Legislator Case Law & Legislation
250/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first two defendants as inadmissible due to improper service of summons.

Case Number 250/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal against the first two defendants inadmissible because the summons for the hearing was not served legally and in advance. The appellants argued that the lower court's finding of fault regarding the accident was erroneous, but the court ruled that such complaints constitute an impermissible attack on the trial court's discretionary evaluation of evidence. Consequently, the appeal against the third defendant was allowed, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the third respondent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or appears without complying with legal requirements, the Supreme Court examines whether the party was properly and timely summoned; if not, the hearing is declared inadmissible and the case is remitted for a new summons.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal improper service of summons Code of Civil Procedure evaluation of evidence legal costs supreme court review remittal for new summons

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the third paragraph of Article 3 of Law 4335/2015
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 923 § 1 του ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 του Ν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 250 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 250/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) L. B. του S. και 2) M. B. του M., κατοίκων ..., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους M. B., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Μπαμπάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ" και ήδη "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην ως άνω από 12-9-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 26-4-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 2804/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-1-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου, ή επιδόθηκε μεν, αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται (για συζήτηση) με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, από τη διάταξη της παραγράφου 3 εδάφιο β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, κάποιος απ' αυτούς, στην περίπτωση της απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, ή εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.

ΑΠ 14/2015, ΑΠ 853/2022). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος ( ΑΠ 2/2022, ΑΠ 245/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018). Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσδιορίστηκε, με την από 27-04-2021 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος, για να συζητηθεί κατά την προκειμένη δικάσιμο της 16-09-2022.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά του πινακίου, ο πρώτος και η δεύτερη των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, δεν προσκομίζουν, ούτε επικαλούνται έκθεση επίδοσης του δικογράφου της αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστούν στη συζήτηση, προς τους απολειπόμενους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσίβλητων, για την προκειμένη δικάσιμο της 16-09-2022, προς απόδειξη της νομότυπης κλήτευσής τους.

Ούτε σε κάθε περίπτωση προσκομίζεται από την παριστάμενη τρίτη αναιρεσίβλητη απόδειξη κλήτευσης των ομοδίκων της, πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων. Από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας συνεπώς, δεν προκύπτει, κλήτευση των απολειπόμενων πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων. Επομένως, πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.

β' ΚΠολΔ, ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς, δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι προς αποζημίωση από αδικοπραξία στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 206/2021, ΑΠ 458/2020).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144, 145, 516, 553 παρ. 1 στοιχείο (β), 566 παρ. 1, 309 εδ. (α), 321, 495 παρ.1 και 577 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγονται τα εξής: Σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, δηλαδή εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ.

ΑΠ 5/2001). Δικαίωμα έφεσης έχουν, εφ' όσον νικήθηκαν, ολικά ή εν μέρει, στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων και ο εναγόμενος, επίσης, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος, που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Ο χαρακτήρας της απόφασης, ως τελεσίδικης, ή μη, κρίνεται, κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, δεν αρκεί η απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης (ΑΠ 91/2022, ΑΠ 967/2021, ΑΠ 594/2017).

Η κατ' αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφ' ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της απόφασης, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία, από τη δημοσίευση της απόφασης, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, των δύο (2) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015).

Η (γνήσια) προθεσμία άσκησης της αναίρεσης, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει, από την επίδοση της απόφασης (άρθρο 564 παρ. 2 ΚΠολΔ) ενώ, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η (καταχρηστική) προθεσμία άσκησης της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη, για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015).

Η προθεσμία δε άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, και ανεξάρτητα αν εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης έφεσης κατ' αυτής. Η πρώτη (προθεσμία αναίρεσης) ηρεμεί κατά τη διάρκεια της δεύτερης (προθεσμία έφεσης) και αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση τελεσιδίκησε, υποκείμενη σε αναίρεση (ΑΠ 307/2022, ΑΠ 185/2022, ΑΠ 153/2015, ΑΠ 709/2007, ΑΠ 1000/2001).

