Legislator Case Law & Legislation
250/2006 AI generated

250/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 250/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Legislator headnote

AI generated

250/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, επαγόμενη την ακυρότητα της προσλήψεως, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ενέχεται σε απόδοση της ωφελείας που προήλθε από την παρασχεθείσα σ' αυτό εργασία εκ της οποίας κατέστη πλουσιότερο.

Keywords

AI generated
lack of signature non-implementation of the offending agreements lack of standing of association institution called upon to act act of accession of Greece rights and obligations of officials
AI generated
525/2019
Κατά το άρθρο 2 παρ.
968/2020
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
1724/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
1169/2020
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
524/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουνίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1223/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2395/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20 Ιουνίου 2005 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 250 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 250/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Α. Κ. του Ν., τέως υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, που υπηρέτησε στην Ελληνική Πρεσβεία στη Σόφια Βουλγαρίας. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη.

Του αναιρεσίβλητου : Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από τον δικαστικό του αντιπρόσωπο Σταύρο Σπυρόπουλο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Αυγούστου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1285/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3013/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 9 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, διάβασε την από 12 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη και καθένας την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 του ΑΚ, κατά τον οποίο όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου. Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων από τη σχέση εργασίας, διότι δεν εισάγεται υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση με το άρθρο 103 παρ. 2 του Συντάγματος, που απαγορεύει την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση.

Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, επαγόμενη την ακυρότητα της προσλήψεως, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ενέχεται σε απόδοση της ωφελείας που προήλθε από την παρασχεθείσα σ' αυτό εργασία εκ της οποίας κατέστη πλουσιότερο.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 84 εδαφ. α', γ' και δ' του ν.δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", για τη σύναψη συμβάσεως με το Δημόσιο απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου. Αν δεν τηρηθεί ο τύπος αυτός η σύμβαση εργασίας που καταρτίζει το Δημόσιο με κάποιον εργαζόμενο είναι άκυρη. Τότε υπάρχει απλή σχέση εργασίας, για την οποία δεν οφείλεται μισθός, αλλά αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού των άρθρων 904 επ.

ΑΚ, η οποία(αποζημίωση) είναι ίση με την ωφέλεια του εργοδότη, που αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία,, η οποία υπολογίζεται με βάση τα όσα θα πλήρωνε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, σε άλλον εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητα και υπό τις ίδιες συνθήκες για την παροχή της ίδιας εργασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα εξής:

Ο ενάγων απασχολήθηκε στην Ελληνική Πρεσβεία της Σόφιας από την 1-3-1995, χωρίς να καταρτισθεί έγγραφη σύμβαση εργασίας και αμειβόταν με το ποσό των 1200 δολαρίων ΗΠΑ, από το κονδύλιο λειτουργικών δαπανών φύλαξης των κτιρίων της Πρεσβευτικής Κατοικίας, της Πρεσβείας και του Παρεκκλησίου. Επίσης προσέφερε τις υπηρεσίες του και στο τηλεφωνικό κέντρο και εκτελούσε καθήκοντα κλητήρα ή και οδηγού, ενώ λόγω γνώσης της Βουλγαρικής γλώσσας είχε συνοδεύσει υπαλλήλους της Πρεσβείας σε διάφορες επαγγελματικές εκδηλώσεις ανοικτές σε ευρύ κοινό όπως σε συνέδρια πολιτικών κομμάτων, εγκαίνια.

Ο ενάγων δεν υπήρξε επίσημος διερμηνέας, μεταφραστής της Πρεσβείας, και δεν μετάφερε διπλωματικό σάκο, συχνά εκτελούσε χρέη οδηγού όταν, λόγω φόρτου εργασίας δεν επαρκούσε ο ένας οδηγός με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου. Η εργασιακή του σχέση με την Πρεσβεία δεν ήταν υπαλληλική. Υπήρχε μία χαλαρή σχέση είτε κατά τη διάρκεια των εργασίμων ωρών ή και εκτός αυτών.

