Supreme Court dismisses appeal on appeal admissibility and evidence evaluation grounds in civil damages case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of First Instance's judgment awarding damages for tortious conduct. The appellant argued that the Court of Appeal failed to consider specific payment receipts and misapplied civil code provisions regarding the agent's liability. The court rejected these claims, ruling that the lower court had properly evaluated all submitted evidence and that the appellant's arguments lacked legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) and 576(3) of the Code of Civil Procedure; Articles 713 and 714 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the grounds are unfounded, and a lower court's failure to explicitly list every piece of evidence does not constitute an error in evidence evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 250 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 250/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Ι. Κ., το γένος Φ. Α., κατοίκου … Βοιωτίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σκούφο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Α., κατοίκου … Βοιωτίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γεωργούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 186/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 04-12-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρθμ.186/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ'αρθμ. 26/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση, λόγω της αδικοπραξίας της, το ποσό των 46.000 ευρώ, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως, η οποία είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο της 23-03-2020, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτησή της, λόγω προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων για λόγους δημόσιας υγείας (υπ' αριθ. Δ1α/ΓΠοικ. 18176/15-3-2020 ΦΕΚ 864τ. Β ΚΥΑ Υπουργών Εθνικής Άμυνας-Υγείας-Δικαιοσύνης) φέρεται προς συζήτηση με την από 16-06-2020 κλήση της αναιρεσείουσας. Ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 ,556 ,558, 564, 566παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577παρ.3ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των άρθρων 713 και 714 του ΑΚ προκύπτει, ότι ο
εντολοδόχος οφείλει να διεξαγάγει την ανατεθείσα & αυτόν υπόθεση, να πράξει, δηλαδή, για λογαριασμό του εντολέα του καθετί που υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υποθέσεως, ευθύνεται δε έναντι του εντολέα του για κάθε πταίσμα. Σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της συμβάσεως ή πλημμελούς εκπληρώσεως ή παραβάσεως των νομίμων υποχρεώσεών του, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία, θετική και αποθετική, την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει ως γενεσιουργό αιτία πταίσμα του (ακόμη και ελαφρά αμέλεια), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 ΑΚ. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της. Επομένως, αν αυτός στα πλαίσια νόμιμης συμβάσεως εντολής έλαβε χρήματα από τον εντολέα του, προκειμένου να προβεί, για λογαριασμό του τελευταίου, στην αγορά κινητών πραγμάτων, έχει συμβατική υποχρέωση, να αποδώσει στον εντολέα του τα πράγματα που απέκτησε για λογαριασμό αυτού, εφόσον εκτέλεσε την εντολή ή, αλλιώς, να του επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε για την εκτέλεση της συμβάσεως αυτής.
Εφόσον δε συντρέχουν oι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, δηλαδή παράνομη και υπαίτια ιδιοποίηση των δοθέντων προς εκτέλεση της εντολής χρημάτων ή των αποκτηθέντων για λογαριασμό του εντολέα πραγμάτων, υφίσταται και υποχρέωση του εντολοδόχου κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 375 ΠΚ να αποδώσει τα ληφθέντα ή την αξία των αποκτηθέντων πραγμάτων ως αποζημίωση. Επομένως, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ' άρθρο 719 ΑΚ, καθώς και ότι προκαταβλήθηκε σ' αυτόν, κατ' άρθρο 721 ΑΚ, από τον εντολέα, για την εκτέλεση της εντολής και δε διατέθηκε προς τούτο, δεδομένου ότι δεν καθίσταται κύριος των δοθέντων σ' αυτόν από τον εντολέα, για την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 589/2017, ΑΠ 1642/2013, ΑΠ 655/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ και 375 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε. Επίσης με τον δεύτερο, επικουρικό, λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην απόφαση την από τον αρθμ.19 του ίδιου ως άνω άρθρου πλημμέλεια της παραβιάσεως εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 914 του ΑΚ και 375 του Π Κ, έχοντας αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές στο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, της υπεξαιρέσεως του ποσού των 46.000 ευρώ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Η Π. Σ. του Σ., η οποία είχε γεννηθεί στις 12-02-1927, απεβίωσε στη … Ν. Βοιωτίας στις 04-06-2011 και κατέλειπε ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον ενάγοντα που ετύγχανε ανηψιός της και του οποίου το κληρονομικό δικαίωμα αναγνωρίστηκε και βεβαιώθηκε με το υπ’ αριθμό 2867/16-72012 κληρονομητήριο του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Θηβών που χορηγήθηκε στον ενάγοντα μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 171/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας).