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της κατ' αντιμωλία εκδοθείσας οριστικής απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου, αν η τελεσιδικία δεν συνομολογείται (ΑΠ 1335/2020, ΑΠ 242/2015), γίνεται, με την προσκόμιση της σχετικής έκθεσης επίδοσης ή με τη βεβαίωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο, που επιδόθηκε (άρθρα 122, 123, 139, 140 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τη βεβαίωση - πιστοποιητικό της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της έφεσης.

Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, ως απαράδεκτη (ΑΠ 91/2022, ΑΠ 967/2021, ΑΠ 221/2020, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 92/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 28-01-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 15661/24/18-02-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2804/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 και 614 αριθμ. 1, 6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 25-11-2016 αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζήτησαν, υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους M.

B. και για λογαριασμό αυτού, την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής του βλάβης, αντίστοιχα, που υπέστη από τον τραυματισμό του κατά το ιστορούμενο στην αγωγή αυτοκινητικό ατύχημα, οφειλόμενο σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου - οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο ανήκε στην κυριότητα της δεύτερης εναγόμενης και ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.

Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2804/2018 πρωτόδικη απόφαση επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, ως εκ του νόμου αντίκλητο αυτών (άρθρο 143 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 - ΑΠ 184/2021, ΑΠ 151/2021, ΑΠ 247/2020, ΑΠ 247/2020), στις 18-12-2018, με επιμέλεια των αναιρεσίβλητων, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Χ.

Τ., επί του προσκομιζόμενου από τους αναιρεσείοντες επιδοθέντος αντίγραφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με την υπάρχουσα στο τέλος αυτής, παραγγελία προς επίδοση της πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσίβλητων. Από την επομένη (19-12-2018) άρχισε η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών για την άσκηση έφεσης, που συμπληρώθηκε στις 17-01-2019, χωρίς να ασκηθεί έφεση και έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη, όπως συνομολογεί η τρίτη αναιρεσίβλητη με τις από 07-09-2022 προτάσεις της, που κατατέθηκαν νόμιμα, στις 12-09-2022, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, (βλ.

τρίτη σελίδα αυτών). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε με την κατάθεσή της (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, στις 18-02-2019. Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη, υποκείμενη σε αναίρεση.

Επίσης, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στις 18-02-2019, ασκήθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης (17-01-2019), οπότε η προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση τελεσιδίκησε, και ειδικότερα ασκήθηκε την πρώτη μη εξαιρετέα, εργάσιμη ημέρα (Δευτέρα,18-02-2019) από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, δεδομένου ότι η καταληκτική ημέρα της προθεσμίας αυτής (16-02-2019) ήταν ημέρα Σάββατο, δηλαδή ήταν εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα, όπως και η επομένη ημέρα (17-02-2019), που ήταν Κυριακή (άρθρο 144 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, μεταξύ των αναιρεσειόντων και της τρίτης αναιρεσίβλητης, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ. υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).

Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/ 2013).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018, ΑΠ 100/2015).

Περαιτέρω, η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό τέτοια δε (ικανότητα προς καταλογισμό), δεν έχει, κατά τη διάταξη του άρθρου 916 ΑΚ, αυτός που δεν συμπλήρωσε το δέκατο έτος της ηλικίας του. Ειδικότερα, κατά την εν λόγω διάταξη του άρθρου 916 ΑΚ, "όποιος δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του δεν ευθύνεται για ζημία που προξένησε".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αφού ο μη συμπληρώσας το δέκατο έτος ανήλικος είναι μη ικανός προς καταλογισμό και δεν ευθύνεται για τη ζημία που προκάλεσε ο ίδιος σε τρίτον, ομοίως δεν ευθύνεται και στην περίπτωση που ο ίδιος συνέβαλε, με δική του ενέργεια ή παράλειψη, στην επέλευση της δικής του ζημίας και κατά συνέπεια δεν μπορεί, κατά νόμο, να αντιταχθεί από τον εναγόμενο η από το άρθρο 300 ΑΚ ένσταση, περί συντρέχοντος πταίσματος του ηλικίας κάτω των 10 ετών ανηλίκου (ΑΠ 1611/2017, ΑΠ 495/2012).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 923 § 1 του ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 2447/1996: "όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτον, εκτός αν αποδείξει, ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί.

