250/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/7/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6421/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/7/2005 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated250/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΟΤΕ (ΓΕΚΑΠ/ΟΤΕ), που εγκρίθηκε με τη 1118/1-8-1969 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Β', 568/8-9-1969, κυρώθηκε με το άρθρο 54 του ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, περιλαμβάνει τους κανόνες που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του ΟΤΕ και ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ αυτού και του προσωπικού του (άρθρο 1 παρ. 1).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 250 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 250/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Ζήση Βασιλόπουλου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), η οποία εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγλαϊας Μαργαρίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/7/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6421/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/7/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 10/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΟΤΕ (ΓΕΚΑΠ/ΟΤΕ), που εγκρίθηκε με τη 1118/1-8-1969 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Β', 568/8-9-1969, κυρώθηκε με το άρθρο 54 του ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, περιλαμβάνει τους κανόνες που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του ΟΤΕ και ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ αυτού και του προσωπικού του (άρθρο 1 παρ. 1).
Οπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 7, 8, 9 παρ. 7, 22 και 51 του εν λόγω κανονισμού, τις προαγωγές στους ανώτατους βαθμούς, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο βαθμός του διευθυντή, ενεργεί το διοικητικό Συμβούλιο του ΟΤΕ κατ' απόλυτη εκλογή με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και γενικά την καταλληλότητα του καθενός σε συνδυασμό με τα τυπικά προσόντα, μετά από έλεγχο όλων αυτών, το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, των φύλλων ποιότητας και των φύλλων προαγωγής του κρινομένου.
Η κρίση των υπηρεσιακών συμβουλίων (ως εργοδοτικών οργάνων) για την υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων - που απασχολούνται με σχέση ιδιωτικού δικαίου στον ΟΤΕ - ελέγχεται από τα δικαστήρια ως προς τη νομιμότητά της με βάση τους όρους του άρθρου 281 του ΑΚ. Επί δε παραλείψεως υπαλλήλου που υπερτερεί κατάδηλα ως προς την υπηρεσιακή απόδοση, επίδοση και εν γένει καταλληλότητα έναντι του προαχθέντος ή των προαχθέντων αντ' αυτού, υπάρχει ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 του ΑΚ, συνιστώσα και αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, υποκείμενη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Η εν λόγω παραγραφή αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Το πότε λαμβάνει γνώση ο παθών των δύο αυτών στοιχείων είναι ζήτημα πραγματικό, που εκτιμάται κάθε φορά από το δικαστή. Εξάλλου, από το άρθρο 12 του Ν. 1082/1980 προκύπτει ότι η τελεσίδικη αναγνώριση του δικαιώματος του υπαλλήλου να προαχθεί στον επόμενο βαθμό, η προαγωγή του λογίζεται, κατά πλάσμα δικαίου, ότι έχει πραγματοποιηθεί από τότε που έπρεπε να είχε γίνει, με περαιτέρω συνέπεια να έχει ο υπάλληλος όλα τα δικαιώματα που θα είχε αν είχε προαχθεί κανονικά στο βαθμό αυτό, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα προαγωγής στον επόμενο τούτου βαθμό, μετά την συμπλήρωση του τυχόν απαιτούμενου χρόνου παραμονής του στο βαθμό που προήχθη δικαστικώς.
