότητα ανέγερσης προσθήκης κατά ύψος ή κατά επέκταση του ισογείου, κτίσματος εμβαδού (8.097,96 Χ 0,9 = 7.288,16 - 1.327,69) 5.960,47 τ.μ. πέραν του υπάρχοντος. Εξάλλου, η απαιτούμενη ήδη απόσταση των 45 μ.
από τον άξονα της οδού, σε περίπτωση κατεδάφισης του παλαιού κτίσματος και ανέγερσης νέας οικοδομής (π.δ.143/7-3-89, όπως συμπληρώθηκε με το π.δ. 347/2-9-1993), που επικαλείται η αιτούσα, προκειμένου για δευτερεύουσες εθνικές οδούς, όπως η Λεωφ. ... (Γ. 25781 απόφαση Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. της 9/23-7-1963 - ΦΕΚ Β’ 319-), δεν επηρεάζει την απομένουσα εκτός απαλλοτρίωσης ιδιοκτησία της, λόγω του επαρκούς βάθους, τουλάχιστον 85 μ., που διαθέτει μετά την ως άνω ρυμοτόμησή της, ενώ η μείωση της επιφάνειας των τετραγωνικών μέτρων στην επιτρεπόμενη να ανεγερθεί ανωδομή, δεν θεμελιώνει αξίωση ιδιαίτερης αποζημίωσης, αφού η δόμηση που απωλέστηκε, αποτελεί παρακολούθημα του τμήματος των 1.727,04 τ.μ.
που απαλλοτριώθηκε, για το οποίο η ιδιοκτησία της αποζημιώνεται. Παράλληλα με την απαλλοτρίωση του τμήματος των 1.727,04 τ.μ. μειώθηκε μεν η πρόσοψη του ακινήτου της αιτούσας σε πλάτος 13,50 μ. περίπου, πλην όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εν όψει του είδους της ασκούμενης σε αυτό επιχείρησης, το γεγονός τούτο δεν επηρέασε τη λειτουργικότητα και τις ανάγκες της τελευταίας, ως προς το χώρο για τη στάθμευση των οχημάτων του προσωπικού, των πελατών ή των προμηθευτών της, αλλά ούτε τον ανάλογο χώρο για την εναπόθεση και έκθεση των εμπορευμάτων της, δεδομένου ότι για την εξυπηρέτηση όλων αυτών των αναγκών εξακολουθεί να υπάρχει επαρκής χώρος έμπροσθεν του κτιρίου της, ανεξάρτητα του ότι για τις ίδιες ανάγκες είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και οι πλευρικοί χώροι του ακινήτου, που δεν υπολείπονται σε έκταση έναντι εκείνων της πρόσοψης.
Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις δεν προκύπτει η βασιμότητα των ισχυρισμών της αιτούσας, ότι η λεωφόρος ..., μετά τη διαπλάτυνσή της, διέρχεται οριακά δίπλα από το κτίριο της επιχείρησής της, με συνέπεια να περιορίζονται ασφυκτικά οι εργαζόμενοι σε αυτή, η οποία επιβαρύνεται ταυτόχρονα με ρύπους και θορύβους.
Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι μετά την κατασκευή της μαραθώνιας διαδρομής εξαιτίας της επίδικης απαλλοτρίωσης, η απομένουσα έκταση των 8.097,96 τ.μ. του ενιαίου ακινήτου της αιτούσας με το επί τούτου υφιστάμενο κτίριο εργοστασίου συσσωρευτών, καθίσταται υπόγειο προς τη διερχόμενη Λεωφόρο ... κατά 3,50 μ. τουλάχιστον, λόγω αντίστοιχης υπερύψωσης του οδοστρώματος αυτής σε όλο το μήκος πρόσοψης των υπ’ αριθμ.
Κ.Π. ... ιδιοκτησιών, οι οποίες, λόγω της υφιστάμενης υψομετρικής διαφοράς των 3,50 μ. τουλάχιστον στερούνται πλέον τη μέχρι τότε ευθεία, άμεση και ευχερή πρόσβαση και προβολή τους στη λεωφόρο .... Για την αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής που διαμορφώθηκε, κατασκευάστηκε στο δυτικό όριο του ακινήτου της αιτούσας με τη λεωφόρο ...
