Legislator Case Law & Legislation
250/2011 AI generated

250/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 250/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Νοεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19953/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 493/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Ιουλίου 2008 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

250/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 250 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 250/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Β., εμπόρου, η οποία διατηρεί ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "PROMOSEL" ή "ΠΡΟΩΘΗΣΗ", εδρεύουσα στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φιλόλαο Δημητρίου.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΘ. Κ. Α.Ε.Β.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ιωάννα Καλαντζάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Νοεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19953/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 493/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Ιουλίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.

Η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη. Η αοριστία δε αυτή ερευνάται και αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, στο άρθρο 6 παρ. 1 και 2α του π.δ/τος 219/1991, όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 4 του π.δ/τος 312/1995, ορίζονται τα εξής: "Για την εμπορική πράξη, που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια:

α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβαση του ή β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ιδίου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη ή γ) αν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μία καθορισμένη ομάδα προσώπων και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτόν τον τομέα ή σε αυτή την ομάδα" (παρ. 1) και "Για εμπορική πράξη που έχει συναφθεί μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθειας εάν η πράξη οφείλεται κυρίως στη δραστηριότητα που αυτός ανέπτυξε κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και έχει συναφθεί μέσα σε εύλογη προθεσμία από τη λύση αυτής της σύμβασης" (παρ. 2α).

Από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1α του άνω π.δ/τος καθίσταται σαφές, ότι προκειμένου για την επιδίκαση προμήθειας από εμπορική πράξη που πραγματοποιήθηκε με τη μεσολάβηση του ίδιου του αντιπροσώπου εντός της συμβατικής περιόδου για προϊόντα του αντιπροσωπευόμενου στην περιοχή που του είχε ανατεθεί η αποκλειστική αντιπροσώπευση, πρέπει, για το ορισμένο της αγωγής να εκτίθενται σ' αυτήν οι εμπορικές πράξεις που καταρτίσθηκαν με κάθε συγκεκριμένο πελάτη της περιοχής του, τα συγκεκριμένα προϊόντα που διατέθηκαν σ' αυτούς, οι πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν, καθώς και το ποσό της προμήθειας που προκύπτει από τις πραγματοποιηθείσες πωλήσεις, βάσει του συμφωνηθέντος ποσοστού της προμήθειας, και δεν αρκεί προς τούτο η αναφορά μόνο της προμήθειας που δικαιούται ο αντιπρόσωπος κατά μήνα ή το συνολικό ποσόν των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων.

Περαιτέρω, όπως καθίσταται σαφές από την ανωτέρω διατύπωση του άρθρου 6 παρ. 1 περ. β' και γ', το οποίο αναφέρεται σε προμήθεια για εμπορική πράξη, που έχει επίσης συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, με πελάτη που ανήκει στο γεωγραφικό τομέα για τον οποίο είναι αρμόδιος ο αντιπρόσωπος, όχι όμως με τη μεσολάβηση του ίδιου, αλλά από τρίτο, που τον είχε καταστήσει προηγουμένως πελάτη του, ή τον αντιπροσωπευόμενο ή άλλο αντιπρόσωπό του, άλλης περιοχής, για το ορισμένο του αιτήματος της επιδίκασης τέτοιας προμήθειας απαιτείται να προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι καταρτισθείσες μεταξύ του αντιπροσωπευόμενου και των πελατών αυτού του τομέα εμπορικές πράξεις με τον καθορισμό των πωλήσεων που πράγματι έχουν συναφθεί, ο χρόνος συνάψεώς τους, καθώς και το ύψος τους για κάθε συγκεκριμένο πελάτη της περιοχής αυτής, και δεν αρκεί για τον καθορισμό της προμήθειας που δικαιούται ο αντιπρόσωπος στην περίπτωση αυτή, η αναφορά και μόνο της προμήθειας που δικαιούται, ή προκειμένου να εξαχθεί η προμήθεια αυτή, το ύψος των πωλήσεων συνολικά σε ορισμένους πελάτες και μάλιστα κατ' εκτίμηση, ως να επρόκειτο για ζημία από διαφυγόντα κέρδη, αφού ο νομοθέτης αναφέρεται σε αμοιβή για πράγματι καταρτισθείσες εμπορικές πράξεις και όχι για αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη του αντιπροσώπου, δηλαδή σε κέρδη που ο αντιπρόσωπος απώλεσε και που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προσδοκούσε να αποκομίσει (άρθρο 298 ΑΚ), που και όταν ακόμη ταυτίζονται με την αμοιβή του αντιπροσώπου από την παραπάνω αιτία, δεν θεμελιώνει το πραγματικό των πιο πάνω διατάξεων (άρθρο 6 παρ, 1 π.δ. 219/1991).