Το γεγονός ότι κατά τις σχετικές προαγωγικές κρίσεις δεν είχε εκδοθεί η απόφαση που αναγνώρισε το δικαίωμα προαγωγής του άνω υπαλλήλου στον προηγούμενο βαθμό και δεν περιλαμβανόταν έτσι μεταξύ των κρινόμενων από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη για προαγωγή στον επόμενο βαθμό, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού με τη δικαστική απόφαση δεν δημιουργείται, αλλά αναγνωρίζεται το ήδη υπάρχον δικαίωμα προαγωγής και μπορεί γι' αυτό να αναγνωριστεί από το δικαστήριο ότι, ο πιο πάνω υπάλληλος είχε δικαίωμα προαγωγής και στον επόμενο βαθμό, από τότε που συνέτρεξαν οι απαιτούμενες γι' αυτό τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις, αφού και η προαγωγή αυτή δεν πραγματοποιήθηκε, εξαιτίας της καταχρηστικής παραλείψεως των οργάνων του εργοδότη να τον προαγάγουν στον προηγούμενο βαθμό.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Ο αναιρεσείων προσελήφθη στις 29-10-1975 από την αναιρεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του υποδιευθυντή από 1-1-1993, με βάση τη 2382/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1995, το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης για την κάλυψη 15 οργανικών θέσεων διευθυντών, με τη ....... απόφασή του προήγαγε ομοιόβαθμους συναδέλφους του αναιρεσείοντος, ενώ αυτόν παρέλειψε να τον προαγάγει. Ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της παραλείψεώς του και της προαγωγής των προς σύγκριση συναδέλφων του κατά το έτος 1995, ως ζημιογόνων γι' αυτόν γεγονότων, κατά το χρόνο που εκδόθηκε η σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, δηλαδή στις 28-3-1995.
Την ίδια ημερομηνία γνώριζε ότι δεν είχε προαχθεί ούτε στο βαθμό του υποδιευθυντή. Με την από 26-11-1996 αγωγή που άσκησε, με την οποία επιδίωκε την προαγωγή του στο βαθμό του υποδιευθυντή, μπορούσε να επιδιώξει και την εν συνεχεία προαγωγή του στον επόμενο βαθμό του διευθυντή ή να ασκήσει μέσα στην πενταετία αγωγή για την προαγωγή του στο βαθμό του διευθυντή, χωρίς να αναμένει να καταστεί τελεσίδικη η απόφαση για την προαγωγή του στο βαθμό του υποδιευθυντή.
Με βάση τα παραπάνω κατά το χρόνο επιδόσεως της κρινομένης αγωγής στις 18-7-2001 είχαν παραγραφεί όλες οι αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αναγνωριστική αγωγή του αναιρεσείοντος, ως απαράδεκτη, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ και τις παραπάνω διατάξεις του ΓΕΚΑΠ/ΟΤΕ, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου είχαν παραγραφεί οι αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος, αφού από το χρόνο της παραλείψεώς του στο βαθμό του διευθυντή (28-3-1995) είχαν συντελεσθεί όλα τα παραγωγικά της αδικοπραξίας πραγματικά περιστατικά και μπορούσε ο αναιρεσείων να ασκήσει αγωγή, για την παράλειψή του στο βαθμό του διευθυντή, χωρίς να αναμένει την τελεσιδικία της απόφασης, για την αγωγή που είχε ασκήσει για την παράλειψή του στο βαθμό του υποδιευθυντή.
Το γεγονός ότι κατά τις σχετικές προαγωγικές κρίσεις (της 28-3-1995) δεν είχε εκδοθεί η απόφαση που αναγνώρισε το δικαίωμα προαγωγής του αναιρεσείοντος στον προηγούμενο βαθμό (υποδιευθυντή) και δεν περιλαμβανόταν έτσι μεταξύ των κρινομένων από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη για προαγωγή στον επόμενο βαθμό, γιατί δεν είχε το τυπικό προσόν της διετούς παραμονής στο βαθμό του υποδιευθυντή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ασκεί έννομη επιρροή.
Επομένως, οι οκτώ πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμα ότι, ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση στις 28-3-1995 από όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν ενώπιον του.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο δέχθηκε τα παραπάνω χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ένατος λόγος αναίρεσης, που αναφέρεται στην υποχρέωση του αναιρεσίβλητο καταβολής του επιδόματος ευθύνης και των εξόδων παράστασης διευθυντή, δηλαδή αμοιβών που εξαρτώνται από την ευδοκίμηση του κυρίου αιτήματος της αγωγής για προαγωγή στο βαθμό του διευθυντή, μετά την απόρριψη του αιτήματος αυτού, είναι αλυσιτελής και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 128/2-2-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 6421/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