και το όμορο ρέμα ασφαλτοστρωμένη είσοδος ικανού πλάτους 5-6 μέτρων και κλίσης μικρότερης του 10%, από την οποία εξυπηρετείται η λειτουργία της ασκούμενης σε αυτό επιχείρησής της από και προς τη λεωφόρο ..., ενώ κατά το υπόλοιπο πρόσωπο του συγκεκριμένου ακινήτου με τη λεωφόρο ... κατασκευάστηκε τοίχος αντιστήριξης από μπετόν, ύψους 3 έως 4 μ., αποκόπτοντας έτσι τη μέχρι τότε ελεύθερη πρόσβαση σε αυτή.
Κατά τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα η ως άνω είσοδος είναι παράνομη, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση η κυκλοφοριακή σύνδεση που ακολουθείται για την είσοδο - έξοδο οχημάτων στις επιχειρήσεις είναι ο ΤΥΠΟΣ Β, ο οποίος απαιτεί από το μέσον του προσώπου της ιδιοκτησίας 100 μ. εκατέρωθεν λωρίδες επιβράδυνσης και επιτάχυνσης για την είσοδο και έξοδο στην ιδιοκτησία σύμφωνα με το π.δ. 143/1989 και ήδη με το π.δ. 401/1993 απαιτούνται αποστάσεις λωρίδων επιβράδυνσης και επιτάχυνσης 200 μ.
και για την κατασκευή τους θα απαιτηθούν πρόσθετες απαλλοτριώσεις ώστε να δημιουργηθεί μία επιπλέον λωρίδα εκτός των δύο υπαρχουσών λωρίδων της Λεωφ. ..., ενώ η γωνία της πρόσοψης του οικοπέδου είναι σε επαφή με ιδιοκτησία πρατηρίου βενζίνης, που εμπλέκονται οι τροχιές διαφορετικής και αντίθετης σημασίας, δηλαδή η ίδια λωρίδα για τα εξερχόμενα οχήματα της ιδιοκτησίας της αιτούσας είναι λωρίδα επιταχύνσεως και για τα οχήματα τα εισερχόμενα στο πρατήριο βενζίνης είναι λωρίδα επιβραδύνσεως.
Από τις προσκομιζόμενες όμως αποδείξεις δεν προκύπτει ότι κατά το χρόνο κήρυξης της επίδικης απαλλοτρίωσης η αιτούσα διέθετε για την εγκατεστημένη στο ακίνητό της χρήση της συγκεκριμένης επιχείρησης τέτοια νόμιμη κυκλοφοριακή σύνδεση με τη λεωφόρο ... ή έστω δυνατότητα κατασκευής της, ώστε να δικαιούται ιδιαίτερης αποζημίωσης εξαιτίας της απώλειάς της.
Η παραδοχή δε αυτή δεν αναιρείται από την περιεχόμενη στο από 28-11-2006 έγγραφο του πραγματογνώμονα απάντηση, ότι το οικόπεδο της αιτούσας, έχοντας πρόσωπο επί της οδού ... 107 μέτρων και ευρισκόμενο "σε ισοσταθμία με την παλαιά λεωφόρο ..., χωρίς ενδιάμεση ύπαρξη ηλεκτρικών σηματοδοτών, όπως συμβαίνει σήμερα, έδιδαν τη δυνατότητα άνετης προσπέλασης προς και από το χώρο του εργοστασίου" ή την περιεχόμενη στην από 15-5-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης διαπίστωσή του ότι "πριν από την απαλλοτρίωση ολόκληρη η πρόσοψη της ιδιοκτησίας λειτουργούσε ως είσοδος", αφού με δεδομένα όσα προαναφέρθηκαν, τα γεγονότα αυτά από μόνα τους δεν συνεπάγονται αναγκαίως την ύπαρξη ή τη δυνατότητα κατασκευής (νόμιμης) κυκλοφοριακής σύνδεσης με τη λεωφόρο ..., υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, τις οποίες άλλωστε δεν επικαλείται και η αιτούσα, η οποία για τη θεμελίωση της αιτούμενης ιδιαίτερης αποζημίωσης του ακινήτου της προβάλλει απλώς τη στέρηση πρόσβασης τούτου στη λεωφόρο ...
