Legislator Case Law & Legislation
251/2014 AI generated

251/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 251/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

251/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 305, 306 και 307 του ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι τότε μόνο υπάρχει διαζευκτική ενοχή, όταν αυτή από την αρχή κατευθύνεται σε περισσότερες αυτοτελείς παροχές, δηλαδή όταν οφειλόμενες είναι δύο ή περισσότερες παροχές, πλην όμως μια μόνο απ' αυτές πρέπει να καταβληθεί, με επιλογή του οφειλέτη ή του δανειστή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 251 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 251/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. συζ. Γ. Φ., το γένος Σ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Φωτοπούλου.

Των αναιρεσιβλήτων:1.Ν. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πήττα και 2. Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πήττα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Δεκεμβρίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πλαταμώδους. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 44/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Νοεμβρίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 2 Δεκεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 44/2012 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, το οποίο συνεκδίκασε τις από 22-10-2010 και 29-10-2010 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 15/2010 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 29-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ακολούθως δε (το Πολυμελές Πρωτοδικείο), απέρριψε την από 29-10-2010 έφεση της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) και έκανε δεκτή την από 22-10-2010 έφεση των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εν συνεχεία απέρριψε στο σύνολο της την ένδικη αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (αρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 305, 306 και 307 του ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι τότε μόνο υπάρχει διαζευκτική ενοχή, όταν αυτή από την αρχή κατευθύνεται σε περισσότερες αυτοτελείς παροχές, δηλαδή όταν οφειλόμενες είναι δύο ή περισσότερες παροχές, πλην όμως μια μόνο απ' αυτές πρέπει να καταβληθεί, με επιλογή του οφειλέτη ή του δανειστή.

Εξάλλου, από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 786 ΑΚ, κατά την οποία, "κάθε κοινωνός έχει ανάλογη μερίδα στους καρπούς του κοινού αντικειμένου", συνάγεται ότι εφόσον το κοινό πράγμα εκμεταλλεύεται ένας ή περισσότεροι από τους κοινωνούς, ο κοινωνός που δεν μετέχει στην εκμετάλλευση του, μπορεί να ζητήσει τους καρπούς που αναλογούν στην μερίδα του, όχι όμως διαζευκτικά και την αξία αυτών σε χρήμα, διότι στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται περί διαζευκτικής ενοχής, αλλά για απλή, της οποίας η παροχή είναι μία, η αυτούσια δηλαδή παροχή των καρπών, η οποία και μόνο μπορεί να αποτελέσει αίτημα της αγωγής του μη μετέχοντος στην εκμετάλλευση του κοινού πράγματος κοινωνού, η διαζευκτική δε επιδίωξη και της αξίας τους σε χρήμα, καθιστά την αγωγή αόριστη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 218 και 219 ΚΠολΔ, λόγω απαράδεκτης διαζευκτικής σώρευσης αξιώσεων και της συνακόλουθης έλλειψης σαφούς και ορισμένου αιτήματος.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 και 560 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (αρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι σ' αυτή, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, εκτίθενται τα εξής: Ότι οι διάδικοι τυγχάνουν συγκύριοι σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του αναφερόμενου ελαιοκτήματος, η διανομή των καρπών του οποίου, δηλαδή του ελαιολάδου που παρήγαγαν από τη συγκομιδή του ελαιοκάρπου, γινόταν σύμφωνα με την αναλογία του ιδανικού μεριδίου εκάστου, ήτοι κατά το 1/3 στον καθένα, καθώς επίσης και ότι οι δαπάνες καλλιέργειας και συντήρησης αυτού βάρυναν καθέναν κατά το ίδιο ποσοστό.