Τα ίδια, ως άνω, ισχύουν και για την περίπτωση της παρ. 2α του άρθρου 6 του π.δ. 219/1991, η οποία αναφέρεται σε προμήθεια για εμπορική πράξη, που έχει συναφθεί μετά τη λύση της σύμβασης της εμπορικής αντιπροσωπείας και εντός εύλογης προθεσμίας από αυτήν, υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη οφείλεται κυρίως στην δραστηριότητα που ανέπτυξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή για το ορισμένο του αιτήματος επιδίκασης τέτοιας προμήθειας απαιτείται να προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι εμπορικές πράξεις που καταρτίσθηκαν μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας μεταξύ του αντιπροσωπευόμενου και των πελατών που απέκτησε για λογαριασμό του ο αντιπρόσωπος και δεν αρκεί ο αόριστος υπολογισμός τέτοιων πωλήσεων και του ύψους τους με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα δεδομένα της κοινής πείρας, καθόσον και η αξίωση αυτή του αντιπροσώπου αποτελεί αμοιβή οφειλόμενη για πράγματι καταρτισθείσες μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικές πράξεις και όχι για διαφυγόντα κέρδη του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη, με αριθμό εκθέσεως δικογράφου 42648/25-11-2003 αγωγή της αναιρεσείουσας, υποκείμενη σε επισκόπηση κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, προς θεμελίωση των αιτημάτων της προς καταβολή αμοιβής από προμήθειες κατά το άρθρο 6 παρ. 1 και 2α του π.δ/τος 219/1991, ισχυρίσθηκε ότι στις 18-8-1999 κατήρτισε εγγράφως με την εναγομένη, σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ορισμένου χρόνου, η οποία λειτούργησε από τότε μέχρι το συμβατικό χρόνο λήξης της, δηλαδή τις 28-2-2003, βάσει δε της συμβάσεως αυτής η ίδια ανέλαβε την αποκλειστική αντιπροσώπευση των παραγομένων και συσκευαζομένων από την εναγομένη τυποποιημένων κατεψυγμένων προϊόντων ζύμης στην περιφέρεια του νομού ...

αντί προμήθειας της ανερχομένης στο 6% της συνολικής αξίας των εμπορευμάτων που θα πωλούνταν με τη μεσολάβησή της. Συναφώς δε προς τα ανωτέρω περιστατικά και όσα κατωτέρω αναφέρονται, ως προς τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας που στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ζήτησε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, νομιμοτόκως, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή: 1) το ποσόν των 21.160,31 ευρώ, για οφειλόμενες στην ίδια προμήθειες από πωλήσεις των προϊόντων της, που έγιναν εντός της περιφέρειας της αρμοδιότητας που είχε συμφωνηθεί να είναι αποκλειστική αντιπρόσωπος, κατά το χρόνο ισχύος της σύμβασης, όχι με δική της διαμεσολάβηση, αλλά απ' ευθείας από την εναγομένη, 2) το ποσόν των 35.754 ευρώ, ως οφειλόμενες προμήθειες για τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά τη λύση της σύμβασης και συγκεκριμένα από το Μάρτιο του 2003 έως και τον Αύγουστο του ίδιου έτους, στους αναφερόμενους 124 εμπόρους, οι οποίοι κατέστησαν πελάτες της εναγομένης κατά τους τελευταίους πέντε μήνες πριν τη λήξη της σύμβασης και οφείλονται σε δική της δραστηριότητα και 3) το ποσό των 29.017,40 ευρώ, ως προμήθειες οφειλόμενες για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2003, δηλαδή εντός του χρόνου ισχύος της σύμβασης, για τις πωλήσεις που πραγματοποίησε η εναγομένη στην περιφέρεια που ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος αυτής, και οι οποίες έγιναν με τη δική της διαμεσολάβηση.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά το πρώτο κονδύλιο (υπ' αριθμ. 3 στην αγωγή), για την καταβολή του ποσού των 21.160,31 ευρώ, που αναφέρεται σε οφειλόμενες στην ενάγουσα προμήθειες από πωλήσεις που έγιναν απ' ευθείας από την εναγομένη, εντός της περιφέρειας της αρμοδιότητας αυτής (ενάγουσας), εκτίθενται στην αγωγή μόνο οι οφειλόμενες προμήθειες για πωλήσεις σε πέντε (α'-ε' στοιχεία του σχετικού κονδυλίου) προσδιοριζόμενες αλυσίδες "Σούπερ Μάρκετ", που έλαβαν χώρα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, εντός του συμβατικού χρόνου ισχύος της σύμβασης, σε μια έκτη αλυσίδα "Σούπερ-Μάρκετ" χωρίς να προσδιορίζεται ο χρόνος πώλησης (υπό στοιχ.