Την ίδια ευθύνη έχει και όποιος ασκεί την εποπτεία με σύμβαση". Εποπτεία, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, είναι η επίβλεψη, επιτήρηση και προφύλαξη του εποπτευομένου, αναλόγως με τις περιστάσεις, ασκείται δε κατ' αρχάς, προκειμένου περί ανηλίκου, από τους έχοντες τη γονική μέριμνα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1510 ΑΚ, οι οποίοι όμως δύναται, με άτυπη σύμβαση, να την αναθέσουν σε ορισμένο τόπο και χρόνο σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι υπόχρεο προς εποπτεία του ανηλίκου δυνάμει της σύμβασης αυτής και υπέχει την ανωτέρω ευθύνη για τη ζημία, που ο ανήλικος προξενεί παρανόμως σε άλλον.

Με τις πιο πάνω διατάξεις καθιερώνεται τεκμήριο μαχητό σε βάρος του γονέα (εποπτεύοντος) για την ύπαρξη πταίσματός του περί την άσκηση της εποπτείας, το μέτρο της οποίας εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων και ιδίως την ηλικία, την ωριμότητα, τη μόρφωση, αλλά και την κατάσταση της υγείας (σωματικής και πνευματικής) εποπτεύοντος και εποπτευομένου.

Το τεκμήριο αυτό μπορεί να ανατραπεί, εφόσον ο εποπτεύων γονέας επικαλεσθεί, ότι άσκησε στη συγκεκριμένη περίπτωση, την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία, παρά την άσκηση της προσήκουσας εποπτείας, δεν μπορούσε να αποτραπεί. Το ίδιο ισχύει (ανατροπή του τεκμηρίου) και όταν ο εποπτεύων γονέας ισχυρισθεί και αποδείξει, ότι εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατή η άσκηση της εποπτείας ή όταν η ζημία προκλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που την εποπτεία στον ανήλικο ασκούσε άλλος κατόπιν σύμβασης με τον εποπτεύοντα γονέα του.

Στην τελευταία περίπτωση ο εποπτεύων γονέας δεν ελευθερώνεται οπωσδήποτε από τη δική του ευθύνη, παρά μόνο εάν είχε βεβαιωθεί ότι ο τρίτος είχε τις αναγκαίες ικανότητες για να αναλάβει την εποπτεία και είχε ελέγξει ότι αυτός εκπληρώνει προσηκόντως την υποχρέωση που ανέλαβε, ή εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατή η παράλληλη άσκηση της εποπτείας από τον εποπτεύοντα γονέα και του ελέγχου του τρίτου ( ΑΠ 1611/2017, ΑΠ 731/2008).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ασκήθηκε ή δεν ασκήθηκε εποπτεία δεν ελέγχεται αναιρετικά, ελέγχεται όμως η κρίση του ότι η εποπτεία που ασκήθηκε είναι ή δεν είναι η προσήκουσα με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά. Δηλαδή ελέγχεται η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της προσήκουσας εποπτείας (ΑΠ 1879/2017, ΑΠ 476/2013, ΑΠ 1328/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.): "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό.

Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ιδίου νόμου 2696/1999: " 1. Ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα".

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

ΑΠ 8/2005). Ωστόσο, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά τη σαφή έννοια της διάταξης του εδαφίου β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι, στον κανόνα αυτό των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που προσκομίστηκαν, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, γιατί στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, (Ολ.

ΑΠ 8/2005, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1512/2014). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, δηλαδή η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια, που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η κατά τον αναιρεσείοντα προβαλλόμενη, ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1109/2019, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 752/2017, ΑΠ 1226/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).

Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 414/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).

Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2804/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα : " Στις …-8-2018, και περί ώρα 13.40, ο B.

L. είχε μεταβεί με το υπ' αριθμόν ΖΗΖ - ... IX επιβατικό αυτοκίνητό του, στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο …, προκειμένου να επισκεφθεί τη σύζυγό του B. M., η οποία νοσηλευόταν εκεί. Στο αυτοκίνητο συνεπέβαιναν ο πατέρας της συζύγου του και τα τρία ανήλικα τέκνα τους: K., A. και M.. Φτάνοντας στο Νοσοκομείο, ο B.

L. στάθμευσε το IX επιβατικό αυτοκίνητό του δεξιά της ανώνυμης οδού (α.ο.), που βρίσκεται παράλληλα στην Λεωφόρο …, 250 μέτρα μετά την είσοδο του Νοσοκομείου. Στο συγκεκριμένο σημείο η ανώνυμη οδός: α) είναι μονής κατεύθυνσης με πλάτος 5,30 μέτρων, εκ των οποίων τα 2 μέτρα καταλαμβάνονται από τα παρανόμως σταθμευμένα IX επιβατικά αυτοκίνητα, καθώς κατά μήκος του δρόμου (κάθε 30 μέτρα) υπάρχουν ρυθμιστικές πινακίδες Ρ-40 "απαγορεύεται η στάση και στάθμευση".

Επίσης παρουσιάζει δεξιά μικρή κλίση, κατά την πορεία των οχημάτων και μικρή ανωφέρεια, β) δε διέρχεται από κατοικημένη περιοχή και συνεπώς το όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 90 χιλιόμετρα/ώρα. Πινακίδα Ρ-32 που ορίζει όριο 30 χιλιομέτρων/ώρα βρίσκεται στη Λεωφόρο …, εξαιτίας έργων που εκτελούνται σε αυτήν, και όχι στην α.ο., γ) κατά το χρόνο του ατυχήματος η άσφαλτος ήταν ξηρά, η κίνηση αυτοκινήτων ήταν πυκνή, επικρατούσε καλοκαιρία, ήταν ημέρα και ο φωτισμός ήταν επαρκής και η ορατότητα δεν περιοριζόταν.

Αφού ο B. L. στάθμευσε το IX επιβατικό αυτοκίνητο, παρέλαβε το τέκνο του A. και εισήλθε στο Νοσοκομείο, αφήνοντας τα άλλα δύο τέκνα στο όχημα με τον παππού τους. Στη συνέχεια ο παππούς εξήλθε και αυτός από το IX επιβατικό αυτοκίνητο με τα δύο εγγόνια του, και περίμεναν στο πεζοδρόμιο που βρίσκεται δεξιά της α.ο..

Στις 14.58, ο παππούς (66 ετών τότε) άφησε τον M. (3,5 ετών τότε) στο πεζοδρόμιο μπροστά από το IX επιβατικό αυτοκίνητο του B. L. και μαζί με τον K. (ο οποίος τότε ήταν 10 ετών και έπασχε από νοητική υστέρηση) κατευθύνθηκε στην πίσω μεριά του οχήματος, στο πορτ - μπαγκάζ. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο ο Α. Π., οδηγούσε το υπ' αριθμόν ΗΚΒ - ...

IX φορτηγό, κυριότητας της "... ΣΙΑ Ο.Ε.", που ήταν ασφαλισμένο, για την προς τρίτους αστική ευθύνη για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες, στην ασφαλιστική εταιρεία "...ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ... ΑΕΕΓΑ", στην α.ο. , με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων / ώρα. Τη στιγμή που ο Α. Π. προσέγγισε το υπ' αριθμόν ΖΗΖ - ... IX επιβατικό αυτοκίνητο και ήταν σχεδόν παράλληλα με αυτό, ο ανήλικος M.