εξαιτίας της ανέγερσης τοίχου ύψους 3,50 μ. σε όλο το μήκος της πρόσοψής του, καθώς και ότι δεν είναι τεχνικώς εφικτή η κατασκευή νέας πρόσβασης από οποιοδήποτε άλλο σημείο του, επαναλαμβάνοντας στις προτάσεις της το αποδεικνυόμενο, κατά τα εκτεθέντα, γεγονός ότι το εν λόγω ακίνητό της πριν από την απαλλοτρίωση είχε πρόσωπο στη λεωφόρο ..., που είναι το βόρειο όριο αυτού καθ’ όλο το μήκος των 107 μ.
της πλευράς του, ενώ με την απότμηση του απαλλοτριούμενου και την κατασκευή τοιχίου ύψους 3,50 μ. αποκόπηκε η πρόσβαση στο ακίνητο. Έτσι, εν όψει των εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεδομένης της αδυναμίας πρόσβασης από άλλο σημείο, πέραν του προσώπου της εκτός απαλλοτρίωσης έκτασης στη λεωφόρο ..., που επιβεβαιώνει και ο Διευθυντής του Τμήματος (Δ’ ) της Διεύθυνσης Τοπογρ/σεων και Απαλ/σεων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.
Ι. Σ., με το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../1-12-2006 έγγραφό του, οι υπ’ αριθμ. Κ.Π. ... ιδιοκτησίες της αιτούσας, οι οποίες πριν από την απαλλοτρίωση, ως εφαπτόμενες στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο με τη λεωφόρο ..., είχαν ήδη πρόσωπο και άμεση ευθεία πρόσβαση και προβολή σε αυτή επί πλευράς μήκους 107 μ., δεν ωφελούνται από τη διαπλάτυνση της λεωφόρου ..., αλλά αντίθετα η απομένουσα εκτός απαλλοτρίωσης έκταση τούτων με το υφιστάμενο κτίριο του εργοστασίου συσσωρευτών, χωρίς να καθίστανται άχρηστα, υφίστανται πράγματι μείωση της αξίας τους, λόγω της προαναφερόμενης αλλοίωσης της φυσιογνωμίας τους, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή δυνατότητα νόμιμης κυκλοφοριακής σύνδεσης της ασκούμενης από την αιτούσα επιχείρησης πριν από την απαλλοτρίωση.
Για τον λόγο αυτό άλλωστε η Επιτροπή του άρθρου 33 ν. 2971/2001 στη σχετική έκθεσή της, συνερχόμενη την 18-12-2003, αφού δέχεται ότι δεν διαφοροποιούνται τα πολεοδομικά δεδομένα του συγκεκριμένου ακινήτου της αιτούσας, ούτε δημιουργούνται επιπτώσεις στη χρήση του εξαιτίας της απαλλοτρίωσης, εισηγείται ομόφωνα "την άρση της αυτοαποζημίωσης για τις ιδιοκτησίες ...
του κτηματολογικού πίνακα, διότι με την απαλλοτρίωση δημιουργείται πρόβλημα στην πρόσβαση του ακινήτου λόγω σημαντικής διαφοροποίησης των υψομετρικών δεδομένων". Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω οι υπ’ αριθμ. Κ.Π. ... ιδιοκτησίες της αιτούσας δεν πρέπει να επιβαρυνθούν σε αυτοαποζημίωση του αναγραφόμενου στον 1ο διορθωτικό κτηματολογικό πίνακα τμήματος των 1.561,73 τ.μ. (1.435,65 και 126,08 τ.μ.
αντίστοιχα) της απαλλοτριούμενης έκτασης του ακινήτου της, ενώ για την απομένουσα εκτός απαλλοτρίωσης έκταση τούτου συνολικού εμβαδού 8.097,96 τ.μ. με το υφιστάμενο κτίριο του εργοστασίου συσσωρευτών, συνολικού όγκου 6.327 κ.μ., πρέπει να καθοριστεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 13 παρ. 4 του ΚΑΑΑ (ν. 2882/2001) ιδιαίτερη αποζημίωση".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και ειδικότερα το άρθρο 13 παρ. 1 και 4 του Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επίσης, από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων κανόνων δικαίου και ειδικότερα, του άρθρου 13 παρ. 1 και 4 ΚΑΑΑ, χωρίς λογικά κενά με πληρότητα και σαφήνεια και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή για να αιτιολογηθεί το ύψος της ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του εναπομένοντος ακινήτου μετά την απαλλοτρίωση, το οποίο δεν κατέστη παντελώς άχρηστο.
