Legislator Case Law & Legislation
250/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment for procedural errors not listed in appeal grounds.

Case Number 250/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final labor court judgment regarding a wage dispute. The appellant argued the lower court ignored specific evidence and failed to properly handle a third-party intervention by the state. The court ruled that these alleged errors did not fall within the narrow statutory list of grounds for appealing first-instance labor decisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure; Appeals against first-instance labor court decisions are limited to specific statutory grounds, excluding general procedural errors or failure to consider evidence not explicitly listed.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal procedural error grounds third party intervention evidence admissibility code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 250 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 250/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σπύρου Ασημακόπουλου του Ευαγγέλου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος, με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Δοξάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2012 ανακοπή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 860/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14568/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/9/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 10-9-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 14568/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά της 860/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί η από 28-12-2012 ανακοπή της ως άνω αναιρεσίβλητης για ακύρωση της 11797/2012 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μετά την παραδοχή της έφεσης και αφού έγινε δεκτή η από 4-11-2015 πρόσθετη παρέμβαση του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που προκλήθηκε ύστερα από την από 17-11-2014 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση της πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε η οριστική ως άνω απόφαση, και ακολούθως, έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη με αυτήν διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, που είναι όμοια ως προς το περιεχόμενο και την έννοια με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ,, είναι αντίστοιχος με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου, ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 28/1997, ΟλΑΠ 12/1995).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, κρίνονται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, όπως διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου και με βάση τα οποία τούτο, ως αναγκαία, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία των αντίστοιχων λόγων αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Ιδρύεται, δε, ο από τις ανωτέρω διατάξεις αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε, οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 2090/2017, ΑΠ 255/2010).

Ενόψει τούτων, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, ούτε όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή του αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 887/2019, ΑΠ 1238/2018, ΑΠ 148/2008), αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης).

Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο, δε, συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, η έκθεση στο αναιρετήριο των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα της αγωγής ή των ισχυρισμών, και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (χωρίς, δηλαδή, η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 1376/2011) Περαιτέρω, η αοριστία του αναιρετικού λόγου, εξαιτίας μη αναφοράς των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1990), ούτε να συμπληρωθεί το αναιρετήριο με την παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1938/2017).

Με τους ανωτέρω λόγους δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 532/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων:

Α) με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσβάλλει την απόφαση με την, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 του α.ν. 2039/1939, 159 και 189 ΑΚ, διότι: 1) δέχθηκε ότι συντελέστηκε εκχώρηση της ένδικης απαίτησης, που αυτός είχε έναντι της πρώτης αναιρεσίβλητης, προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς να έχει εκδοθεί προηγουμένως απόφαση αποδοχής της σχετικής περί εκχώρησης πρότασής του από τον Υπουργό των Οικονομικών και μετά προηγούμενη γνωμοδότηση της Επιτροπής του άρθρου 32 του α.ν. 2039/1939, με την αιτιολογία ότι το Ελληνικό Δημόσιο (εκδοχέας) είχε κηρύξει τη διαδικασία είσπραξης της εκχωρηθείσας απαίτησης και τούτο είχε γίνει δεκτό από την οφειλέτρια αυτής πρώτη αναιρεσίβλητη, 2) δέχθηκε ότι υπήρξε συντελεσμένη εκχώρηση της ένδικης απαίτησης, χωρίς να υπάρχει ούτε να μνημονεύεται συμβολαιογραφικό έγγραφο κατάρτισης της σύμβασης εκχώρησης ούτε ιδιωτικό έγγραφο αποδοχής της σχετικής περί εκχώρησης πρότασής του από το νόμιμο για την αποδοχή όργανο του εκδοχέα, μολονότι επρόκειτο για δωρεά του αντίστοιχου χρηματικού ποσού, 3) δέχθηκε ότι υπήρξε συντελεσμένη εκχώρηση της ένδικης απαίτησης από το γεγονός μόνο ότι, στην αίτηση αυτού για έκδοση διαταγής πληρωμής για το μισό της απαίτησης που είχε αναγνωριστεί ότι του οφείλει η πρώτη αναιρεσίβλητη με βάση την 23305/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και επί της οποίας είχε εκδοθεί η 1692/2012 διαταγή πληρωμής, δήλωνε ότι το υπόλοιπο μισό της απαίτησης, για το οποίο ζητούσε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την ανακοπή 11797/2012 διαταγή πληρωμής, έχει εκχωρήσει στο Ελληνικό Δημόσιο και 4) απέρριψε τον ισχυρισμό του περί νόμιμης και ισχυρής ανάκλησης της πρότασής του για εκχώρηση αιτία δωρεάς της ένδικης απαίτησής του προς το Ελληνικό Δημόσιο, με την αιτιολογία ότι δεν δικαιολογούνταν από τις περιστάσεις η ανάκληση αυτής, μολονότι συνέτρεχαν οι αναλυτικά εκτιθέμενες στο αναιρετήριο περιστάσεις που δικαιολογούσαν αυτήν.

