250/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 250 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated250/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 250 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Full text
Απόφαση 250 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η θεσπιζόμενη με τη διάταξη του άρθρ. 48 παρ. 3 ΝΔ 496/1974, διετής παραγραφή των κατά των ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κ.λ.π. δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητος, ούτε προσκρούσει στα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 53/1974. Δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων. Η γενική διάταξη του άρθρου 242 του Α.Κ., αφορά τη λήξη και όχι την έναρξη της προθεσμίας. Το Εφετείο, εσφαλμένα υπολόγισε το ωρομίσθιο με βάση 40 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, αντί των 37,5 ωρών, που ίσχυαν για το προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυμάτων.
Αριθμός 250/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ε. Α. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2525/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3440/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 5-11-2001 αίτησή του. Εκδόθηκε η 136/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16-6-2011 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-9-2002 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία τότε Αρεοπαγίτη και μετέπειτα Αντιπροέδρου Θεοδώρου Αποστολόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτός ο έκτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ/τος), ορίζεται ότι "Πάν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της αστικής φύσεως ...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή για λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΑΠ Ολ. 40/1998). Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, του εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση. Εξ άλλου, με το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ιδίου Ν.Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1, ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος ..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών". Κατά δε το άρθρο 49 του ιδίου Ν.Δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα των ΝΠΔΔ, στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 16 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ιδίου Ν.Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετίας) έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Εξάλλου, με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής, δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ΝΠΔΔ, ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ΝΠΔΔ, αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς, η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, δεν αντίκειται στη κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συν/τος αρχή της ισότητας. Η αυτή ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων. Επίσης, η ως άνω διάταξη δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (ΕΣΔΑ), αφού οι υπερνοµοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων, που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους. Άλλωστε από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό, ευθέως, αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα και η προστασία της περιουσίας των ΝΠΔΔ (ΑΠ Ολ. 38/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο έκρινε με αυτήν ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, που είχε προσληφθεί και εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο (ΝΠΔΔ), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος των ετών 1992-1994, που προέκυπταν από τον µη υπολογισµό των αποδοχών του, µε τον βασικό µισθό ασφαλείας των ΕΓΣΣΕ, είχαν παραγραφεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της ανωτέρω αγωγής του, λόγω συμπληρώσεως διετίας από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη (άρθρ. 48 παρ. 3 ΝΔ 496/1974), την οποίαν ορθώς εφάρμοσε, κρίνοντας ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν διετής παραγραφή των κατά των ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κ.λπ. δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητος, ούτε προσκρούσει στα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 53/1974 (ΑΕΔ 9/2009, ΟλΑΠ 2/2011) και συνεπώς είναι αβάσιµος ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως. Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόµο έλαβε υπόψη πράγµατα µη προταθέντα και συγκεκριμένα την ένσταση παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσείοντος για διαφορές αποδοχών του των ετών 1992-1994, την οποία εξήτασε αυτεπαγγέλτως, παρά το γεγονός ότι η διάταξη του άρθρου 52 παρ.3 του ΝΔ 496/1974, που προβλέπει την αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της παραγραφής των αξιώσεων κατά των ν.π.δ.