251/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Legislator headnote
AI generated251/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προσκομίζεται, κατ' άρθρο 12 του ν. 2298/1995, η 604/2004 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που αναφέρεται και στους δύο λόγους αναιρέσεως.
Full text
Απόφαση 251 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 251/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από τον δικαστικό του αντιπρόσωπο Σταύρο Σπυρόπουλο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.
Του αναιρεσίβλητου : Α. Κ. του Ν., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Αυγούστου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1285/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3013/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 15 Μαρτίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, διάβασε την από 12 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψη και καθένας την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προσκομίζεται, κατ' άρθρο 12 του ν. 2298/1995, η 604/2004 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που αναφέρεται και στους δύο λόγους αναιρέσεως.
Ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 του ΑΚ, κατά τον οποίο όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου. Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων εκ σχέσεως εργασίας, διότι δεν εισάγεται υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση με το άρθρο 103 παρ. 2 του Συντάγματος, που απαγορεύει την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση.
Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, επαγόμενη την ακυρότητα της προσλήψεως, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ενέχεται σε απόδοση της ωφελείας που προήλθε από την παρασχεθείσα σ' αυτό εργασία εκ της οποίας κατέστη πλουσιότερο.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 84 εδαφ. α', γ' και δ' του ν.δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", για τη σύναψη συμβάσεως με το Δημόσιο απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου. Αν δεν τηρηθεί ο τύπος αυτός η σύμβαση εργασίας που καταρτίζει το Δημόσιο με κάποιον εργαζόμενο είναι άκυρη. Τότε υπάρχει απλή σχέση εργασίας, για την οποία δεν οφείλεται μισθός, αλλά αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού των άρθρων 904 επ.
ΑΚ, η οποία(αποζημίωση) είναι ίση με την ωφέλεια του εργοδότη, που αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία,, η οποία υπολογίζεται με βάση τα όσα θα πλήρωνε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, σε άλλον εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητα και υπό τις ίδιες συνθήκες για την παροχή της ίδιας εργασίας. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 1 του Ν. 419/1976 περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, που εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, "αι εν άρθρω 59 παρ. 1 στοιχ.
β' θέσεις Βοηθητικού Προσωπικού της Εξωτερικής Υπηρεσίας πληρούνται υπό προσωπικού Ελληνικής ή αλλοδαπής ιθαγένειας, επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου, της μηνιαίας αποζημιώσεως των οριζομένης δια της συμβάσεως εις το ύψος των αποδοχών του Κλητήρος Α' της Κεντρικής Υπηρεσίας", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου "εις απάσας τας Διπλωματικάς Αρχάς προσλαμβάνεται παρά του Προϊσταμένου είς οδηγός και θυρωροί ή φύλακες επί σχέσει Ιδιωτικού Δικαίου αορίστου χρόνου" και τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 131 παρ.14 του ίδιου νόμου "αι αποδοχαί των υπηρετούντων παρ' Αρχαίς εξωτερικού επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου Ιδιαιτέρων Γραμματέων, Μεταφραστών ως και του Βοηθητικού Πρωσωπικού καθορίζονται εις τα άρθρα 68 και 69 και αι αποδοχαί των οδηγών και του υπηρετικού προσωπικού των Διπλωματικών και των Προξενικών Αρχών καθορίζονται κατά περίπτωσιν, διαπράξεως του Υπουργού".