Β) Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση της έλλειψης και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της. Ειδικότερα, α) εντοπίζει αντίφαση στο γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ στη μείζονα σκέψη αυτής δέχεται πως για τη συντέλεση της εκχώρησης απαιτείται απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από προηγούμενη γνωμοδότηση της Επιτροπής του άρθρου 32 του α.ν. 2039/1939 και, επί πλέον, δημοσίευση της περί της αποδοχής απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όταν η πρόταση δωρεάς περιέχει όρο, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, στην ελάσσονα πρόταση αυτής δέχεται τη συντέλεση της εκχώρησης, μολονότι δεν τηρήθηκαν τα ανωτέρω, αλλά με την αποδοχή της πρότασής του με το αναφερόμενο έγγραφο της Κεντρικής Υπηρεσίας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και τη σχετική αναγνώριση του ιδίου στην προαναφερόμενη ανωτέρω αίτησή του για έκδοση διαταγής πληρωμής και β) εντοπίζει αντίφαση στο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη, αφενός μεν, με τα αναφερόμενα έγγραφα και ιδίως το 2/9540/0025/22-2-2012 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, δέχεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε αποδεχθεί την περί της εκχώρησης της απαίτησης πρόταση αυτού, αφετέρου στη συνέχεια δέχεται ότι συντελέστηκε η εκχώρηση αυτής, γ) προκειμένου να απορρίψει τον καταλυτικό ισχυρισμό του ότι έγινε νόμιμη ανάκληση από αυτόν της πρότασής του για εκχώρηση της απαίτησης στο Ελληνικό Δημόσιο, δέχεται ότι η ανάκληση αυτής ήταν ανίσχυρη γιατί δεν είχε αποκλείσει ο αναιρεσείων τη δέσμευσή του από την πρόταση, ούτε από τις περιστάσεις συνάγεται ότι αποκλείεται η δέσμευση αυτή και, συνεπώς, είχε υποχρέωση να αναμείνει την αποδοχή της πρότασής του από το Ελληνικό Δημόσιο, μολονότι από τα έγγραφα που αυτός προσκόμισε κατά την εκδίκαση της ανακοπής και της έφεσης αποδεικνύονταν οι μνημονευόμενες αναλυτικά στο αναιρετήριο περιστάσεις που δικαιολογούσαν τη νόμιμη και ισχυρή ανάκληση της πρότασής του, η δε αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραλείπει στις αιτιολογίες της να μνημονεύσει τις περιστάσεις αυτές.

Οι ανωτέρω λόγοι της αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, καθόσον είναι αόριστοι. Τούτο διότι ο αναιρεσείων, αν και το Εφετείο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο, ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, προβάλει, δε, αυτός αιτιάσεις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν εκθέτει τις κρίσιμες, σχετικά με τα, αποτελούντα τη βάση των αναιρετικών λόγων, ζητήματα, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, και με βάση τα οποία έκρινε τους προβληθέντες με την, εξετασθείσα από αυτήν, έφεση και ακολούθως ανακοπή, λόγους έφεσης και ακύρωσης της διαταγής πληρωμής, ισχυρισμούς περί του παραδεκτού της έκδοσης αυτής και της βασιμότητάς της, καθώς και των τυχόν αυτοτελών ισχυρισμών που προτάθηκαν από τον ίδιο ως καθ' ου η ανακοπή και εφεσίβλητο.