κατέβηκε στο οδόστρωμα, πέρασε μπροστά από το υπ' αριθμόν ΗΚΒ - ... IX επιβατικό αυτοκίνητο και εισήλθε στην πορεία του υπ' αριθμόν ΖΗΖ - ... IX επιβατικού αυτοκινήτου. Ο Α. Π., αντιλαμβανόμενος τον ανήλικο, έκανε χρήση του συστήματος πέδησης του οχήματός του και πραγματοποίησε αριστερό αποφευκτικό ελιγμό. Εντούτοις το υπ' αριθμόν ΖΗΖ - ...

IX επιβατικό αυτοκίνητο, με την πλάγια μεριά του - περίγραμμα του αμαξώματος, χτύπησε τον ανήλικο ρίχνοντάς τον στο οδόστρωμα και τελικά ακινητοποιήθηκε μετά από 11,50 μέτρα. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι ο αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο B. L., ο οποίος παρέλειψε την άσκηση εποπτείας του τέκνου του και παρά την υποχρέωση που είχε ο ίδιος, ανέθεσε στον 66χρονο πατέρα της δεύτερης ενάγουσας να επιβλέψει μόνος του τα δύο ανήλικα τέκνα, τα οποία λόγω ηλικίας το ένα (M.) και διανοητικής κατάστασης το άλλο (K.), δεν ήταν ικανά να αντιληφθούν τον κίνδυνο από τη διέλευση των οχημάτων και να προφυλάξουν μόνα τους τον εαυτό τους, αποφεύγοντας να κατέβουν στο οδόστρωμα.

Έτσι, όταν ο παππούς ασχολήθηκε αποκλειστικά με τον K., ο M. βρήκε την ευκαιρία και κατέβηκε στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα το επίδικο ατύχημα. Αν, όμως, ο B. L. ήταν πιο επιμελής, θα άφηνε τον παππού να προσέχει ένα από τα τρία τέκνα, παραλαμβάνοντας μαζί του στο νοσοκομείο τα άλλα δύο, με αποτέλεσμα ο παππούς να μπορεί να έχει καλύτερη εποπτεία του ανηλίκου που θα πρόσεχε και συνακόλουθα δε θα επερχόταν το επίδικο ατύχημα.

Αντίθετα, κανένα πταίσμα δε βαρύνει τον Α. Π., ο οποίος κινείτο με τη νόμιμη ταχύτητα και δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον ανήλικο M., που λόγω της μικρής σωματικής του διάπλασης καλυπτόταν από το υπ' αριθμόν ΖΗΖ - .... Εξάλλου, ακόμα και αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το όριο ταχύτητας ήταν τα 30 χιλιόμετρα / ώρα, η κατά 10 χιλιόμετρα υπέρβαση του ορίου από τον Α.

Π. ήταν χωρίς επιρροή, δεδομένου ότι ο ανήλικος εξήλθε ξαφνικά στο οδόστρωμα τη στιγμή που το υπ' αριθμόν ΗΚΒ - ... βρισκόταν σχεδόν παράλληλα με το υπ' αριθμόν ΖΗΖ - ... IX επιβατικό αυτοκίνητο. Για τον ίδιο λόγο τα φθαρμένα ελαστικά του υπ' αριθμόν ΗΚΒ - ... IX επιβατικού αυτοκίνητου δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα. [...].

Κατόπιν των ανωτέρω θα πρέπει να απορριφθεί η κυρία αγωγή [...]. Εξάλλου, αναφορικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή, παρέλκει η εξέταση της μετά την απόρριψη της κυρίας αγωγής, υπό την αίρεση παραδοχής της οποίας τελούσε". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 25-11-2016 αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζήτησαν, υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους M.