Ειδικότερα, το Εφετείο, ως προς το ζήτημα ότι το ακίνητο δεν κατέστη άχρηστο, δέχεται ότι δεν εξαντλήθηκε πριν από την απαλλοτρίωση ο συντελεστής δόμησης, ότι και μετά την απαλλοτρίωση υπάρχει η δυνατότητα ανέγερσης προσθήκης κατά ύψος ή κατά επέκταση του ισογείου κτίσματος πέραν του υπάρχοντος κτιρίου του εργοστασίου και ότι, αν και μειώθηκε η πρόσοψη σε πλάτος 13,50 μέτρων, δεν επηρεάστηκε η λειτουργικότητα της επιχείρησης, διότι υπάρχει επαρκής χώρος έμπροσθεν του κτιρίου για την στάθμευση των οχημάτων και την εναπόθεση εμπορευμάτων, ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν και οι πλευρικοί χώροι του ακινήτου, ότι παρά την υψομετρική διαφορά των 3,5 μέτρων από τη Λεωφόρο ...
υπάρχει πρόσβαση από το δυτικό όριο του ακινήτου με ασφαλτοστρωμένη είσοδο. Επίσης, το Εφετείο ως προς το ζήτημα της μείωσης της αξίας του εναπομένοντος ακινήτου, έκτασης 8097,96 Μ2 και του κτιρίου - εργοστασίου συσσωρευτών δέχεται, ότι αν και δεν καθίστανται άχρηστα, διότι δεν διαφοροποιούνται τα πολεοδομικά δεδομένα, εντούτοις μειώθηκε η αξία τους λόγω της αλλοίωσης της φυσιογνωμίας τους (υψομετρική διαφορά, πρόσβαση από το δυτικό όριο), ενώ δεν απαιτείται επί πλέον αιτιολογία για τον τρόπο της εκμετάλλευσης της επιχείρησης κατά το υπόλοιπο ποσοστό 95%, όπως αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα, καθόσον αρκεί η παραδοχή, ότι η επιχείρηση εξακολουθεί να είναι λειτουργική και μετά την απαλλοτρίωση.
Επομένως, οι ανωτέρω αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου.
Συνεπώς, ο 2ος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο σκέλος αυτού (άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι είναι και απαράδεκτος, κατά το σκέλος αυτού, που πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου ως προς το ύψος της ιδιαίτερης αποζημίωσης και το ποσοστό μείωσης της αξίας του ακινήτου.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων.
Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ’ άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι’ αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).
Με τον ίδιο 2° αναιρετικό λόγο και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα αποδίδει την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της το με αριθμό 1956/29-3-2005 ΦΕΚ, που αυτή είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση στο Εφετείο, από το οποίο προκύπτει η διάλυση της επιχείρησης του εργοστασίου συσσωρευτών που, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, οφείλεται στην αποκοπή πρόσβασης στη Λ. ... συνεπεία της απαλλοτρίωσης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο στις σελίδες 6α και β της προσβαλλόμενης απόφασης δέχεται τα εξής: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, που περιέχεται στα υπ’ αριθμ. 1120/2006 πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, την από 15-5-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού - τοπογράφου μηχανικού Χ.
Λ., ο οποίος διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ’ αριθμ. 1120/2006 απόφασή του σε συνδυασμό με την από 28-11-2006 συμπληρωματική έκθεση του ιδίου πραγματογνώμονα, που διατάχθηκε με την υπ’ αριθμ. 7063/2006 απόφασή του, τις από 10-10-2005 και 7-11-2002 τεχνικές εκθέσεις των αγρονόμων - τοπογράφων μηχανικών Π. Σ. και Β. Σ. αντίστοιχα, τα τοπογραφικά και υψομετρικά σχέδια, τους ορθοφωτοχάρτες, αεροφωτογραφίες, φωτογραφικές απεικονίσεις και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ’ ουσία διάγνωση της διαφοράς, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...".