Ο αναιρεσείων αρκείται στη γενική αναφορά στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις, ή ότι στερείται νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, εκθέτοντας το κατά τη δική του εκδοχή πραγματικό μέρος της υπόθεσης, όσα κατ' αυτόν αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά μέσα, η έννοια που αποδίδει αυτός στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, τις κατά τον ίδιο κρίσεις και τα πορίσματα στα οποία κατέληξε το δικαστήριο που φέρονται ως προϊόν του αποδιδόμενου ερμηνευτικού και υπαγωγικού σφάλματος, προβαίνοντας, μάλιστα, σε δική του εκτίμηση σχετικά με την πραγματική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης για το ζήτημα της εκχώρησης της απαίτησης, αναφέροντας <<Με την παραπάνω κρίση της φαίνεται η αναιρεσιβαλλόμενη να δέχεται ότι ολοκληρώθηκε η εκχώρηση της ένδικης απαίτησης προς το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς να έχει καταρτιστεί σχετική σύμβαση από τα αρμόδια αυτού όργανα...>>.

Δεν εκθέτει, όπως είναι αναγκαίο για το ορισμένο της προβολής των λόγων αυτών, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της έφεσης και της ανακοπής, καθώς και των αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων, με τις οποίες παραδοχές συνάπτεται αιτιωδώς το διατακτικό της απόφασής του και από τα οποία εξαρτάται και θα κριθεί η ορθότητα αυτού.

Χωρίς, όμως, την παράθεση των παραδοχών αυτών, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της αποδιδόμενης παράβασης των επικαλούμενων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, ούτε εάν είναι σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, οι αιτιολογίες του αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου της ουσίας, ενόψει του ότι η παράβαση κρίνεται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, ώστε να προκύπτει από αυτό, ενώ δεν είναι δυνατή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα.

Με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, κατοχυρώνεται ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα, για κάθε απειλούμενο στα δικαιώματα ή συμφέροντά του, η δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 8/2003), στην οποία εμπεριέχεται και το δικαίωμα ακρόασής του (ΑΠ 1670/1980), που καθιερώνεται και ως δικονομική αρχή (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) με σκοπό τη χρηστή διεξαγωγή της διαδικασίας.

Η παροχή έννομης προστασίας ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα δεν καλύπτει ωστόσο και την πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων, αλλά εναπόκειται κατ' αρχήν στο νομοθέτη να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία η υπόθεση δικάζεται (ΑΠ 1289/2011, ΑΠ 805/2001).

Κατά τα λοιπά παραπέμποντας η παραπάνω διάταξη στον κοινό νομοθέτη για την ειδικότερη ρύθμιση της διαδικασίας παροχής έννομης προστασίας, δεν απαγορεύει σ' αυτόν να θέτει κατά την κρίση του περιορισμούς στην άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος, εφόσον όμως αυτοί συμβάλλουν στη διασφάλισή του και δεν αναιρούν την ουσία του (ΑΠ 675/2010, ΑΠ 632/2004, ΑΠ 550/2003).

Συνεπώς, για να είναι συνταγματικά ανεκτοί οι τιθέμενοι περιορισμοί, πρέπει να συνάπτονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή απ' αυτά της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια πέρα από τα οποία ισοδυναμούν με άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου με την ως άνω συνταγματική διάταξη ατομικού δικαιώματος (ΑΕΔ 45/1997, ΑΕΔ 33/1995, ΟλΑΠ 20/1998), δηλαδή δεν επιτρέπεται οι τιθέμενοι περιορισμοί να περιστέλλουν κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό το δικαίωμα, ώστε αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (ΑΕΔ 2/1999, ΟλΑΠ 25/2006, ΑΠ 360/2010).

Με την προϋπόθεση αυτή, οι τιθέμενοι περιορισμοί είναι αντίστοιχα συμβατοί και με την αρχή της δίκαιης δίκης, που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η διάταξη αυτή συμπορεύεται με την ως άνω συνταγματική διάταξη, ορίζοντας ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί δίκαια η υπόθεσή του, δημόσια και σε εύλογη προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα και το οποίο θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας.

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν. δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελεί έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, δηλαδή έχει άμεση υπερνομοθετική ισχύ και οι διατάξεις της δεν συνεπάγονται διεθνή μόνο ευθύνη των συμβαλλόμενων κρατών, αλλά θεμελιώνουν απευθείας δικαιώματα για τα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους (ΟλΑΠ 21/2001).