B. και για λογαριασμό αυτού, την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής της βλάβης, αντίστοιχα, που υπέστη από τον τραυματισμό του κατά το ιστορούμενο στην αγωγή αυτοκινητικό ατύχημα και περαιτέρω, μετά την απόρριψη της αγωγής αυτής, έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση της από 26-04-2017 παρεμπίπτουσας αγωγής των αναιρεσίβλητων κατά των αναιρεσειόντων, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι οι αναιρεσείοντες είναι συνυπαίτιοι κατά ποσοστό 95% στην πρόκληση του ατυχήματος, γιατί επέδειξαν αμέλεια ως προς την εποπτεία του ανηλίκου και ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν να τους καταβάλουν το 95% του ποσού που θα υποχρεωθούν οι ίδιοι (αναιρεσίβλητοι) να καταβάλουν στους ενάγοντες της κύριας αγωγής και ήδη αναιρεσείοντες.

Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (κατά σειρά αναφοράς στο αναιρετήριο του περιεχομένου του) οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφιο α' και β' του ΚΠολΔ, με την αιτίαση (κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου) ότι παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 19 παρ. 1, 2, 3 και 26 του Ν. 2696/1999, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με το να μην θεωρήσει ως αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος τον πρώτο αναιρεσίβλητο - οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς δέχθηκε ότι τα προταθέντα από αυτούς περιστατικά δεν στοιχειοθετούν την αμέλεια, όπως αυτή περιγράφεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, μολονότι αποδείχθηκε πλήρως το παράνομο της οδηγητικής του συμπεριφοράς του ανωτέρω οδηγού, αφού αυτός παρέβη πλήθος διατάξεων του Κ.Ο.Κ., επιδεικνύοντας καθ' όλα αμελή συμπεριφορά.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 330 του ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 19 παρ. 1, 2, 3 και 26 του Ν. 2696/1999, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν πληρούσαν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων, αφού δεν στοιχειοθετούν παράνομη και υπαίτια και δη αμελή συμπεριφορά από πλευράς του πρώτου αναιρεσίβλητου - οδηγού, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα.

Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως δέχθηκε, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος - οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ΗΚΒ - ... ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου κινείτο με τη νόμιμη ταχύτητα 40 χιλιομέτρων την ώρα στην αναφερόμενη ανώνυμη οδό, στην οποία το όριο ταχύτητας ανέρχεται στα 90 χιλιόμετρα την ώρα, γιατί η πινακίδα Ρ-32 που θέτει όριο 30 χιλιομέτρων την ώρα βρισκόταν στη Λεωφόρο … λόγω εκτέλεσης έργων σε αυτήν και όχι στην ανώνυμη οδό και δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον ανήλικο υιό των αναιρεσειόντων M., ηλικίας τότε 3,5 ετών, που εισήλθε αιφνίδια στο οδόστρωμα, όταν το άνω όχημα που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος - οδηγός βρισκόταν σχεδόν παράλληλα με το υπ' αριθμό ΖΗΖ - ...

ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο, μπροστά από το οποίο πέρασε ο ανήλικος εισερχόμενος στο οδόστρωμα, γιατί λόγω της μικρής σωματικής του διάπλασης καλυπτόταν από το τελευταίο αυτό υπ' αριθμό ΖΗΖ - ... ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο, μόλις δε αντιλήφθηκε τον ανήλικο τροχοπέδησε και πραγματοποίησε αριστερό αποφευκτικό ελιγμό.

Εφόσον δε, κατόπιν των παραδοχών αυτών έκρινε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα και δη με αμελή συμπεριφορά για το ένδικο ατύχημα και για τον τραυματισμό του ανήλικου υιού των αναιρεσειόντων, καταλήγοντας έτσι σε απορριπτικό αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τις αγωγικές αξιώσεις των αναιρεσειόντων που άσκησαν για λογαριασμό του ανήλικου αυτού τέκνου τους, δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, σύμφωνα με προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για να εφαρμοστούν, διότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, καθόσον δεν πληρούσαν το πραγματικό αυτών και ειδικότερα δεν θεμελίωναν αμελή οδηγητική συμπεριφορά, ούτε και παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.