Ότι κατά τις δύο κρίσιμες ελαιοκομικές περιόδους, ήτοι 2003 έως 2004 και 2004 έως 2005, κατά τις οποίες οι εναγόμενοι ως διαχειριστές του κοινού ελαιοκτήματος είχαν την καλλιέργεια αυτού, τη συγκομιδή του ελαιοκάρπου, την εξαγωγή του ελαιολάδου και την διανομή αυτού σε καθένα από τους κοινωνούς, δεν της δήλωσαν την πραγματική ποσότητα ελαιολάδου που είχαν παράγει, αλλά μικρότερη αυτής, με αποτέλεσμα να λάβει λιγότερο ελαιόλαδο από εκείνο που πραγματικά της αναλογούσε.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι: α) την ελαιοκομική περίοδο 2003-2004 οι εναγόμενοι της δήλωσαν ότι παρήχθησαν 4.083 κιλά ελαιόλαδο και στο μερίδιο της (1/3) αντιστοιχούσαν 1361 κιλά, το οποίο και έλαβε, ενώ στην πραγματικότητα παρήχθησαν 7.173 κιλά, ώστε να αναλογούν στην μερίδα της 2391 κιλά ελαιόλαδο, και έτσι οι εναγόμενοι ωφελήθηκαν εις βάρος της τη διαφορά των 1030 κιλών ελαιολάδου που της αναλογούσε (2391 μείον 1361), το οποίο καρπώθηκαν, και συγκεκριμένα ο πρώτος 668 κιλά και ο δεύτερος 362 κιλά ελαιολάδου και β) την ελαιοκομική περίοδο 2004-2005 οι εναγόμενοι της δήλωσαν ότι παρήχθησαν 6055 κιλά ελαιολάδου και στο μερίδιο της (1/3) αντιστοιχούσαν 2.161 κιλά, το οποίο και έλαβε, ενώ στην πραγματικότητα παρήχθησαν 8.153 κιλά, ώστε να αναλογούν στην μερίδα της 2.771,66 κιλά ελαιόλαδο, και έτσι οι εναγόμενοι ωφελήθηκαν εις βάρος της τη διαφορά των 699,66 κιλών ελαιολάδου που της αναλογούσε (2.771,66 μείον 2.161), το οποίο καρπώθηκαν, και συγκεκριμένα ο πρώτος 71,84 κιλά και ο δεύτερος 627,84 κιλά ελαιολάδου.

Ζήτησε δε κατόπιν αυτών να υποχρεωθούν, ο μεν πρώτος εναγόμενος είτε να της παραδώσει 739,84 κιλά ελαιολάδου ή να της καταβάλει την αξία του ανερχόμενη στο ποσό των 2.219,55 ευρώ, ο δε δεύτερος εναγόμενος είτε να της παραδώσει 989,84 κιλά ελαιολάδου ή να της καταβάλει την αξία του ανερχομένη στο ποσό των 2.969,52 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 15/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους, με την οποία κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη ως προς την παραπάνω αξίωση της ενάγουσας, ακολούθως δε και ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκαν ο μεν πρώτος εναγόμενος να αποδώσει στην ενάγουσα 724,84 κιλά ελαιόλαδο ή 1.957,06 ευρώ, ο δε δεύτερος να αποδώσει σ' αυτήν 989,84 κιλά ελαιόλαδο ή 2.672,56 ευρώ.

Επί των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων κατά της άνω αποφάσεως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, που δίκασε ως εφετείο, με την οποία η ένδικη αγωγή κρίθηκε αόριστη, ως προς την άνω αξίωση της αναιρεσείουσας, λόγω της απαράδεκτης διαζευκτικής σώρευσης αξιώσεων και της συνακόλουθης έλλειψης σαφούς και ορισμένου αιτήματος, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ως προς την αξίωση αυτή, δεν υπήρχε μεταξύ των διαδίκων διαζευκτική ενοχή, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 305 επ.

του ΑΚ, αλλά η οφειλόμενη παροχή ήταν μία (απόδοση ελαιολάδου), και όχι δύο, ώστε να μην μπορεί να σωρευθεί στην αγωγή είτε η αυτούσια απόδοση του ελαιολάδου ή η αξία αυτού, ούτε όμως και μπορούσε να συναχθεί από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ότι ζητείται επικουρικά κατ' εφαρμογή του άρθρου 219 ΚΠολΔ, η αυτούσια απόδοση του ελαιολάδου και στην περίπτωση που δεν σώζεται αποζημίωση (διαφέρον) συνισταμένου στην αξία του.

Ήδη με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του αρθρ. 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 305 επ. του ΑΚ, κρίθηκε αόριστη η ένδικη αγωγή, αφού τα εκτιθέμενα σ' αυτήν στοιχεία θεμελίωναν μεταξύ των διαδίκων διαζευκτική ενοχή, κατά την έννοια του άρθρου 305 ΑΚ, ώστε να μπορεί να στηριχθεί το αίτημα της, ως προς την παραπάνω αξίωση της αναιρεσείουσας διαζευκτικά ήτοι, είτε να της αποδοθούν από τους εναγόμενους αυτούσιες οι παραπάνω ποσότητες ελαιολάδου ή να της καταβληθεί η αξία αυτών, και αφού το δικαστήριο της επιδικάσει διαζευκτικά και τις δύο παροχές, αυτή να επιλέξει την μία απ' αυτές κατά το στάδιο της εκτελέσεως.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, αφού σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, δεν διαλαμβάνονται σ' αυτήν καθόλου στοιχεία, που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν δικαίωμα διαζευκτικής ενοχής μεταξύ των διαδίκων και να στηρίξουν αντίστοιχο αίτημα της αγωγής, ως προς την παραπάνω αξίωση της αναιρεσείουσας, ώστε να μην έχει εν προκειμένω εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 305 ΑΚ, και επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' αυτά που απαιτεί η εν λόγω διάταξη για την νομική βασιμότητα της και την στήριξη του αντίστοιχου αιτήματός της.

