251/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 290/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4736/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated251/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 251 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 251/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος δεν παρέστη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Δενέζη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 290/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4736/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμ. ...... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας ...... με τις δύο από 11-9-2008 και 12-9-2008 βεβαιώσεις της ιδίας, αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε με επίσπευση της αναιρεσίβλητης νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρ. 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270, 524 παρ. 1 και 2 και 528 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με τα άρθρα, αντιστοίχως, 12, 16 παρ.3 και 16 παρ.4 του ν. 2915/2001, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον όλων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, ενώ ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, οπότε, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικά.
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και έτσι δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνο πληρεξουσίων ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση.
Η απαγόρευση της παράστασης με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου στην περίπτωση του άρθρου 528 ΚΠολΔ ισχύει όχι μόνο για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, αλλά και για τον αντίδικό του, ο οποίος κανονικά είχε παραστεί στον πρώτο βαθμό. Τούτο σαφώς προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις διότι διαφορετικά, χωρίς δηλαδή την πραγματική παράσταση όλων των διαδίκων, προφορική συζήτηση δε νοείται, αλλά και επιβάλλεται, για την ισότητα των όπλων και από την αρχή της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ).
Τέλος, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την, κατά τα προεκτιθέμενα, αντικατάστασή του, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 260 παρ.1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ίδιου Κώδικα), αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 290/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών και ερήμην του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου, αλλά η διαδικασία προχώρησε σαν να ήταν και αυτός παρών, έγινε δεκτή η από 26-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσΙβλήτου και λύθηκε ο μεταξύ των διαδίκων γάμος.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε την από 8-2-2007 έφεσή του, η συζήτηση της οποίας ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ορίστηκε για τη δικάσιμο της 26-4-2007. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης η μεν εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον παριστάμενο πληρεξούσιο δικηγόρο της, ο δε εκκαλών και τώρα αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ως μη κανονική την παράσταση του αναιρεσείοντος, που πρωτοδίκως είχε δικαστεί σαν να ήταν παρών, ενόψει του ότι η εκ μέρους αυτού άσκηση της εφέσεως θα επέφερε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης άνευ άλλου τινός με συνέπεια να είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου .Και με τη σκέψη αυτή, λόγω ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, ως εκκαλούντος, απέρριψε την έφεση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν δίκασε παρά το νόμο ερήμην τον αναιρεσείοντα γι 'αυτό και ο δεύτερος λόγος κατ'εκτίμηση από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τ'αντίθετα πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, είναι και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης υπό την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτησή του που υπέβαλλε με τις προτάσεις που κατέθεσε, περί αναστολής της δίκης μέχρι να περατωθεί η εκκρεμούσα δίκη επί της από 25-1-2007 ανακοπής ερημοδικίας που είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, καθόσον αυτός κατά τα προεκτεθέντα δικάσθηκε ερήμην.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3 Ιανουαρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4736/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