Στο πλαίσιο έτσι αυτό, ο κοινός νομοθέτης έχει υποχρέωση να ρυθμίζει τη διαδικασία δικαστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών κατά τρόπο που θα εξασφαλίζει την ακώλυτη και ισότιμη για όλους πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης κατά την παραπάνω έννοια, στην οποία όμως και πάλι δεν περιλαμβάνεται η πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων ούτε απαγορεύει στον εθνικό νομοθέτη να αποκλείει παντελώς οπωσδήποτε το αναιρετικό βήμα (ΑΠ 264/2013, ΑΠ 1290/2011, ΑΠ 968/2010).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο Τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχει ισχύ από 1-1-2016, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλη αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (ΟλΑΠ 45/1987), οι οποίες είναι ειδικές ως προς τους επιτρεπόμενους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων και ως τούτου άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 147/2019, ΑΠ 757/2017).

Ο περιορισμός αυτός, με κριτήριο την υλική αρμοδιότητα, και την βάσει αυτής υπαγωγή της διαφοράς σε ορισμένη κατηγορία δικαστηρίων, αποβλέπει στην ταχύτερη επίλυση των υπαγόμενων στα ειρηνοδικεία διαφορών, που κατ' αρχήν είναι ήσσονος σημασίας, χάριν εξυπηρετήσεων του γενικού κοινωνικού συμφέροντος.

Γι' αυτό η ρύθμιση του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την οποία περιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση απόφαση ειρηνοδικείου ή μονομελούς πρωτοδικείου που εκδίδεται σε έφεση κατά απόφασης ειρηνοδικείου, δεν αντίκειται στις σχετικές Συνταγματικές ρυθμίσεις των άρθρων 4 παρ. 1, 8 εδ.

α' και 20 παρ. 1, περί ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, μη ακούσιας στέρησης του φυσικού δικαστή και ακρόασης από το δικαστήριο, αντίστοιχα, ούτε στο, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης <<για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών>>, δικαίωμα για δίκαιη δίκη (ΑΠ 1233/2020, ΑΠ 147/2019, ΑΠ 381/2015, ΑΠ 1654/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφαση, πλήττεται: α) με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, διότι δεν έλαβε υπόψη της την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την ύπαρξη της ένδικης απαίτησής του, που προκύπτει από την τελεσίδικη 23305/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως όφειλε να εξετάσει αυτεπάγγελτα αφού προέκυπτε από τη διαδικασία, αλλά και λόγω του ότι ο ίδιος είχε προτείνει το σχετικό ισχυρισμό, β) με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των μνημονευόμενων εγγράφων, ήτοι του 43499/577340/4-5-2010 της Κεντρικής Υπηρεσίας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και των 2/9540/0025/22-2-2012 και 2/73068/0025/9-8-2013 της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και δέχθηκε ότι από αυτά προκύπτει η αποδοχή από το Ελληνικό Δημόσιο της πρότασής του περί εκχώρησης της ένδικης απαίτησης αυτού, μολονότι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών περιέχει πραγματικά περιστατικά εντελώς αντίθετα και διαφορετικά από εκείνα που δέχεται η προσβαλλόμενη, γ) με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε και προσκόμισε, κατά τη δίκη στον πρώτο, αλλά και στο δεύτερο βαθμό, ήτοι την από 23-2-2012 επιστολή του αναιρεσείοντος προς τον Υπουργό Οικονομικών και δ) με τον έκτο λόγο της αναίρεσης διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την 21103/2015 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου λόγω αοριστίας της, διότι δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούσαν το έννομο συμφέρον αυτού να παρέμβει προσθέτως υπέρ της εκκαλούσας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, όμως, είναι, σύμφωνα με όσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη έγιναν δεκτά, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί οι πλημμέλειες, που αποδίδονται με αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκ των αρ. 16, 20, 11 περ. γ' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, δεν εμπίπτουν στην περιοριστική, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων και δεν συγχωρείται αναίρεση τέτοιας απόφασης για τους λόγους αυτούς.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 10-9-2018 αίτηση για αναίρεση της 14568/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα καθενός των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι παραστάθηκαν με διαφορετική υπεράσπιση, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία, όμως, ως προς το Ελληνικό Δημόσιο θα επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", σε συνδυασμό με την παρ. 2 της υπ` αριθ. 134423, από 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2018 αίτηση του Σπύρου Ασημακόπουλου του Ευαγγέλου, για αναίρεση της 14568/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση κάθε αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει, για μεν την πρώτη αναιρεσίβλητη σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ, για δε το δεύτερο αναιρεσίβλητο σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 2 της 250/2022 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Α.Π.