Από τη διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ που ορίζει ότι κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 788, 789, 790, 730, 904 επ. 1101-1107 ΑΚ, προκύπτει ότι ο κοινωνός που κατέβαλε έξοδα πέραν της μερίδας του, δικαιούται να ζητήσει τα επί πλέον καταβληθέντα από τους λοιπούς κοινωνούς, κατ' αναλογία των μερίδων τους.

Η υποχρέωση αυτή για τις δαπάνες αποτελεί το αντιστάθμισμα της συμμετοχής τoυ κοινωνού στoυς καρπούς και τα ωφελήματα του κοινού πράγματος. Η αναζήτηση των εξόδων γίνεται απ' ευθείας βάσει της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 794 ΑΚ, εφόσον πρόκειται για έξοδα που έγιναν υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 ΑΚ, δηλαδή κατόπιν απόφασης όλων των κοινωνών ή της πλειοψηφίας αυτών, ή του δικαστηρίου ή αφορούν μέτρα που ελήφθησαν για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου και υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι τα εν λόγω έξοδα έχουν καταβληθεί από τον κοινωνό, ο οποίος κατά συνεπεία αξιώνοντας την καταβολή τους, πρέπει να επικαλεσθεί, μεταξύ των άλλων και να αποδείξει ότι κατέβαλε τα έξοδα αυτά σύμφωνα με τις παραπάνω προϋποθέσεις.

Εάν όμως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, τα εν λόγω έξοδα αναζητούνται κατά τις διατάξεις περί διοικήσεως αλλότριων ή του αδικαιολογήτου πλουτισμού (AΠ 1465/2006). Ειδικότερα, στοιχεία της αγωγής, που ασκεί ο κοινωνός βάσει των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με την οποία επιδιώκει έναντι των λοιπών κοινωνών τα έξοδα που κατέβαλε πέραν της αναλογίας για τη συντήρηση, διοίκηση και χρησιμοποίηση του πράγματος, χωρίς να υπάρξει προηγούμενη απόφαση όλων των κοινωνών ή της πλειοψηφίας αυτών ή του Δικαστηρίου ή χωρίς τη συνδρομή επικείμενου κινδύνου, που δικαιολογεί τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων για τη συντήρηση του πράγματος, είναι α) ο πλουτισμός του εναγομένου, β) η επέλευση του πλουτισμού σε βάρος του ενάγοντος, γ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας.