Η ως άνω κληρονομούμενη, ενώ βρισκόταν στο 84° έτος της ηλικίας της, αντιμετώπιζε σοβαρά κινητικά προβλήματα εξαιτίας των οποίων βρισκόταν κατάκοιτη στην οικία της και αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί έχοντας ανάγκη από τη βοήθεια τρίτων και, παράλληλα, έπασχε από πενταετίας τουλάχιστον από ανοϊκή συνδρομή με σοβαρή έκπτωση των νοητικών λειτουργιών, διαταραχή προσανατολισμού ως προς τον τόπο, χρόνο και εαυτό της καθώς επίσης και από οργανικό ψυχοσύνδρομο με ψευδαισθήσεις - παραισθήσεις, επιθετικότητα και διέγερση και για το λόγο αυτό λάμβανε φαρμακευτική αγωγή (βλ.
την από 21-04-2011 ιατρική γνωμάτευση της ειδικής νευρολόγου Ε. Π.-Μ., την από 24-04-2011 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Π. Κ. και την με ημερομηνία 04-05-2011 ιατρική βεβαίωση του Φ. Κ., Διευθυντή του Ορθοπεδικού Τμήματος του Γ.Ν. … και το υπ' αριθμό .../17-5-2011 υπηρεσιακό σημείωμα κοινωνικής λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας).
Η εναγόμενη ετύγχανε εξαδέλφη της ως άνω κληρονομουμένης και επισκεπτόταν συχνά την τελευταία προκειμένου να τη βοηθάει και για το λόγο αυτό είχαν αναπτύξει μεταξύ τους στενές σχέσεις γεγονός το οποίο εκμεταλλεύτηκε η εναγόμενη η οποία έλαβε από την κληρονομούμενη πληρεξουσιότητα προκειμένου να τακτοποιήσει κληρονομικές υποθέσεις της τελευταίας αλλά και να διαχειρίζεται τις τραπεζικές καταθέσεις της. Ειδικότερα, στις 05-04-2011 καταρτίστηκε το υπ’ αριθμό .../5-4-2011 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θηβών Α. Σ. βάσει του οποίου η ως άνω Π. Σ. παρείχε στην εναγόμενη την πληρεξουσιότητα:
α) Να αποδεχθεί για λογαριασμό της την επαχθείσα αυτήν κληρονομιά του αποβιώσαντος κατά το έτος 2008 αδελφού της Η. Σ. του Σ. και να παραλάβει από το αρμόδιο υποκατάστημα της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." βεβαίωση αναφορικά με το υπόλοιπο των λογαριασμών καταθέσεων που διατηρούσε ο ως άνω αποβιώσας κατά το χρόνο του θανάτου του και
β) να εκπροσωπεί αυτήν στις συναλλαγές της με την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και σε κάθε δοσοληψία που αφορούσε στον υπ' αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που διατηρούσε στην παραπάνω τράπεζα και στον υπ’ αριθμό ... λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης που διατηρούσε στην ίδια ως άνω τράπεζα και, πιο συγκεκριμένα, να αναλαμβάνει και να εισπράττει χρηματικά ποσά, χρηματόγραφα, μερισματαποδείξεις και τοκομερίδια και να υπογράφει για λογαριασμό της όλα τα σχετικά έγγραφα. Επιπλέον, τρεις ημέρες αργότερα καταρτίστηκε και το υπ’ αριθμό .../8-4-2011 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θηβών Α. Σ. σύμφωνα με το οποίο η ως άνω Π. Σ. παρείχε στην εναγόμενη την πληρεξουσιότητα:
α) Να αποδεχθεί για λογαριασμό της την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία της αποβιωσάσης κατά το έτος 2008 αδελφής της Β. Σ. του Σ. και να παραλάβει από το αρμόδιο υποκατάστημα της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." βεβαίωση αναφορικά με το υπόλοιπο των λογαριασμών καταθέσεων που διατηρούσε η ως άνω αποβιώσασα κατά το χρόνο του θανάτου της και
β) να εκπροσωπεί αυτήν στις συναλλαγές της με την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και σε κάθε δοσοληψία που αφορούσε στους προαναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς και, πιο συγκεκριμένα, να αναλαμβάνει και να εισπράττει χρηματικά ποσά, χρηματόγραφα, μερισματαποδείξεις και τοκομερίδια και να υπογράφει για λογαριασμό της όλα τα σχετικά έγγραφα καθώς επίσης και να ανοίξει σε οποιαδήποτε τράπεζα λογαριασμό με συνδικαιούχους την ίδια και την εναγόμενη ή άλλο πρόσωπο που θα υποδείκνυε η Π. Σ..