στ'), όπως επίσης και οφειλόμενες προμήθειες για "κατ' εκτίμηση" πωλήσεις στην προσδιοριζόμενη κοινοπραξία "μίνι μάρκετ" και μη προσδιοριζόμενα αρτοποιεία-επιχειρήσεις τροφοδοσίας (υπό στοιχ. ζ', η' και θ'). Περαιτέρω, σε ότι αφορά το δεύτερο των άνω κονδυλίων (υπ' αριθμ. 4 στην αγωγή) με το οποίο ζητείται να επιδικασθεί στην ενάγουσα το ποσό των 35.754 ευρώ, για οφειλόμενες προμήθειες σ' αυτήν για πωλήσεις μετά τη λύση της σύμβασης, για το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο έως και τον Αύγουστο του 2003 στους αναφερόμενους νέους πελάτες που απέκτησε η εναγομένη λόγω της δραστηριότητας της, η ενάγουσα προσδιορίζει για όλους τους πελάτες αυτούς (124 εμπόρους στην περιοχή ...

τους οποίους κατονομάζει) συνολικό για όλους τους μηνιαίο ύψος πωλήσεων "κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα δεδομένα της κοινής πείρας", και με βάση το συνολικό αυτό ποσό εξάγει την προμήθεια της, αφού το πολλαπλασιάζει με το συμφωνηθέν ποσοστό, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή (σελ. 17 του αγωγικού δικογράφου).

Τέλος, σε ό,τι αφορά το τρίτο των άνω κονδυλίων (υπ' αριθμ. 6 στην αγωγή), με το οποίο ζητείται να επιδικασθεί στην ενάγουσα το ποσό των 29.017,40 ευρώ, για οφειλόμενες προμήθειες σ' αυτήν για πωλήσεις των τελευταίων μηνών λειτουργίας της σύμβασης και συγκεκριμένα για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2003, αναφέρει στην αγωγή της η ενάγουσα ότι η εναγομένη της οφείλει για προμήθειες του μηνός Ιανουαρίου 2003 το ποσό των 12.632,32 ευρώ και του μηνός Φεβρουαρίου 2003 το ποσό των 16.385,08 ευρώ, συνολικά δε 29.017,40 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ.

Με βάση τα όσα ανωτέρω εκτίθενται στην αγωγή, ως προς τις παραπάνω αξιώσεις της ενάγουσας: 1) Το υπ' αριθμ. 3 κονδύλιο (αίτημα) της αγωγής για οφειλόμενες στην ενάγουσα προμήθειες 21.160,31 ευρώ, από πωλήσεις που έγιναν απ' ευθείας από την εναγομένη εντός της περιφέρειας της, κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε η σύμβαση, είναι αόριστο, διότι, ως προς τους υπό στοιχ.

α'-στ' πελάτες ("σούπερ-μάρκετ"), η ενάγουσα αναφέρεται απευθείας σε προμήθειες της, χωρίς να προσδιορίζει από ποιες πωλήσεις εξάγονται αυτές και ποιο είναι το ύψος τους για καθένα από τους εν λόγω πελάτες, ενώ ως προς τον υπό στοιχ. στ' πελάτη δεν προσδιορίζεται και ο χρόνος τέτοιων πωλήσεων. Ως προς τους υπό στοιχεία ζ' και η' πελάτες η ενάγουσα εκθέτει μεν το συνολικό ύψος πωλήσεων, χωρίς να τις προσδιορίζει ειδικότερα, δεν θεωρεί όμως ότι αυτές καταρτίσθηκαν πράγματι από την εναγομένη, όπως απαιτείται για τη θεμελίωση της αξίωσης αυτής, κατά τα προεκτεθέντα, αλλά εκτιμά ότι κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρει πρέπει να έγιναν πωλήσεις του ύψους αυτού.