Εφόσον, επομένως, απορριφθεί η αγωγή, που έχει έρεισμα στις διατάζεις περί κοινωνίας, επειδή δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις για τη νομική βασιμότητα της αγωγής, η επικουρική βάση αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι νομικά ορισμένη, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή τα παραπάνω αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση στη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ της αξίωσης του κοινωνού στις δαπάνες που υποβλήθηκε επ' ωφελεία του κοινού πράγματος για τις οποίες βαρύνονται και οι λοιποί κοινωνοί.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής (ΚΠολΔ 216 παρ. 1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διάταξη προς την οποία εννοιολογικώς ταυτίζεται εκείνη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε αναίρεση κατ' αποφάσεως πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατ' αποφάσεως ειρηνοδικείου, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι σ' αυτή, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε, ότι με τους εναγόμενους είναι συγκύριοι σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του αναφερόμενου ελαιοκτήματος, η διανομή των καρπών του οποίου, γινόταν σύμφωνα με την αναλογία του ιδανικού μεριδίου εκάστου, ήτοι κατά το 1/3 στον καθένα, καθώς επίσης και ότι οι δαπάνες καλλιέργειας και συντήρησης αυτού βάρυναν καθέναν κατά το ίδιο ποσοστό, και ότι κατά τα έτη 2006 και 2007 , προς όφελος του ως άνω κοινού ακινήτου, καθώς και της δικαστικής διανομής αυτού, προκειμένου να καταστεί εφικτή η αυτούσια διανομή του, πραγματοποίησε τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή δαπάνες, συνολικού ποσού 4.230 ευρώ, για τις οποίες δικαιούται να λάβει από καθένα από τους εναγόμενους, βάσει του άνω ποσοστού του ιδανικού μεριδίου τους στο κοινό ακίνητο, το ποσό των 1410 ευρώ, το οποίο και ζήτησε να της καταβάλει έκαστος, σύμφωνα με τις διατάξεις από την κοινωνία, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον οι εναγόμενοι έγιναν πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας της κατά τα ανωτέρω ποσά, χωρίς νόμιμη αιτία και ο πλουτισμός τους αυτός σώζεται μέχρι σήμερα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 15/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους, με την οποία κρίθηκε αόριστη ως προς την παραπάνω αξίωση της ενάγουσας, τόσον ως προς την κύρια, όσον και ως προς την επικουρική βάση της, ακολούθως δε, επί των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, που δίκασε ως εφετείο, με την οποία η ένδικη αγωγή κρίθηκε αόριστη, ως προς την άνω αξίωση της αναιρεσείουσας, κατά την κύρια και επικουρική βάση της, με την αιτιολογία, αναφορικά με την επικουρική, ότι, εκτίθενται μεν κατά τρόπο αναλυτικό και εξειδικευμένο στην αγωγή οι προς όφελος του κοινού ακινήτου δαπάνες της ενάγουσας, πλην όμως δεν εκτίθενται ουδόλως αν η πραγματοποίηση των δαπανών αυτών έλαβε χωράν κατόπιν απόφασης (ομόφωνης ή κατά πλειοψηφία) των κοινωνών ή δικαστικής απόφασης ή χωρίς την ύπαρξη τέτοιας απόφασης, ούτε αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αποτροπής επικείμενου κινδύνου, περιστατικά που ήταν αναγκαία και για τη θεμελίωση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθόσον λόγω της έλλειψης αυτής, αδυνατεί το δικαστήριο να γνωρίζει σε ποιά από τις προαναφερθείσες διατάξεις θα θεμελιώσει τη σχετική αξίωση και αν θα πρέπει να επιδικάσει αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ. Όμως, η αγωγή, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα της ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, θεμελίωνε την νομική βασιμότητα της αξίωσης της ενάγουσας στην διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ αφού με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται σ' αυτήν, ο πλουτισμός των εναγομένων και η επέλευση του πλουτισμού σ' αυτούς σε βάρος της ενάγουσας δια της καταβολής των παραπάνω δαπανών επ' ωφελεία του κοινού ακίνητου των διαδίκων και ότι για την καταβολή του επιπλέον ποσού που αναλογούσε στην ιδανική μερίδα τους καθίστανται υπόχρεοι προς απόδοση σ' αυτήν, καθόσον κατέστησαν πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη αιτία, δεν ήταν δε αναγκαίο να εκτίθεται σ' αυτήν ότι οι άνω δαπάνες που πραγματοποίησε η ενάγουσα προς όφελος του κοινού ακινήτου, έγιναν υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 του ΑΚ, προϋπόθεση που ήταν αναγκαία για να στηρίξει την νομική βασιμότητα της αγωγικής αξίωσης της ενάγουσας στις περί κοινωνίας διατάξεις, ενόψει δε της μη επίκλησης του στοιχείου αυτού, απορρίφθηκε η αγωγή ως νομικά αόριστη ως προς την κύρια βάση της.

Επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, με το να κρίνει ότι για τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτείτο επίκληση και του παραπάνω στοιχείου, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, καθόσον αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' αυτά που απαιτούνται στην προκειμένη περίπτωση για την νομική βασιμότητα της επικουρικής βάσης της αγωγής, ως προς την παραπάνω αξίωση της αναιρεσείουσας, στην προρρηθείσα διάταξη (άρθρο 904 ΑΚ).

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος-αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται, αντίστοιχη αιτίαση, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. υπ' αριθ. 44/2012 απόφαση του δικάσαντος ως εφετείου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής της αναιρεσείουσας, αναφορικά με την επιδιωκόμεvη μ' αυτήν αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, κατά το αναιρούμενο μέρος της αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 44/2012 απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την απόρριψή της επικουρικής βάσης της από 29-12-2008 αγωγής της αναιρεσείουσας, αναφορικά με την επιδιωκόμενη μ' αυτήν αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 3 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