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, οι αποδοχές των φυλάκων-θυρωρών και οδηγών, που προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στις αρχές της εξωτερικής Υπηρεσίας του ΥΠΕΞ, καθορίζονται κατά περίπτωση δια πράξεως του Υπουργού Εξωτερικών, ενώ οι αποδοχές του λοιπού βοηθητικού προσωπικού, που προσλαμβάνεται στις ίδιες ως άνω αρχές με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, προσδιορίζονται στο ύψος των αποδοχών του βαθμού του κλητήρα Α' της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΥΠΕΞ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος εκτελούσε καθήκοντα φύλακα και περιστασιακώς οδηγού στην Πρεσβεία της Σόφιας, επιδίκασε σ' αυτόν με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως αδικαιολόγητο εις βάρος του πλουτισμό του Ελληνικού Δημοσίου, τη διαφορά των αποδοχών του κλητήρα Α' της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΥΠΕΞ και της μηνιαίας αποζημιώσεώς του των 1200 δολαρίων ΗΠΑ, που έλαβε από το Ελληνικό Δημόσιο, του χρονικού διαστήματος από 1-1-1999 μέχρι 31-5-2001 και έτσι, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 ΑΚ και 69 παρ.1, 70 παρ. 1 και 131 παρ. 14 του ν. 419/1976.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος ασκούσε κυρίως καθήκοντα φύλακα και περιστασιακώς οδηγού, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αλλά ότι εκτός από τα καθήκοντα του φύλακα και οδηγού εκτελούσε και καθήκοντα κλητήρα και προσέφερε υπηρεσίες και στο τηλεφωνικό κέντρο, ενώ λόγω γνώσης της Βουλγαρικής γλώσσας εκτελούσε και ανεπίσημα καθήκοντα διερμηνέα, συνοδεύοντας υπαλλήλους της Πρεσβείας σε διάφορες επαγγελματικές εκδηλώσεις ανοικτές σε ευρύ κοινό, όπως σε συνέδρια πολιτικών κομμάτων, εγκαίνια.
Με το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" ορίζεται ότι: "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της" και με το άρθρο 91 ότι "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η επιδίωξη αυτής.
Προκειμένου όμως περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα τελωνεία η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών". Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με άκυρη σύμβαση εργασίας, λόγω μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου και προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Ελληνική Πρεσβεία της Σόφιας και ότι, όπως προαναφέρθηκε, εδικαιούτο ως αδικαιολόγητο εις βάρος του πλουτισμό του Ελληνικού Δημοσίου τη διαφορά των αποδοχών του κλητήρα Α' της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΥΠΕΞ και της μηνιαίας αποζημιώσεώς του των 1200 δολαρίων ΗΠΑ, που έλαβε από το Ελληνικό Δημόσιο του χρονικού διαστήματος από 1-1-1999 μέχρι 31-5-2001.
Έκρινε δε ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου από την εν λόγω αιτία του χρονικού διαστήματος από 1-1-1999 μέχρι 31-8-1999 δεν υπέκυψαν στην άνω διετή παραγραφή, για το λόγο ότι από του τέλους του έτους (1999) εντός του οποίου γεννήθηκαν έως της επιδόσεως της αγωγής, δεν παρήλθε το χρονικό τούτο διάστημα (διετία).
Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται η αιτίαση της δια της κρίσεως αυτής παραβιάσεως των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 του ν.δ. 2362/1996, καθόσον κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, η παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων του αντιδίκου άρχισε, όχι από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν, αλλά από της γενέσεως κάθε μιας περιοδικής από αυτές παροχής και δη από το τέλος κάθε μήνα από του οποίου ήταν καταβλητέες.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως και το δι' αυτού αγόμενο προς κρίση ζήτημα, του εάν δηλαδή η παραγραφή των άνω αξιώσεων αρχίζει από του χρόνου γενέσεως της κάθε μιας περιοδικής από αυτές, ή από του τέλους του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες, ως όριζαν οι αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύσαντος ν.δ. 321/1969,των οποίων μη επιτυχή γραμματική αναδιατύπωση συνιστούν οι παραπάνω, δημιουργεί τοιούτον (ζήτημα) γενικοτέρου ενδιαφέροντος, αφού αφορά την παραγραφή των αξιώσεων του συνόλου των ρηθεισών κατηγοριών υπαλλήλων του Δημοσίου από τις άνω αιτίες.
Πρέπει επομένως ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2β' Κ.Πολ.Δ. στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ότι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό. Και
Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 14 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