από πλευράς του πρώτου αναιρεσίβλητου - οδηγού, ενώ περαιτέρω η, με βάση τις παραδοχές αυτές, κρίση του άνω Δικαστηρίου της ουσίας ότι ο ανωτέρω οδηγός - πρώτος αναιρεσίβλητος δεν επέδειξε αμελή συμπεριφορά και δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα, δεν βρίσκεται σε καμία αντίθεση με τα διδάγματα κοινής πείρας.

Επομένως, ο κρινόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και διότι υπό την επίφαση της παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την έλλειψη υπαιτιότητας του άνω οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος.

Περαιτέρω, ο ίδιος ανωτέρω αναιρετικός λόγος κατά το μέρος του κατά το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν από το Δικαστήριο, με ποιον τρόπο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, δηλαδή ποια είναι η εσφαλμένη έννοια, που αποδόθηκε από το άνω Δικαστήριο της ουσίας στους κανόνες δικαίου και ποια είναι η κατά τους αναιρεσείοντες ορθή έννοια των ίδιων κανόνων δικαίου, η οποία προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που η προσβαλλόμενη απόφαση φέρεται ότι παραβίασε και αφετέρου διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις, κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο, αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και δεν αφορούν στην ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτών, ούτε στην υπαγωγή των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της διαφοράς σε αυτούς.

Επίσης, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, της οδηγητικής συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσείοντος - οδηγού και ιδιαίτερα ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας και ειδικότερα της έλλειψης αμελούς συμπεριφοράς από πλευράς του, καθώς και της παράλειψης της άσκησης της προσήκουσας εποπτείας επί του ανηλίκου από τον πρώτο αναιρεσείοντα πατέρα του, η οποία βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Όσον αφορά την ειδικότερη αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας αναφορικά με την παραδοχή ότι τα φθαρμένα ελαστικά του ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα, πρέπει να αναφερθεί ότι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με την παραδοχή αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, καθόσον, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι "Για τον ίδιο λόγο τα φθαρμένα ελαστικά του υπ' αριθμόν ΗΚΒ - ...

IX επιβατικού αυτοκίνητου δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα", ο ίδιος δε αυτός λόγος, που σαφώς και επαρκώς αιτιολογεί την εν λόγω παραδοχή, έχει αναφερθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση ήδη αμέσως προηγουμένως και συνίσταται στο ότι ο ανήλικος εισήλθε αιφνιδίως στο οδόστρωμα, όταν το άνω όχημα που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος - οδηγός βρισκόταν σχεδόν παράλληλα με το υπ' αριθμό ΖΗΖ - ...

ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο, μπροστά από το οποίο πέρασε ο ανήλικος εισερχόμενος στο οδόστρωμα και συνεπώς με βάση τις προηγηθείσες αυτές παραδοχές αιτιολογείται σαφώς και επαρκώς ότι τα φθαρμένα ελαστικά του οχήματος δεν συνδέονται αιτιωδώς με το επελθόν ατύχημα, αφού ακόμα και αν ήταν σε καλή κατάσταση, υπό τις ανωτέρω γενόμενες ανελέγκτως δεκτές συνθήκες του επίμαχου ατυχήματος, αυτό δεν θα είχε αποτραπεί.

Επομένως ο δεύτερος (κατά σειρά αναφοράς στο αναιρετήριο του περιεχομένου του) αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το άνω Δικαστήριο της ουσίας και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου - οδηγού.

Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όσον αφορά την τρίτη αναιρεσίβλητη, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παρισταμένης τρίτης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ όσον αφορά τους απολειπόμενους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσίβλητων δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσίβλητων. -

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-01-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 15661/24/18-02-2019 αίτησης για αναίρεση υπ' αριθμ. 2804/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων. -

Απορρίπτει την ανωτέρω από 28-01-2019 αίτηση για αναίρεση υπ' αριθμ. 2804/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης.

-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. -

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης τρίτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