Στη συνέχεια, η εναγόμενη, χρησιμοποιώντας τα προαναφερόμενα πληρεξούσια, υπέβαλε, στις 14-04-2011, στο υποκατάστημα Θήβας της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." αίτηση για λογαριασμό της Π. Σ. με την οποία ζήτησε την πρόωρη εξόφληση της προθεσμιακής κατάθεσης, ποσού 46.000,00 ευρώ, που διατηρούσε η ανωτέρω εντολέας της στον υπ' αριθμό ...
λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης και η οποία έληγε στις 21-07-2011. Το παραπάνω ποσό μεταφέρθηκε αυθημερόν στον υπ' αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που διατηρούσε η Π. Σ. στην πιο πάνω τράπεζα και αναλήφθηκε αυθημερόν από την εναγόμενη η οποία, ακολούθως, υπέβαλε προς την τράπεζα "Geniki Bank" την από 14-04-2011 αίτηση δυνάμει της οποίας ανοίχθηκε στην ως άνω τράπεζα ο υπ’ αριθμό ...-… λογαριασμός ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους την ίδια, την Π.
Σ. και το γιό της εναγομένης Κ. Κ. και στον οποία η εναγόμενη κατέθεσε την ίδια ημέρα το ποσό των 43.000,00 ευρώ που αποτελούσε μέρος του ως άνω ποσού των 46.000,00 ευρώ και παρακράτησε το υπόλοιπο ποσό των 3.000,00 ευρώ. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η εναγόμενη έλαβε το ποσό των 46.000,00 ευρώ που ανήκε στην περιουσία της Π.
Σ. και το οποίο θα ελάμβανε ο ενάγων ως κληρονόμος της εάν αυτό υπήρχε στην περιουσία της κατά το χρόνο του θανάτου της. Η εναγόμενη αποκρύπτοντας το γεγονός της προαναφερομένης μεταφοράς του ανωτέρω χρηματικού ποσού στην τράπεζα "Geniki Bank" μέσω του ανοίγματος του παραπάνω κοινού τραπεζικού λογαριασμού, ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι το ως άνω ποσό ανέλαβε κατ' εντολή της Π.
Σ. και το παρέδωσε στην τελευταία η οποία και το ανάλωσε στο σύνολο του για την κάλυψη των αναγκών της (πληρωμή φόρων επί της κληρονομιάς των αποβιωσάντων αδελφών της Η. και Β. Σ., αμοιβή της οικιακής βοηθού που τη φρόντιζε, πληρωμή λογαριασμών οργανισμών κοινής ωφέλειας κ.λπ.) ενώ ως δικαιολογητικό λόγο για την ανάληψη ολόκληρου του ως άνω ποσού επικαλέστηκε τη σχετική επιθυμία της Π.
Σ. η οποία θα αισθανόταν περισσότερο ασφαλής εάν κατείχε το παραπάνω ποσό στην οικία της αλλά και θα τακτοποιούσε ευχερέστερα τις οικονομικές υποχρεώσεις της. Ωστόσο, ο ανωτέρω ισχυρισμός της εναγομένης τυγχάνει κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος, όπως ορθά απορρίφθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επειδή:
α) Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η ανάλωση του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού για την κάλυψη των ως άνω επικαλούμενων αναγκών της Π. Σ. ιδίως μάλιστα αν ληφθούν υπόψη τόσο το γεγονός ότι είχε τακτοποιήσει τα ζητήματα που αφορούσαν στην κληρονομιά των προαποβιωσάντων αδελφών της Β. και Η. Σ. αφού είχε αποδεχθεί την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά βάσει των υπ' αριθμούς .../30-12-2008 και .../29-10-2009 πράξεων αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θηβών Α. Π. - Σ., όσο και το γεγονός ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, συναλλαγές που αφορούν μεγάλα χρηματικά ποσά, όπως το παραπάνω, δεν πραγματοποιούνται με μετρητά αλλά με λογιστικό τρόπο για λόγους ασφάλειας με συνέπεια να μην υφίσταται ανάγκη για κατοχή χρήματος σε φυσική μορφή.
β) Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η Π. Σ. επιθυμούσε να κρατά ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό στην οικία της με τον κίνδυνο να κλαπεί ή να απωλεσθεί με άλλο τρόπο ενόψει και της ηλικίας και της κακής κατάστασης της υγείας της που δεν της επέτρεπαν να μετακινείται ώστε να διενεργεί πράξεις διαχείρισης της περιουσίας της.
γ) Η Π. Σ. λίγες ημέρες πριν την ανάληψη του ως άνω χρηματικού ποσού είχε παράσχει πληρεξουσιότητα στην εναγόμενη να διαχειρίζεται για λογαριασμό της τις τραπεζικές καταθέσεις της και να διενεργεί τις σχετικές συναλλαγές και ως εκ τούτου δεν υπήρχε λόγος να προβαίνει αυτοπροσώπως η ίδια σε συναλλαγές ενώ εάν ίσχυε τούτο δεν θα υπήρχε λόγος κατάρτισης των προαναφερόμενων πληρεξούσιων εγγράφων.
δ) Δεν υπήρχε δικαιολογητικός λόγος για πρόωρη ανάληψη του ανωτέρω χρηματικού ποσού που βρισκόταν τοποθετημένο σε προθεσμιακή κατάθεση αφού η ανάληψη του ποσού της προθεσμιακής κατάθεσης πριν από τη λήξη της συνεπάγεται, όπως είναι κοινώς γνωστό, ζημία για τον δικαιούχο που χάνει εν μέρει ή εν όλω τον τόκο που θα αποκόμιζε ως κέρδος και συνήθως πραγματοποιείται όταν συντρέχει άμεση και επείγουσα ανάγκη του δικαιούχου, γεγονός που δεν προέκυψε ότι συνέτρεχε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ωστόσο, σε αντίθεση με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της, η εναγόμενη ισχυρίζεται με την κρινόμενη έφεση της ότι ανέλαβε το ως άνω ποσό των 46.000,00 ευρώ από το λογαριασμό της Π. Σ. κατ' εντολή της τελευταίας και παρακράτησε το ποσό των 3.000,00 ευρώ για την πληρωμή διάφορων οικονομικών υποχρεώσεων αυτής ενώ το υπόλοιπο ποσό των 43.000,00 ευρώ το κατέθεσε σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "Geniki Bank" με συνδικαιούχους την ίδια (εναγόμενη), το γιό της Κ. Κ. και την Π. Σ. και τούτο κατ' επιθυμία της τελευταίας η οποία δεν ήθελε να περιέλθει το ως άνω χρηματικό ποσό στον ενάγοντα αλλά, αντίθετα, να δωρήσει αυτό στην εναγόμενη με δωρεά εν ζωή επιλέγοντας για την πραγματοποίηση της την κατάρτιση των ως άνω πληρεξούσιων εγγράφων με το δεύτερο εκ των οποίων παρείχε στην εναγόμενη την πληρεξουσιότητα να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό με συνδικαιούχους την εναγόμενη, την ίδια (Π. Σ.) και τρίτα πρόσωπα.
Ως δικαιολογητικό λόγο για την προβολή του ανωτέρω ισχυρισμού για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η εναγόμενη επικαλείται εσφαλμένο χειρισμό της υπόθεσης από την τότε πληρεξούσια δικηγόρο της η οποία, εν αγνοία της εναγομένης, δεν προέβαλε τον ως άνω ισχυρισμό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά τον προαναφερόμενο ισχυρισμό περί ανάλωσης του επίμαχου χρηματικού ποσού από την Π. Σ. που απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πλην όμως, ο εν λόγω ισχυρισμός της εναγομένης κρίνεται τουλάχιστον μη πειστικός καθόσον καταρρίπτεται αφενός μεν από το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγομένης ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφετέρου δε από το γεγονός ότι η εναγόμενη δεν προέβη σε καμία νομική ενέργεια σε βάρος της τότε πληρεξούσιας δικηγόρου της η οποία, κατά τον ανωτέρω ισχυρισμό, ενήργησε προς βλάβη των συμφερόντων της.