Τέλος, σε ότι αφορά τους υπό στοιχείο θ' πελάτες, δεν γίνεται καμιά αναφορά περί καταρτισθεισών συμβάσεων πωλήσεως, ούτε κατονομάζονται οι πελάτες αυτοί, αλλά υπό την γενική αναφορά 400 πελατών με αντικείμενο "αρτοποιεία/catering", αναφέρεται, σε κατ' εκτίμηση πωλήσεις συγκεκριμένου ύψους, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο για την συγκεκριμένη αξίωση. 2) Το υπ' αριθμ. 4 κονδύλιο (αίτημα) της αγωγής για οφειλόμενες στην ενάγουσα προμήθειες ύψους 35.754 ευρώ, από πωλήσεις, μετά τη λύση της σύμβασης, από το Μάρτιο έως και τον Αύγουστο του 2003, στους αναφερόμενους νέους πελάτες που απέκτησε η εναγομένη λόγω της δραστηριότητας της ενάγουσας, είναι μη νόμιμο, καθόσον τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά ως προς το αίτημα αυτό, δεν θεμελιώνουν την από το άρθρο 6 παρ. 2α του π.δ/τος 219/1991 αξίωση, αφού για το τελευταίο απαιτείται, κατά τα προεκτεθέντα, να έχουν καταρτισθεί συμβάσεις πωλήσεως μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και εντός εύλογης προθεσμίας απ' αυτήν και οι πράξεις αυτές να οφείλονται κυρίως στη δραστηριότητα που ανέπτυξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος, ενώ κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι εμπορικές πράξεις που καταρτίσθηκαν μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας μεταξύ της εναγομένης (αντιπροσωπευομένης) εταιρίας και των αναφερόμενων 124 πελατών που φέρεται να απέκτησε για λογαριασμό της η ενάγουσα, και το ύψος των πωλήσεων με καθένα από τους πελάτες αυτούς, ο γενικός δε και αόριστος υπολογισμός τέτοιων πωλήσεων και του ύψους τους με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα δεδομένα της κοινής πείρας δεν συνιστά πράγματι καταρτισθείσα μετά τη λύση της σύμβασης εμπορική πράξη για την οποία και μόνο οφείλεται προμήθεια, υπό την έννοια της αμοιβής του εμπορικού αντιπρόσωπου. 3) Το υπ' αριθμ. 6 κονδύλιο (αίτημα) της αγωγής, για οφειλόμενες προμήθειες στην ενάγουσα, ύψους 29.017,40 ευρώ, για πωλήσεις που πραγματοποίησε η εναγομένη κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2003, με τη μεσολάβηση της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια της ισχύος της σύμβασης, είναι αόριστο, διότι η ενάγουσα δεν προσδιορίζει τις πραγματοποιηθείσες πωλήσεις που πέτυχε για λογαριασμό της εναγομένης κατά τους μήνες αυτούς, και ειδικότερα τις πωλήσεις συγκεκριμένων προϊόντων σε συγκεκριμένους πελάτες και το ύψος τους, από τις οποίες να προκύπτουν οι αιτούμενες προμήθειες, αλλ' αρκείται να αναφέρει απλώς το ύψος των προμηθειών αυτών.

Και ναι μεν σε άλλο σημείο του δικογράφου της αγωγής αναφέρεται το συνολικό ύψος των πωλήσεων για τους μήνες αυτούς, το οποίο δίδεται από την ενάγουσα για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου της οφειλόμενης σ' αυτήν αποζημίωσης πελατείας, που αφορά άλλο κονδύλιο της αγωγής της, πλην όμως δεν καλύπτονται και πάλι οι παραπάνω ελλείψεις, αφού δεν αναφέρονται οι πωλήσεις συγκεκριμένων προϊόντων, σε συγκεκριμένους πελάτες και το ύψος τους ανά πελάτη, στοιχεία που είναι αναγκαία για την πληρότητα του αγωγικού δικογράφου, ως προς το παραπάνω κονδύλιο.