Ότι είχε μία χαλαρή άκυρη σχέση εργασίας αποδεικνύεται από το γεγονός ότι επί εξάμηνο απουσίασε για να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Επίσης απουσίαζε συχνά για προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους. Χορηγήθηκε δε σ' αυτόν υπηρεσιακό διαβατήριο για λόγους εθνικού συμφέροντος για να μη υφίστανται πιέσεις από τις Βουλγαρικές Αρχές, όπως βεβαίωσε στο υπ' αριθ.

Πρωτ. Π3/41-13533/ΑΣ 5064 από 29-5-2001 έγγραφο που προσκομίζεται από την Ο. Α.. Ως εκ τούτου ο ενάγων συνδεόταν με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με απλή σχέση εργασίας, καθ' όσον ελλείψει εγγράφου συμβάσεως μεταξύ τους, υπήρχε και άκυρη σύμβαση εργασίας εξαρτημένης και συνεπώς απορριπτέοι τυγχάνουν οι αντίθετοι ισχυρισμοί του ότι υπήρχε μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Κατά συνέπεια το εναγόμενο με την καταγγελία της ως άνω άκυρης σύμβασης στις 31-5-2001, δεν κατέστη υπερήμερο και τα σχετικά αιτήματα αναγνωρίσεως της εργασιακής σχέσεως που συνέδεε τους διαδίκους και ακυρότητας της καταγγελίας και της καταβολής μισθών υπερημερίας, ορθώς απορρίφθηκαν. Όπως συνάγεται από τα παραπάνω, το Εφετείο με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε (όπως ζητούσε ο αναιρεσείων με το πρώτο αίτημα της αγωγής του) ότι ο αναιρεσείων συνδεόταν με το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου, κατά την κατάρτιση της μεταξύ τους σύμβασης, με απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι πρέπει να επιδικαστούν στον αναιρεσίβλητο 48618 ευρώ, που αποτελούν την ωφέλεια που αποκόμισε το αναιρεσίβλητο από την παροχή της εργασίας του, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έσφαλε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ, που ρυθμίζουν την εξαρτημένη εργασία και τις λοιπές μορφές παροχής εργασίας (παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, μίσθωση έργου) και επομένως οι πρώτος, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζομένου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Η πιο πάνω ρύθμιση για ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, που συνάπτει κάποιος εργαζόμενος με το Δημόσιο, στην περίπτωση που δεν τηρηθεί ο έγγραφος τύπος και η λειτουργία απλής εργασιακής σχέσης δεν προσκρούει στην ως άνω συνταγματική διάταξη, ούτε στο άρθρο 20 του Συντάγματος, το άρθρο 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) και τα άρθρα 2 παρ. 3α, 5 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, γιατί έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα για να διασφαλισθεί ένα σταθερό νομοθετικό πλαίσιο, που διέπει τις καταρτιζόμενες ανάμεσα στο Δημόσιο και τους εργαζόμενους σ' αυτό συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και για να κατοχυρωθούν τα δικαιώματα τόσο του Δημοσίου όσο και των εργαζομένων σ' αυτό.

Επομένως, ο έβδομος και ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με την περί ακυρότητος της μετά του Δημοσίου εργασιακής συμβάσεως λόγω της μη τηρήσεως εγγράφου τύπου, κρίση της παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, ο αναιρεσείων , ισχυριζόμενος ότι αυτόν και το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο συνδέει σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ζήτησε με το πρώτο αίτημα της αγωγής του να αναγνωρισθεί δικαστικά η σχέση αυτή και με το δεύτερο αίτημα της αγωγής του, επικαλούμενος αντίθεση της καταγγελίας της εργασιακής του σχέσης στο άρθρο 281 ΑΚ, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους ( οικογενειακούς, κοινωνικούς), ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 1-6-2001 καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας αορίστου χρόνου.