δ., είναι ανίσχυρη, διότι αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ, του πρώτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και των άρθρων 106 και 110 παρ.1 του ΚΠολΔ. Από το προσκομιζόμενο όµως αντίγραφο της από 21-6-1999 εφέσεως του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι το τελευταίο παραπονέθηκε, ειδικώς, µε τον πέµπτο (τελευταίο) λόγο αυτής, γιατί δεν έγινε δεκτή η ένσταση παραγραφής, που είχε προτείνει πρωτοδίκως, και δεν διακόπηκε, σύµφωνα µε το άρθρο 51 εδ. β' του ΝΔ 496/1974, µε την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υποβολή προς το αναιρεσείον αιτήσεως για πληρωµή οφειλόμενων διαφορών αποδοχών, αφού η αίτηση αυτή ήταν αόριστη. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το µέρος που στηρίζεται και σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 4 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η προσδιοριζόμενη µόνο µε τον αριθµό της ανωτέρω διατάξεως πλημμέλεια. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχοµένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση του κειµένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόµενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, µε αποτέλεσµα να καταλήξει σε πόρισµα επιζήµιο για τον αναιρεσείοντα. Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόµενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συµπέρασµα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, τον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείµενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, εξετάζοντας το αληθινό περιεχόµενο της αιτήσεως µε αριθµ. πρωτ. 26216/30-12-1994, την οποία είχε υποβάλει ο αναιρεσείων µαζί µε άλλους συναδέλφους του στο αναιρεσίβλητο νοσοκοµείο και προσκόµισε και επικαλέστηκε στο δικαστήριο, προς απόδειξη του ισχυρισµού του (αντενστάσεως) για διακοπή της παραγραφής, έκρινε κατά πλειοψηφία ότι µε την αίτηση αυτή δεν ζητήθηκε κατά τρόπο ορισµένο η διαφορά αποδοχών, που προερχόταν από τον υπολογισµό του βασικού µισθού του, σύµφωνα µε τα κατώτατα όρια των ΕΓΣΣΕ των ετών 1992-1994. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εκτίµησε ανέλεγκτα το αληθινό περιεχόµενο του πιο πάνω εγγράφου και δεν παραμόρφωσε το περιεχόµενο του µε την προ εκτεθείσα έννοια. Επομένως ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ, τρίτος λόγος είναι απαράδεκτος. Επίσης ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, µε τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διατάξεων, των άρθρων 48 παρ. 3, 49 και 51 περίπτ. β' του Ν.Δ. 496/1974, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι µε την παραπάνω από 30-12-1994 αίτηση του αναιρεσείοντος και των συναδέλφων του δεν ζητήθηκαν οι διαφορές αποδοχών, που προέκυπταν από την µη καταβολή του εκάστοτε βασικού µισθού των Ε.Γ. Σ. Σ. Ε., παρά το γεγονός ότι για τη διακοπή της παραγραφής µε υποβολή αιτήσεως, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, αρκεί η απαίτηση της πληρωµής γενικώς της διαφοράς µεταξύ των προβλεπόμενων από το νόµο, τις Σ.Σ.Ε. και της Δ.Α. αποδοχών και εκείνων που καταβλήθηκαν, είναι απαράδεκτος, αφού, υπό την επίφαση πληµµέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πράγµατι η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου για το περιεχόµενο του πιο πάνω εγγράφου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η έχουσα εφαρµογή και επί της παραγραφής, γενική διάταξη του άρθρου 242 του ΑΚ., κατά την οποία η προθεσμία λήγει όταν περάσει ολόκληρη η τελευταία ηµέρα και, αν είναι κατά νόµο εορτάσιµη, όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ηµέρα, αφορά, σύµφωνα µε τα ρητώς σε αυτήν οριζόμενα, τη λήξη και όχι την έναρξη της προθεσμίας. Επομένως, ο πέµπτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο παραβίασε τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 48 παρ. 3, 49 και 51 εδάφ. α' του ως άνω Κώδικα λογιστικού των ν.π.δ.δ., µε το να κρίνει ότι η παραγραφή των ένδικων µισθολογικών αξιώσεων, που γεννήθηκαν και κατέστησαν απαιτητές κατά το έτος 1994, άρχισε από το τέλος του έτους αυτού (1994) και όχι από το τέλος του επόµενου έτους 1995, καίτοι η τελευταία ηµέρα του έτους 1994 (Σάββατο) ήταν κατά νόµο αργία για τις αρµόδιες υπηρεσίες, είναι αβάσιµος. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος για καταβολή της διαφοράς αποδοχών του, που προέρχονταν από τον µη υπολογισµό του βασικού µισθού του µε τα κατώτατα όρια των Ε. Γ. Σ. Σ. Ε. που ίσχυαν κατά τα έτη 1992 - 1994, είχαν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 διετή παραγραφή, την οποία δεν διέκοψε η µε αριθµ. πρωτ. 26216/30-12-1994 αίτηση του αναιρεσείοντος προς το αναιρεσίβλητο, γιατί ως προς τη διαφορά αυτή η άνω αίτηση ήταν αόριστη. Για τις υπόλοιπες αγωγικές αξιώσεις, δηλαδή για την πρόσθετη αµοιβή του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975, το επίδοµα ανθυγιεινής εργασίας και τα λοιπά επιδόµατα, καθώς και για την προσαύξηση της εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες του ίδιου χρονικού διαστήματος δέχθηκε το Εφετείο ότι η ως άνω αίτηση διέκοψε την παραγραφή. Ενόψει αυτών και του γεγονότος ότι µε την 471/1997 απόφαση του ίδιου Εφετείου, που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής του αναιρεσείοντος, είχαν επιδικασθεί σ' αυτόν διαφορές αποδοχών και για το χρονικό διάστηµα από 1-1-1992 έως 31-7 -1994, που υπολογίστηκαν µε τον οριζόμενο στην 30/1991 απόφαση του ΠΔΔΔ Αθηνών βασικό µισθό των 54029 δραχµών, το Εφετείο έκρινε ότι οι παραπάνω (µη παραγραφείσες) αξιώσεις του διαστήματος αυτού έπρεπε να υπολογισθούν µε τον ίδιο βασικό µισθό των 54.029 δραχµών, αφού είχε παραγραφεί η αξίωσή του για καταβολή µεγαλύτερου βασικού µισθού (αυτού των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.) και συνακόλουθα η αξίωσή του για υπολογισµό των ως άνω αξιώσεων µε µεγαλύτερο βασικό µισθό. Μετά ταύτα δε, το Εφετείο α) απέρριψε, λόγω παραγραφής, τη ζητούµενη µε την αγωγή περαιτέρω διαφορά αποδοχών (δηλ. επιπλέον εκείνης που είχε επιδικαστεί σ' αυτόν µε την 471/1997 απόφαση) του χρονικού διαστήµατος από 1-1- 1992 έως 31-7-1994, β) δέχθηκε εν µέρει τις (µη παραγραφείσες) αξιώσεις του χρονικού διαστήµατος από 1-8-1994 έως 31-12-1994, που υπολόγισε µε τον παραπάνω βασικό µισθό των 54.029 δραχµών και γ) δέχθηκε το σύνολο των λοιπών αγωγικών αξιώσεων του χρονικού διαστήµατος από 1-1-1995 έως 31-5-1997, που είχαν υπολογιστεί µε τον βασικό µισθό των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. Με αυτά τα δεδοµένα, ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ., κατά το µέρος που µέµφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο, µε το να δεχθεί ότι, κατά το χρονικό διάστηµα από 1-8-1994 έως 31-12-1994, ο βασικός µισθός του ήταν 54.029 δραχµές και εµµέσως ότι η αγωγή του ήταν µη νόµιµη, κατά το µέρος που ζητούσε διαφορές της αµοιβής και για τις ώρες εργασίας των Κυριακών και αργιών (νυκτερινών και υπερωριακών), που αναλογούσαν στα επιδόµατα εορτών και στις αποδοχές και επιδόµατα άδειας, παραβίασε τις διατάξεις της Δ.Α. 26/1994 για τους όρους αµοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών του δηµοσίου των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. που καθόριζαν τον βασικό µισθό του ανωτέρω διαστήµατος στο καταβαλλόμενο και από το αναιρεσίβλητο ποσό των 97.729 δραχµών, είναι αβάσιµος, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση. Διότι, όπως εκτέθηκε, το Εφετείο υπολόγισε τις αγωγικές αξιώσεις του εν λόγω χρονικού διαστήµατος µε βασικό µισθό 54.029 δραχµών, γιατί έκρινε ότι η αξίωσή του να ζητήσει τον υπολογισµό τους µε βασικό µισθό µεγαλύτερο από εκείνον που είχε ζητήσει µε την προηγούμενη αγωγή του, είχε παραγραφεί και όχι γιατί η αξίωση αυτή ήταν µη νόµιµη. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το µέρος, που αποδίδει στο Εφετείο παραβίαση των διατάξεων για τον καθορισµό του ωρομισθίου του, το οποίο υπολόγισε µε βάση 40 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, αντί των 37,5 ωρών, με αποτέλεσμα να του επιδικάσει μικρότερα ποσά, δοθέντος ότι, για τους μισθωτούς που εργάζονται στο Δημόσιο ή στα ΝΠΔΔ (επομένως και για το προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυµάτων), με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, το νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι το ισχύον και για τους δημοσίους υπαλλήλους, δηλαδή 37,5 ώρες, σύμφωνα με την από 29-12-1980 Πράξη Νομοθ. Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το Ν. 1199/1981 και το άρθρο 12 Ν. 1476/1984 (ΑΠ. 766/2010), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Τέλος, ο έβδοµος λόγος της αναιρέσεως προσάπτει στο Εφετείο πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 9, διότι δεν έλαβε υπόψη και άφησε αδίκαστο το αίτηµα της ένδικης αγωγής για επιδίκαση στον αναιρεσείοντα της αναλογίας των προσαυξήσεων της εργασίας του κατά τις Κυριακές και αργίες, τις νυκτερινές ώρες και τις υπερωρίες που αντιστοιχούν στην πρόσθετη αµοιβή του Ν. 201/1995, στο επίδοµα ανθυγιεινής εργασίας και στο επίδοµα επικίνδυνης εργασίας, κατά το χρονικό διάστηµα από 1-1-1993 έως 31-7-1994, µε βάση τον µισθό που κατέβαλε σ' αυτόν το αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιµος, διότι το αίτηµα της ένδικης αγωγής ήταν η καταβολή στον αναιρεσείοντα των διαφορών του παραπάνω χρονικού διαστήµατος, που προέκυψαν από τον υπολογισµό των αποδοχών του µε βασικό µισθό των ΕΓΣΣΕ και όχι µε τον καταβαλλόμενο από τον αναιρεσίβλητο µισθό, µε βάση τον οποίο είχαν ήδη υπολογισθεί και επιδικασθεί σ' αυτόν οι ως άνω διαφορές αποδοχών µε την 471/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προδιαληφθέν μέρος της, δηλ. ως προς το παραπάνω κεφάλαιο της, που αναφέρεται στην παραβίαση των διατάξεων για τον καθορισµό του ωρομισθίου του αναιρεσείοντος, το οποίο το Εφετείο, εσφαλμένα, υπολόγισε µε βάση 40 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, αντί των 37,5 ωρών, που ισχύουν για το προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυµάτων, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε το αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, (αρθρ. 183, 178 και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, την 3440/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 7 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