Επίσης στη σελίδα 17α της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχεται ότι: "Σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και τα υπόλοιπα μη ειδικώς μνημονευόμενα, δεόντως εκτιμώμενα, κατά το λόγο της προς διάγνωση των ένδικων ισχυρισμών τοπικής και χρονικής προσφορότητάς τους σε συνδυασμό με την προπεριγραφόμενη θέση, έκταση και κατάσταση του υπό εκτίμηση ακινήτου της αιτούσας, το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά τον κρίσιμο, στην προκείμενη περίπτωση, χρόνο της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου συζήτησης της υπόθεσης στις 18-10-2005, η πραγματική αξία της απαλλοτριούμενης έκτασης των 1.561,73 τ.μ...".
Συνεπώς, με τις παραδοχές αυτές προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα και συνεπώς και το ανωτέρω έγγραφο, αν και δεν το μνημονεύει ειδικά, ενώ και από το περιεχόμενο της απόφασης, που ειδικά αιτιολογεί την εξακολούθηση της λειτουργικότητας της επιχείρησης, προκύπτει, αναμφίβολα, ότι συνεκτίμησε και αξιολόγησε και το άνω έγγραφο.
Επομένως, ο 2ος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 4 του ΚΑΑΑ - Ν. 2882/ 2001, 9 παρ. 5 εδ. β’ του Ν. 1093/1980, 176, 189, 191 § 2 Κ.Πολ.Δ. και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) προκύπτει, ότι στη δίκη του προσδιορισμού (προσωρινού ή οριστικού) της αποζημιώσεως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, τα δικαστικά έξοδα του δικαιούχου της αποζημιώσεως επιδικάζονται, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, σε βάρος του υπόχρεου για την πληρωμή της αποζημιώσεως και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου, η οποία ορίζεται σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης αποζημιώσεως και δη σε 2% για τη σύνταξη της αιτήσεως και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως, επιπλέον δε σε 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί εκάστης των επομένων συζητήσεων (άρθρα 107 § 2, 110 § 3 και 114 § 5 Κώδικα Δικηγόρων - ΑΠ 1347/2006).
Επίσης, με το τελευταίο εδάφιο της παραγρ. 4 του άρθρ. 18 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), ορίζεται ότι το Εφετείο αποφαίνεται ενιαία τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης (ΑΠ 1392/2007). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2730/1999 "στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων του άρθρου 2 παρ. 16 του Ν. 2598/1998, η επιδικαζομένη από το δικαστήριο δικαστική δαπάνη συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων βαρύνει τον υπόχρεο της αποζημίωσης.
Η αμοιβή του δικηγόρου υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο 2.500.000 δραχμές, ή στο ισότιμο 7.336 ευρώ. Η παραπάνω διάταξη, που θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, τουτέστιν για τον περιορισμό της δαπάνης εκτελέσεως των Ολυμπιακών έργων, δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 § 1 και 2), ούτε προς το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για εκτέλεση Ολυμπιακών έργων η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων (άρθρ. 100 επ.) και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 588/2014, πρβλ.
επίσης ΑΠ 76/2012, ΑΠ 1064/2007, ΑΠ 1094/2007, ΑΠ 1392/2007 ΑΠ 915/2003, ΑΠ 669/2006).
Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου Α) τη διάταξη του άρθρου 9 Ν. 2730/1999, την οποία εφάρμοσε, αν και αντιβαίνει στο Σύνταγμα και περιόρισε έτσι την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατ’ ανώτατο όριο σε 7.336,75 ευρώ και Β) εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 4 του Ν. 2882/ 2001 - ΚΑΑΑ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 100, 110, 111 και 114 παρ. 5 του Κώδ.
Δικηγόρων, καθορίζοντας τη δικαστική δαπάνη της δικαιούχου αποζημίωσης αναιρεσείουσας για την παράσταση ενός μόνον δικηγόρου και όχι δύο δικηγόρων και σε ποσοστό 1,67% επί της αποζημίωσης για το έδαφος και το κτίριο, ως αμοιβή αυτού, αντί ποσοστού 2,33%, διότι δεν συνυπολόγισε και την αμοιβή για τη σύνταξη των από 27-1-2004 προτάσεων της αναιρεσείουσας, κατά την αρχική συζήτηση της από 19-5-2003 (αρ.
