250/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 250 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 250/2016
Legislator headnote
AI generated250/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 250 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 250/2016
Full text
Απόφαση 250 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 250/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Β. του Α., κατοίκου ..., 2)Α. Γ. του Δ., κατοίκου ... 3)Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 4)Λ. Π. του Α., κατοίκου ... και 5)Ν. Σ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Ματθαίου, ο οποίος ανακάλεσε την από 21/10/2015 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 526/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6749/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο με την από 27/3/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπαηλιάδης ανέγνωσε την από 13/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του και να απορριφθεί ως προς το δεύτερο σκέλος του. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου", καθιερώνει όχι μόνον την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποίαν συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, ή των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδοτήσεως προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξεως, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξεως και για τον χρόνο εκδόσεως αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη, από το Δικαστή, κρίση της Διοικήσεως. Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξεως, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοικήσεως να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα. Εξάλλου, με τις διατάξεις του Νόμου 2738/1999 (Κεφάλαιο Α') εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για την σύναψη Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Νόμου αυτού, η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχολήσεως των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Στο άρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για την ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχολήσεως των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδία ζητήματα μισθών, συντάξεων, συστάσεως οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδοτήσεως νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποιήσεως της δεσμεύσεως για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προωθήσεως νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στην συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του Νόμου 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοικήσεως και Αποκεντρώσεως και του, κατά περίπτωση, αρμοδίου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Νόμου 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγουμένης παραγράφου είναι δυνατό να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.) και λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) που δεν συμμετείχαν στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Νόμου 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξη (176) ΕΥΡΩ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του χρηματικού ποσού των εκατόν εβδομήντα έξη (176) ΕΥΡΩ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνον η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες, από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού με κοινές Υπουργικές Αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για την χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό χρηματικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για την χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετωπίσεως της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την χορήγησή τους.... 5. 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοικήσεως και Αποκεντρώσεως και ο, κατά περίπτωση, αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής καταστάσεως της Χώρας κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, που δεν συμμετείχαν στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών. Σε περίπτωση δε επεκτάσεως των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής καταστάσεως της Χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των εκατόν εβδομήντα έξη (176) ΕΥΡΩ. Δηλαδή, προϋπόθεση για την χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου 14 του Νόμου 3016/2002 και του σκοπού της ρυθμίσεως, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στην Εισηγητική Έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μην λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω χρηματικό ποσό. Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξη (176) ΕΥΡΩ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις άνω Υπουργικές Αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω χρηματικό ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοικήσεως να ασκήσει την προβλεπόμενη, από τις διατάξεις αυτές, κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση Υπουργικής Αποφάσεως για την επέκταση της χορηγήσεως της ένδικης παροχής και, πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξη (176) ΕΥΡΩ (Ολ. Σ.τ.Ε. 95/2013). Η δε τυχόν, κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Νόμου 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, για την χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξη (176) ΕΥΡΩ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοικήσεως και δεν μπορεί να μεταβάλει την φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων. Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοικήσεως θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σε αυτήν, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνον προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για την χορήγησή της. Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Νόμου 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχως της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του Νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Νόμου 3016/2002 (Φ.Ε.Κ. Α' 110) και όλες οι κοινές Υπουργικές Αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του". Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ιδίου Νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτόν, δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοικήσεως και Αποκεντρώσεως και του, κατά περίπτωση, αρμοδίου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Νόμου 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου αποδόσεως του άρθρου 12 του ιδίου Νόμου. Οι ανωτέρω κοινές Υπουργικές Αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.....
Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή, που συμψηφίζονταν μ' αυτήν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Νόμου 3016/2002 και τις, κατ' εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθείσες κοινές Υπουργικές Αποφάσεις....". Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του Νόμου 3016/2002 καθώς και των, κατ' εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθεισών κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, για να μην χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξη (176) ΕΥΡΩ, με βάση κοινές Υπουργικές Αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη των 176 ΕΥΡΩ, η οποία συμψηφίζονταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορηγήσεως οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αυξήσεως του κινήτρου αποδόσεως. Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (Κ.Υ.Α.), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ΕΥΡΩ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ΕΥΡΩ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Νόμου 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και λοιπά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών (Ολ. Α.Π. 16/2005, Ολ. Α.Π. 17/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε την από 13-11-2011 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7047/2011 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 526/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε ανελέγκτως ότι οι ενάγοντες απασχολούνται στο Υπουργείο Πολιτισμού με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα: Ο πρώτος από 1-6-2004, ως Αρχαιολόγος, η δεύτερη από 5-8-2003, ως Συντηρήτρια Δ.Ε., η τρίτη ενάγουσα από 1-11-2004, ως Αρχαιολόγος, η τέταρτη εξ αυτών από 1-3-2006, ως Αρχαιολόγος και ο πέμπτος ενάγων από 14-6-2004, ως εργάτης. Ότι παρείχαν κάτω από τις ίδιες συνθήκες και τους ίδιους όρους, ακριβώς την ίδια με τους λοιπούς συναδέλφους τους, της αυτής, κατά περίπτωση, ειδικότητας, εργασία, δηλαδή αυτήν της συντηρήσεως αρχαιοτήτων, διενέργειας ανασκαφών, εκπονήσεως - παρουσιάσεως μελετών κ.ο.κ. Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο οφείλει και οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται το αιτούμενο, από τους ιδίους, επίδομα των διατάξεων των άρθρων 14 του Νόμου 3016/2002. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 14 του Νόμου 3016/2002 δέχθηκε ότι η επίδικη παροχή των 176 ΕΥΡΩ, που έχει χορηγηθεί, με την έκδοση μεγάλου αριθμού κοινών Υπουργικών Αποφάσεων σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, που συνδέονται με αυτά με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του Νόμου 2470/1997 και στην συνέχεια του Νόμου 2305/2003, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας τους, αποτελεί στην πραγματικότητα, γενική αύξηση των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και στα Ν.Π.Δ.Δ., αφού εξέλιπε ο αρχικός δικαιολογητικός λόγος της ενισχύσεως των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, η, δε κατ' εξαίρεση, μη χορήγηση της παροχής αυτής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, αν και συνέτρεχε η μοναδική προϋπόθεση χορηγήσεώς της (υπαγωγή στο μισθολόγιο του Νόμου 2470/1997 και 2305/2003) οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Επομένως, οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν την επίδικη παροχή των 176 ΕΥΡΩ του άρθρου 14 του Νόμου 3016/2002, που χορηγήθηκε με τις αναφερόμενες, στην προσβαλλομένη απόφαση, κοινές Υπουργικές Αποφάσεις σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους, καθώς και στους υπαλλήλους, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., καθώς και των Ν.Π.Δ.Δ. που τελούσαν υπό όμοιες πραγματικές συνθήκες εργασίας. Κατέληξε δε το Μονομελές Εφετείο Αθηνών στην κρίση ότι η μη χορήγηση στους ενάγοντες της παροχής του άρθρου 14 του Νόμου 3016/2002, οι οποίοι πληρούσαν την ως άνω προϋπόθεση της υπαγωγής στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοικήσεως, για την χορήγησή της, συνιστά ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή, ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη και είχε υποχρεώσει το αναιρεσείον να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους την επίδικη παροχή. Όμως, με την κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε την έφεση κατά της υπ' αριθμ. 526/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Νόμου 3016/2002 και 24 παρ. 2 του Νόμου 3205/2003, καθόσον η παροχή του άρθρου 14 δεν συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων (των με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου) του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοικήσεως, αλλά παρέχεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μη εξομοιούμενη με μισθό, ανεξαρτήτως αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην συνταγματική αρχή της ισότητας δικαίωμα των διοικουμένων και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοικήσεως για την επέκταση μη νόμιμης δράσεως της Διοικήσεως. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Περαιτέρω, στο άρθρο 80 παρ. 10 του Νόμου 3057/2002 για την "Τροποποίηση και συμπλήρωση του Νόμου 2725/1999, ρύθμιση θεμάτων Υπουργείου Πολιτισμού και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι στο μόνιμο και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό όλων των κατηγοριών (Π.Ε., Τ.Ε., Δ.Ε.) των κλάδων και ειδικοτήτων Συντηρητών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και των εποπτευομένων από αυτό υπηρεσιών, αλλά και των Χημικών, βοηθών Χημικών, Μουσειακών Γλυπτών, οι οποίοι απασχολούνται στον τομέα της Συντηρήσεως Αρχαιοτήτων, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών οριζόμενο σε ενενήντα (90) ΕΥΡΩ από 1-7-2002 και αναπροσαρμοζόμενο με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού. Δηλαδή, χορηγήθηκε στο ως άνω προσωπικό του Υπουργείου Πολιτισμού αλλά και των εποπτευομένων από αυτό υπηρεσιών, που απασχολείται στην συντήρηση αρχαιοτήτων το ανωτέρω επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών, λόγω της φύσεως της εργασίας που απαιτεί την χρήση επικινδύνων, για την υγεία, χημικών και άλλων υλικών και εξαιρέθηκε από την εν λόγω παροχή το προσωπικό που συνδέεται με τις ανωτέρω υπηρεσίες με σχέση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και παρέχει την ίδια εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες με το συνδεόμενο με τις ίδιες υπηρεσίες με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό, δηλαδή με την Συντήρηση Αρχαιοτήτων. Αυτή η, κατ' εξαίρεση, μη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος συνιστά άνιση μεταχείριση των συνδεομένων με τις άνω υπηρεσίες, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου έναντι των υπολοίπων κατηγοριών, στις οποίες αυτή χορηγήθηκε, προς αποκατάσταση δε της διαταραχθείσας ισότητας θα πρέπει, προς άρση της δυσμενούς αυτής εξαιρέσεως, να λάβουν το επίδομα αυτό και οι εν λόγω εξαιρεθέντες υπάλληλοι, που δεν το έλαβαν (Α.Π. 1597/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη, περί των πραγμάτων, κρίση του και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά που ενδιαφέρουν την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά το ανωτέρω δεύτερο σκέλος της: Οι ενάγοντες απασχολούνται στο Υπουργείο Πολιτισμού με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα: Ο πρώτος ενάγων Α. Β. του Α. από τις 1-6-2004, ως Αρχαιολόγος, η δεύτερη ενάγουσα Α. Γ. του Δ. από τις 5-8-2003, ως Συντηρήτρια Δ.Ε., η τρίτη εξ αυτών Δ. Π. του Ι. από τις 1-11-2004, ως Αρχαιολόγος, η τέταρτη ενάγουσα Λ. Π. του Α. από τις 1-3-2006, ως Αρχαιολόγος και ο πέμπτος ενάγων Ν. Σ. του Κ. από τις 14-6-2004, ως εργάτης. Παρείχαν δε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και τους ίδιους όρους, ακριβώς την ίδια με τους λοιπούς συναδέλφους τους, της αυτής, κατά περίπτωση, ειδικότητας, εργασία, δηλαδή αυτήν της συντηρήσεως αρχαιοτήτων, διενέργειας ανασκαφών, εκπονήσεως -παρουσιάσεως μελετών κ.ο.κ. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη (Α.Π. 701/2014) οι τέσσερεις (4) πρώτοι ενάγοντες δικαιούνται, για το χρονικό διάστημα από τις 14-4-2007 έως τις 31-3-2009, ήτοι γι' αυτό των 23,5 μηνών, το επίδομα των ενενήντα (90) ΕΥΡΩ μηνιαίως, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 80 του Νόμου 3057/2002 και που ανέρχεται για τον καθένα τους στο συνολικό χρηματικό ποσό των 2.115 ΕΥΡΩ (90 ΕΥΡΩ Χ 23,5 μήνες), πλην του πέμπτου ενάγοντος, ο οποίος λόγω της ειδικότητας του εργάτη, με την οποίαν απασχολείτο, δεν διεκδικούσε το επίδομα αυτό.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι με την προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 80 παρ. 10 του Νόμου 3057/2002 είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω θα πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2, 3 και 4 του Νόμου 3016/2002 και 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 β του Συντάγματος δεχόμενο ως νόμιμη και ουσία βάσιμη την ένδικη αξίωση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων προς καταβολή της παροχής των 176 ΕΥΡΩ, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό. Εφόσον δε κατά το ως άνω αναιρεθέν κεφάλαιο δεν χρειάζεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, άλλη διευκρίνιση θα πρέπει ο 'Αρειος Πάγος, να κρατήσει την υπόθεση, να δικάσει την αγωγή και να την απορρίψει ως μη νόμιμη. Τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα θα πρέπει να συμψηφισθούν (άρθρο 22 παρ. 2β του Νόμου 3693/1957) λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 6749/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος.
ΔΙΚΑΖΕΙ την από 31-3-2009 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 53820/1633/2009 αγωγή κατά το μέρος αυτό.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή. Και
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