Στη συνέχεια ζήτησε την επιδίκαση σ' αυτόν μισθών υπερημερίας και επικουρικά την επιδίκαση την ωφέλειας που αποκόμισε το αναιρεσίβλητο από την παρασχεθείσα εργασία του, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ότι τους διαδίκους συνέδεε απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας .

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται ότι, το Εφετείο επιδίκασε μη αιτηθέντα, επειδή έκρινε ότι δεν υπήρχε μεταξύ του αναιρεσείοντος και του αναιρεσιβλήτου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και άφησε αίτηση αδίκαστη, επειδή δεν αναγνώρισε αν η απλή σχέση εργασίας, που δέχθηκε ότι συνδέει τους διαδίκους, ήταν αορίστου ή ορισμένου χρόνου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ενόψει και του αιτήματος της αγωγής περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η προεκτεθείσα κρίση του Εφετείου δεν συνιστά ούτε επιδίκαση μη αιτηθέντος ούτε μη επιδίκαση αιτηθέντος, κατά την προβαλλόμενη με το αναιρετήριο ως άνω έννοια.

Περαιτέρω, με τον πέμπτο και έκτο λόγο αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 2 και 5 της Οδηγίας Ε.Κ.99/70/Ε.Κ. 28-6-1999 και των άρθρων 2 και 5 του Π.Δ. 81/2003, που εκδόθηκε για την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας αυτής, επειδή δέχθηκε ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν εφαρμόζεται σε άκυρες συμβάσεις εργασίας παρά μόνο σε έγκυρες συμβάσεις εργασίας.

Ενόψει, όμως, των άνω ανελέγκτως δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών από την προσβαλλόμενη απόφαση περί καταρτίσεως από τους διαδίκους ατύπου (άνευ εγγράφου) συμβάσεως εργασίας, μιας και όχι περισσοτέρων ορισμένου χρόνου, το Εφετείο ορθά έκρινε, ανεξαρτήτως αιτιολογίας ότι δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση η πιο πάνω Οδηγία (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.) και επομένως, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, με επίκληση καταρτίσεως περισσοτέρων συμβάσεων εργασίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Με το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι επίδικες αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό υπόκεινται στην πιο πάνω παραγραφή, δεν έσφαλε και ο ένατος (κατά το Β' και Δ' σκέλος του) και ο δέκατος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι παραβιάσθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ευθέως και εκ πλαγίου οι πιο πάνω διατάξεις του Ν. 2362/1995 και του άρθρου 904 ΑΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Η πιο πάνω θεσπιζόμενη με το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 διετής παραγραφή των αναφερομένων σ' αυτή αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος ή και μεγαλύτερος από τον προβλεπόμενο σε άλλες διατάξεις χρόνο παραγραφής των όμοιων αξιώσεων άλλων εργαζομένων (άρθρο 250 παρ 6 και 17 ΑΚ, 289 παρ. 1 ΚΙΝΔ), δεν αντίκειται στην καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, διότι η ως άνω διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των πιο πάνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων του Δημοσίου, ενώ η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων ή υποχρέων δεν προσκρούει και στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3α του Διεθνούς Συμφώνου (Ν. 2462/1997), που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα προσφυγής, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα ( ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό κατά περίπτωση χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την ισχύ τους.

Επομένως, ο ένατος λόγος αναιρέσεως, κατά το Β' σκέλος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι παραβιάσθηκαν οι παραπάνω διατάξεις είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση στο διατακτικό της αναφέρει ότι απορρίπτει κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος, ότι δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, ότι δέχεται κατά ένα μέρος την αγωγή και ότι αναγνωρίζει ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσείοντα 48618 ευρώ.

Οι διατάξεις αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι αντιφατικές και επομένως, ο ένατος λόγος αναιρέσεως, κατά το Γ' σκέλος του, από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, μειωμένη κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 10-2-2004, αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 3013/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 14 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