κατ. ...2003) αίτησης προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης. Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για το κρίσιμο ως άνω ζήτημα δέχτηκε τα εξής: "Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αιτούσας συνέταξε α) τις από 18-10-2005 προτάσεις τις οποίες κατέθεσε την πρώτη μετ’ αναίρεση ενώπιον του Εφετείου συζήτηση στις 18-10-2005 κατά την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, β) τις από 22-5-2006 προτάσεις, τις οποίες κατέθεσε στις 25-5-2006 κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στις 23-5-2006, που εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 7063/2006 απόφαση για συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης, και γ) τις από 5-12-2006 προτάσεις που κατέθεσε στις 7-12-2006, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης την 5-12-2006, συνέχεια της οποίας αποτελεί η παρούσα συζήτηση.
Κατά συνέπεια, εν όψει του ότι η ένδικη απαλλοτρίωση αφορά στην εκτέλεση Ολυμπιακών έργων, το ποσό αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου της δικαιούχου αποζημίωσης αιτούσας για τη σύνταξη αιτήσεως και προτάσεων πρέπει να οριστεί σε ποσοστό 1,67% επί της αποζημίωσης που καθορίζεται στο διατακτικό με ανώτατο όριο αμοιβής του δικηγόρου της το ποσό των 7.336,75 ευρώ.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος 9 παρ. 1α, 5 και 6 ν. 1093/1980, όπως τούτο διαμορφώθηκε μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 22 παρ. 10 ν. 1868/1989, 189 Κ.Πολ.Δικ. και 100 επ. Κώδικα περί Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημιώσεως στο δικηγόρο του για τη σύνταξη αιτήσεως, ανταιτήσεως, κυρίας παρεμβάσεως ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημιώσεως, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνει το ποσόν της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχεται στο δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως (ΑΠ Ολ. 17/2000).
Πρέπει, λοιπόν, το καθ’ ου η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο, ως υπόχρεο σε αποζημίωση, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της δικαιούχου της αποζημιώσεως αιτούσας, κατά παραδοχή του νόμιμου αιτήματος της τελευταίας (άρθρο 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), που περιλαμβάνει α) την αμοιβή ενός πληρεξουσίου δικηγόρου της για τις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου παραστάσεις του (άρθρο 111 Κώδ.
Δικηγ.) με τα απαραίτητα για τη διεξαγωγή της δίκης λοιπά έξοδα, στα οποία περιλαμβάνεται και η καταβληθείσα από αυτή αμοιβή του διοριζομένου από το Δικαστήριο πραγματογνώμονα, ποσού 4.760 ευρώ (άρθρο 189 Κ.Πολ.Δικ.) και β) την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της για τη σύνταξη της ένδικης αίτησης και των προτάσεων ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, υπολογιζόμενη σε ποσοστό 1,67% επί του ποσού της καθοριζόμενης στο διατακτικό αποζημίωσης, υπό τον όρο να μην υπερβαίνει τούτο το ποσό των 7.336,76 €, όπως προαναφέρθηκε και ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν πρέπει να επιδικαστεί επιπλέον αμοιβή για το δεύτερο πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας, καθόσον η σχετική δαπάνη δεν δικαιολογείται από τη φύση της υπόθεσης και έγινε από υπερβολική πρόνοια της τελευταίας".
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα της επιδίκασης και του τρόπου καθορισμού της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε Α) τη διάταξη του άρθρ. 9 Ν. 2730/ 1999, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση και η εφαρμογή της οποίας δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αφού, με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επρόκειτο για απαλλοτρίωση προς εκτέλεση Ολυμπιακών έργων, καθώς επίσης Β) τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 ΚΑΑΑ και άρθρ. 100, 110, 111 και 114 παρ. 5 Κώδ.
Δικηγόρων. Επομένως, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, δια της εσφαλμένης εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρ. 9 Ν. 2730/1999, η οποία κατά την άποψη της αναιρεσείουσας δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, και δια της μη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρ. 18 § 4 του Ν. 2882/2001 σε συνδυασμό προς τις ανωτέρω διατάξεις του Κώδ.