Ωστόσο, ο ως άνω νέος ισχυρισμός της εναγομένης εκτιμώμενος κατ' άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με τα όσα προέβαλε η εναγόμενη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τυγχάνει κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος επειδή η εναγόμενη δεν δίνει καμία εξήγηση για το λόγο για τον οποίο επιλέχθηκε από τη φερόμενη δωρήτρια του ως άνω χρηματικού ποσού η προπεριγραφείσα διαδικασία της επικαλούμενης δωρεάς μέσω της κατάρτισης δύο πληρεξούσιων εγγράφων με τους παραπάνω όρους αντί της ευχερέστερης και λιγότερο πολύπλοκης διαδικασίας της απευθείας δωρεάς του εν λόγω ποσού με σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο.
Επιπλέον, δεν προέκυψε η επικαλούμενη επιθυμία της ανωτέρω Π. Σ. να μην περιέλθει το επίμαχο χρηματικό ποσό ενάγοντα, ως κληρονόμο της, το κληρονομικό δικαίωμα του οποίου θα μπορούσε να αποκλείσει ή να περιορίσει μέσω της σύνταξης διαθήκης εάν πράγματι είχε τέτοια βούληση ενώ, περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι οι σχέσεις του ενάγοντος με την ως άνω αποβιώσασα ήταν κακές αφού η σύζυγος του Α. Τ. επισκεπτόταν αυτή σε καθημερινή βάση και συνέδραμε στη φροντίδα της.
Τέλος, στοιχείο που καταρρίπτει τον προαναφερόμενο ισχυρισμό περί δωρεάς, του επίμαχου χρηματικού ποσού αποτελεί και το γεγονός ότι στις 12-05-2011 η εναγόμενη μετέφερε το ποσό των 42.000,00 ευρώ, που εξακολουθούσε να υφίσταται στον παραπάνω κοινό τραπεζικό λογαριασμό της τράπεζας "Geniki Bank", σε άλλο λογαριασμό που άνοιξε την ίδια ημέρα στην ίδια ως άνω τράπεζα αλλά με συνδικαιούχους τον σύζυγο της Ι. (Κ.) και τον γιό της Κ. (Κ.) (όπως η ίδια η εναγόμενη ισχυρίζεται με το δικόγραφο της κρινόμενης έφεσης) δεδομένου ότι δεν υπήρχε κανένας προφανής λόγος προς τούτο ούτε και προέκυψε σχετική επιθυμία της Π.
Σ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη η οποία σε κάθε περίπτωση δεν είχε πλέον την υποχρέωση να συμμορφωθεί στις επιθυμίες της Π. Σ. αφού, κατά τους ισχυρισμούς της, είχε λάβει το επίμαχο ποσό ως δωρεά και ως εκ τούτου της ανήκε και μπορούσε να το διαθέτει κατά τη βούληση της. Αντίθετα, η παραπάνω μεταφορά του ως άνω χρηματικού ποσού σε συνδυασμό με τον προπεριγραφέντα τρόπο με τον οποίο ενήργησε η εναγόμενη ώστε να περιέλθει τούτο στην κατοχή της καταδεικνύει τη βούληση της εναγομένης να ιδιοποιηθεί το ανωτέρω ποσό με συνέπεια να έχει τελέσει υπεξαίρεση αυτού η οποία συντελέστηκε όταν ανέλαβε το ποσό των 46.000,00 ευρώ από την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και όχι όταν ανέλαβε το ποσό των 43.000,00 ευρώ, από τον κοινό λογαριασμό της τράπεζας "Geniki Bank", όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η εκκαλούσα στο δικόγραφο της κρινόμενης έφεσης επικαλούμενη τις διατάξεις του Ν. 5638/1932 σχετικά με τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η εναγόμενη διέπραξε την περιγραφόμενη στην ένδικη αγωγή αδικοπραξία και επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πού κατέληξε σε όμοια κρίση και υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 46.000,00 ευρώ δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού|».