Το Εφετείο επομένως, που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ως προς τα παραπάνω κονδύλια της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 2α του π.δ/τος 219/1991, αφού δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση της, ως προς τα κονδύλια αυτά, από εκείνα που οι εν λόγω διατάξεις απαιτούν, ούτε όμως κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού τα εκτιθέμενα σ' αυτήν στοιχεία δεν ήταν επαρκή για την στήριξη των πιο πάνω αιτημάτων της.

Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ.20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη απ' αυτές λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999), όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το τελευταίο κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή όχι του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 1952/2008, ΑΠ 219/2009, ΑΠ 484/1997).

Δεν ιδρύεται, επίσης, ο παραπάνω λόγος, στην περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με την δεύτερη των άνω διατάξεων (ΑΠ 1952/2008, ΑΠ 422/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του από 15-02-2002 εγγράφου, που απέστειλε η αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα, αναφορικά με την διευκρίνιση των όρων της συμφωνίας τους για πρόσθετη αμοιβή της τελευταίας με την επίτευξη των στόχων που έπρεπε να πραγματοποιήσει, στα πλαίσια της μεταξύ τους συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, για να δικαιούται την πρόσθετη αυτή αμοιβή, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέδωσε περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό στο παραπάνω έγγραφο, με το να δεχθεί ότι η πρόσθετη αυτή αμοιβή θα οφείλετο μόνο με την επίτευξη πωλήσεων στο ύψος που καθορίζεται και στις δύο κατηγορίες προϊόντων της αναιρεσίβλητης (χύμα και συσκευασμένα) και όχι όταν ο στόχος επιτυγχάνετο και στην μία από τις κατηγορίες αυτές, όπως κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ήταν το πραγματικό νόημα του παραπάνω εγγράφου.

Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει, αφενός μεν (και κυρίως) ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με το πότε η αναιρεσείουσα θα δικαιούται την πρόσθετη αυτή αμοιβή στα πλαίσια της ειδικότερης αυτής συμφωνίας των διαδίκων, συνεκτίμησε το ανωτέρω έγγραφο μαζί με τα υπόλοιπα προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και με τις καταθέσεις των μαρτύρων, αφετέρου δε δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο παραθέτει στην απόφασή του όπως ακριβώς έχει, αλλά απέδωσε σ' αυτό νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.

Τα παραπάνω, όμως, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ιδρύουν τον εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την επίδειξη εγγράφου με τις προτάσεις του, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Η παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί επί της αιτήσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ. Με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αιτίαση, με την έννοια ότι το Εφετείο παρέλειψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του να αποφανθεί επί της αιτήσεως της αναιρεσείουσας περί επιδείξεως σ' αυτήν αντιγράφων παραστατικών των λογιστικών και οικονομικών καταστάσεων της αναιρεσίβλητης εταιρίας, αναφορικά με τις πωλήσεις των αναφερομένων στη σύμβαση προϊόντων που πραγματοποίησε χωρίς την μεσολάβηση της, στην περιφέρεια του νομού ...

κατά την περίοδο από 25-10-2002 έως και 28-3-2003 στις οκτώ αλυσίδες "σούπερ μάρκετ", που προσδιορίζει, καθώς και στους πελάτες catering (αρτοποιεία, ζαχαροπλαστεία κλπ), της άνω περιοχής, τα οποία είναι χρήσιμα προς απόδειξη της βασιμότητας του τρίτου αγωγικού κονδυλίου, αίτημα το οποίο υπέβαλε με τις προτάσεις της, τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσον και ενώπιον του Εφετείου.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο επελήφθη και αποφάνθηκε επί του παραπάνω αιτήματος και το απέρριψε, διότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιολογούσε προς τούτο έννομο συμφέρον, και ειδικότερα, διότι τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν προς απόδειξη της βασιμότητας του παραπάνω αγωγικού αιτήματος, καθόσον ως προς αυτό η αγωγή ήταν αόριστη, η επίδειξη δε των εγγράφων αυτών δεν θα ήταν δυνατόν να χρησιμεύσει προς κάλυψη της ανωτέρω αοριστίας της αγωγής, αλλά μόνον προς απόδειξη ορισμένου και παραδεκτού αιτήματος.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1η Ιουλίου 2008 αίτηση της Β. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 493/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