Δικηγόρων, οι οποίες, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, ήταν εφαρμοστέες. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος ο 3ος από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος, για ευθεία παραβίαση των ως άνω διατάξεων, ως προς το ζήτημα της επιδίκασης της δικαστικής δαπάνης και, ως προς το ζήτημα του τρόπου καθορισμού της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων.
Περαιτέρω και όσον αφορά την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν συνυπολόγισε την αμοιβή και των δύο πληρεξουσίων δικηγόρων της αναιρεσείουσας για τη σύνταξη των από 27-1-2004 προτάσεων, ο αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης για το ζήτημα αυτό προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν επιδίκασε δαπάνη και για τη δεύτερη πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, η οποία, σημειωτέον, είχε παρασταθεί, κατά την αρχική δικάσιμο της αίτησης καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, με τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Αλέξανδρο Κανδαράκη (που την εκπροσώπησε και κατά τη σημερινή δικάσιμο) και Σ. Θ. (βλ. σελίδα 3β της αναιρεθείσας υπ’ αρ. 2568/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που παραδεκτά επισκοπείται κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), κρίνοντας (η προσβαλλόμενη) ότι η σχετική δαπάνη δεν δικαιολογείται από τη φύση της υπόθεσης και έγινε από υπερβολική πρόνοια, κρίση που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ως άνω υπ’ αρ. 2568/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την αρχική δικάσιμο της 27-1-2004, όταν συζητήθηκε για πρώτη φορά η από 19-5-2003 (αρ. κατ. ...2003) αίτηση της αναιρεσείουσας για τον οριστικό καθορισμό αποζημίωσης, η οποία αναιρέθηκε με την υπ’ αρ. 1335/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου (1η αναίρεση) προκύπτει, ότι το Εφετείο καθόρισε την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας σε ποσοστό 1,67% υπολογίζοντας 2% για τη σύνταξη της αίτησης +1% για τις προτάσεις της 18-10-2005 (όταν εκδόθηκε η υπ’ αρ. 1120/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που διέταξε δικαστική πραγματογνωμοσύνη +1% για τις προτάσεις της 22-5-2006 (όταν εκδόθηκε η υπ’ αρ. 7063/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που διέταξε συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη +1% για τις από 5-12-2006 προτάσεις, όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως συνέχεια της δικασίμου της 8-1-2008, οπότε δεν εκδόθηκε απόφαση, και διατάχθηκε η ανασυζήτηση της υπόθεσης κατ’ άρθρ. 307 ΚΠολΔ = 5% διά 3 (σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1β του Ν. 2730/1999) = 1,67%.
Η αιτίαση όμως, ότι το Εφετείο θα έπρεπε να συνυπολογίσει και ποσοστό 1% για τη σύνταξη των από 27-1-2004 προτάσεων της αρχικής δικασίμου της αίτησης οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης είναι αόριστη και πρέπει να απορριφθεί, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει, όπως θα έπρεπε, αν και μετά τον υπολογισμό αυτό η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της υπολείπεται ή όχι της ανώτατης αμοιβής των 7.336,75 ευρώ, που όπως προεκτέθηκε δικαιούται κατ’ ανώτατο όριο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 περ.
β Ν. 2730/1999, ώστε στη συνέχεια να είναι εφικτή από το Δικαστήριο τούτο η έρευνα για την ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ως άνω διάταξης περί δικαστικής αμοιβής. Ο ίδιος 3ος αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος, του οποίου επίσης, αποδίδεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται η ανεπάρκεια, η ασάφεια ή η αντίφαση της αιτιολογίας ως προς το ζήτημα της επιδίκασης της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας και ποια επί πλέον στοιχεία θα έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση, ώστε η αιτιολογία της να είναι πλήρης.
Κατόπιν όλων αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση αυτή, διότι η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με την κατάθεσή της (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) το έτος 2009 και συνεπώς η αναιρεσείουσα δεν υπείχε τότε υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου, κατ’ άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (που δεν κατέθεσε προτάσεις) λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία περιορίζονται στο ήμισυ κατ’ άρθρ. 22 Ν. 3693/1957, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής, όταν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη σε βάρος ή υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-7-2009 (αρ. κατ. ...2009) αίτηση αναίρεσης της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." κατά της υπ’ αρ. 4782/2008 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που καθορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