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 του ΑΚ και 375 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών. Και τούτο διότι δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα υπεξαίρεσε το ποσό των 46.000 ευρώ στις 14-04-2011, όταν αυτή ανέλαβε το ποσό αυτό από τον υπ' αριθ. ...
λογαριασμό ταμιευτηρίου, που διατηρούσε η εντολέας της Π. Σ. στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, το οποίο την ίδια ημέρα είχε μεταφέρει σ' αυτόν, μετά την πρόωρη εξόφληση ισόποσης προθεσμιακής κατάθεσης που διατηρούσε η άνω εντολέας της στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, οπότε και εκδήλωσε την βούλησή της να το ιδιοποιηθεί.
Οι αναφερόμενες μετέπειτα ενέργειες της αναιρεσείουσας να ανοίξει την ίδια ημέρα (14-04-2011) στην τράπεζα GENIKI BANK του υπ' αριθ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους την ίδια τον υιό της Κ. Κ. και την εντολέα της και να καταθέσει από το παραπάνω ποσό το ποσό των 43.000 ευρώ και στη συνέχεια να μεταφέρει στις 12-05-2011 το ποσό των 42.000 ευρώ, που υφίστατο τότε στον αμέσως παραπάνω κοινό λογαριασμό, σε άλλον λογαριασμό, που άνοιξε στην ίδια τράπεζα (GENIKI BANK) με δικαιούχους το σύζυγό της Ιωάννη και τον υιό της Κωνσταντίνο, αποτελούν ενέργειες που ενισχύουν την ήδη, κατά τα παραπάνω, εκδηλωθείσα βούλησή της για ενσωμάτωση στην περιουσία της του ιδιοποιηθέντος ποσού και τη διατήρησή του εκ μέρους της σ' αυτή.
Εντεύθεν οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι δεν υπεξαίρεσε το ποσό αυτό, διότι αφενός στις 14-04-2011 κατέθεσε το ποσό των 43.000 ευρώ σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό αυτής, του υιού της και της εντολέως της και αφετέρου στις 12-05-2011, όταν μετέφερε το ποσό των 42.000 ευρώ σε άλλον λογαριασμό, το ανέλαβε ως είχε δικαίωμα από τον άνω κοινό λογαριασμό, ενόψει ότι δεν αποτελούν παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τις οποίες ελέγχεται η βασιμότητα του λόγου από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττουν την περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου η οποία όμως, είναι κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη.
Εξάλλου το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη: συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δικής, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, οι ανωτέρω πρώτος και δεύτερος επικουρικός, λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11. περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις, συνδυασμένες, διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος, είναι αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, χα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική-αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι, μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνον, από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 1982/2017).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από τον αρθμ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε η ανάλωση του ποσού των 3.000 ευρώ από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα για την εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων της Π. Σ., δεν έλαβε υπόψη τις από 15-04-2011 και 18-04-2011 αποδείξεις πληρωμής, ποσού 250 και 450 ευρώ αντίστοιχα προς την Ά. Κ. που φρόντιζε την Π. Σ. και την από 18-04-2011 απόδειξη πληρωμής του φόρου κληρονομίας της αδελφής της στη ΔΟΥ Θηβών, ποσού 628,97 ευρώ, τις οποίες (αποδείξεις) επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για ορισμένα εκ των οποίων γίνεται ειδικότερη αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα, ενόψει και της αναφοράς στην απόφαση ότι "οι υπόλοιπες αποδείξεις συνολικού ποσού 792,85 ευρώ έχουν εκδοθεί είτε στο όνομα της εναγομένης είτε στο όνομα τρίτων προσώπων αν και αφορούσαν επικαλούμενες δαπάνες της Π. Σ. και ως εκ τούτου δεν προκύπτει ότι τα αναφερόμενα σ' αυτές χρηματικά ποσά πληρώθηκαν από την ανωτέρω και ότι οι αντίστοιχες πληρωμές πραγματοποιήθηκαν από το ως άνω επιμέρους ποσό των 3.000 ευρώ".
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04-12-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρθμ.186/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