Legislator Case Law & Legislation
24/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on adverse possession claim, ruling lower court correctly rejected evidence of possession.

Case Number 24/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding adverse possession of a property. The appellant argued that the lower court erred in rejecting evidence of possession, but the Court held that the appellate court properly examined the case's substantive grounds rather than merely re-evaluating evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the state's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 of the Civil Code; An appeal against a judgment on adverse possession is inadmissible if it challenges only the assessment of evidence or the application of facts, as the appellate court must review the substantive legal grounds of the claim rather than re-examine the evidentiary record.

Keywords

AI generated
adverse possession appellate review evidence assessment property ownership legal costs Civil Code admissibility of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 of the Civil Code
Article 1, Article 2, Article 3 of the Law of 17 November/1 December 1836
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1, Article 3 of Law 4335/2015
Article 1, Article 9, paragraph 2 and 4 of Law 4335/2015
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1997

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 24 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 24/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Π. Κ., το γένος Κ. Π., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Παπακωνσταντίνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2018 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-8-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άνω άρθρων 974, 1041 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι επί αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας αγωγής που αφορά τμήμα μείζονος ενιαίας έκτασης και στηρίζεται σε χρησικτησία, για τη θεμελίωση της τελευταίας αρκεί η παράθεση και απόδειξη διακατοχικών πράξεων εκ μέρους του ενάγοντος και των τυχόν δικαιοπαρόχων του, επιδηλωτικών της νομής τους στην μείζονα έκταση για όσο χρόνο απαιτείται κατά περίπτωση από το νόμο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση επί μέρους πράξεων νομής και στο επίδικο τμήμα, αφού πρόκειται για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία τους και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) τούτων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο τμήμα (ΑΠ 358/2016,1420/2014).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11/1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.

Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Δάσος, με την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του v.

ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 §§1-2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 §1) και ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχρός, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 §2).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, εξαιτίας της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).

Δασική έκταση υπάρχει, ακόμη και όταν στο ανωτέρω έδαφος η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιή. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος, (βλ.

ΑΕΔ 27/99). Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσης, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και, γενικά, ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.

Δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμ-φανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας (καλής πίστης), ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.

ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ ΑΠ 75/1987).

Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" (ΑΠ 975/2008).

Συνεπώς με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Ο σχετικός ισχυρισμός προτείνεται κατ' ένσταση εναντίον αγωγής του Δημοσίου από τον εναγόμενο ιδιώτη που προβάλλει δικό του δικαίωμα κυριότητας σε δασική έκταση αναγόμενο σε κτήση με έκτακτη χρησικτησία, ενώ όταν ενάγει ο ιδιώτης το δημόσιο ισχυριζόμενος ότι έχει συμπληρωθεί υπέρ αυτού έκτακτη χρησικτησία σε δημόσιο ακίνητο πριν τις 11-9-1915 και επικαλείται ότι ασκούσε πράξεις νομής προσιδιάζουσες σε καλλιεργήσιμο αγρό, ο ισχυρισμός του εναγομένου δημοσίου ότι πρόκειται για δάσος από της συστάσεως του ελληνικού κράτους, δεν ανατρέπει αφ' εαυτού την συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας (εφόσον αυτή χωρεί και επί δασών), ώστε δεν αποτελεί ένσταση αλλά άρνηση του χαρακτήρα του ακινήτου και των συγκεκριμένων πράξεων νομή και είναι, συνεπώς, αντικείμενο ανταπόδειξης στο πλαίσιο της κύριας απόδειξης που βαρύνει τον ενάγοντα για την ιστορική βάση της αγωγής του(ΑΠ 987/2017).

Οι πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος μετά την ημερομηνία αυτή δεν έχουν καμμιά αξία για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, εφόσον δε η 30ετία δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή, δεν μπορεί να συμπληρωθεί στον μετέπειτα χρόνο. Τέλος, κατά το άρθρο 62§1 εδ. β' του ν. 998/1979 "περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37§1 ν. 4280/2014, το κατά την §1 εδ.

α' του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά πόρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης ".

Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή (ΑΠ 340/1985 ΝοΒ 34.76) ερμηνευτική άποψη για την νομική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 16-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στις εν λόγω περιοχές, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 984/2017).

Β. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 948/2019). Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010), 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, ήτοι πρέπει να παρατίθενται με πληρότητα και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων που εξετάσθηκαν γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και, επομένως, ο λόγος αναιρέσεως με τέτοιο περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., απαράδεκτος.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8α' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 255/2020)989/2018, ΑΠ 388/201 8γ).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 255/2020). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ 'του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008), δηλαδή, επί ισχυρισμού λυσιτελούς στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 911/2002).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει, να καθορίζονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους κατά τη συζήτηση στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπάγγελτα υπόψη (ΟλΑΠ 30/1997).

Επίσης, πρέπει να καθορίζεται και ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και ο οποίος ισχυρισμός θα πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή να επιδρά στο διατακτικό (ΑΠ 216/2019). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις( του διατακτικού) και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους.

Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1153/2010). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, ερειδόμενη στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας και διόρθωση εσφαλμένης στα κτηματολογικά βιβλία εγγραφής: "Δυνάμει της υπ' αριθμ.

…/…-5-1878 δημόσιας διαθήκης του Γ. Ν. Δ., υιού του Τ. Ν. Δ., που συντάχθηκε ενώπιον του τότε συμ/φου Γυθείου Γρηγορίου Παπαδάκου, ο Γ. Ν. Δ. κατέλιπε το σύνολο της περιουσίας του και εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους του (κατ' ισομοιρίαν) τους δυο υιούς του, Τ. Δ. και Σ. Δ.. Μνεία των ειδικότερων περιουσιακών στοιχείων δεν γίνεται στην εν λόγω διαθήκη, εκτός της ειδικότερης αναφοράς περί της τύχης ενός "ανεμόμυλου", ο οποίος βρίσκεται στο άκρο του χωριού ..

πλησίον του Ιερού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος, χωρίς άλλο προσδιοριστικό στοιχείο, ως προς την έκταση και τα όρια του περιβάλλοντος χώρου στοιχεία. Η ως άνω αρχική έκταση των 231 στρεμμάτων γνωστή ως "κτήμα Δ.", η οποία σύμφωνα με παλαιότερη καταμέτρηση (προ του 1973) καταμέτρηση έχει εμβαδόν 195 στρέμματα περίπου.

Ακολούθως δυνάμει του υπ' αριθμ. …/…-5-1880 συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβ/φου, που μεταγράφηκε στον τόμο … και αριθμό … οι αδελφοί Σ. και Τ. Δ. διένειμαν την κληρονομιαία πατρική περιουσία, στην οποία περιλαμβανόταν - μεταξύ άλλων- και η ανωτέρω ευρύτερη έκταση που κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα στο συμβόλαιο αυτό αποτελούταν από τους υπ' αριθμ.

… και … "αγρούς" που βρίσκονται στη θέση "…" του ορίου "…". Μεταξύ δε των άλλων ακινήτων περιλαμβάνεται α) ένας αγρός στη θέση "…", 150 στρεμμάτων, συνορευόμενος γύρωθεν με ιδιοκτησίες Α. Δ., Π. Δ. και άμμο Θαλάσσης, β) έτερος αγρός στην αυτή ως άνω θέση 40 στρεμμάτων, συνορευόμενος γύρωθεν με ιδιοκτησίες Β., Δ.

και κήπο οικίας, η οποία (διώροφος οικία) μετά του πύργου βρίσκεται εντός του οικισμού … και συνορεύει με ανωτέρω αγρό, ιδιοκτησίας Μ. και δρόμο. Από δε την περιγραφή αυτή προκύπτει ότι τα δυο αγροτεμάχια στη θέση "…" 150 και 40 στρεμμάτων, αντίστοιχα, δεν είναι συνεχόμενοι αγροί, αφού προσδιορίζονται ως δυο αυτοτελή αγροτεμάχια (και όχι ως ενιαία έκταση δήθεν 190 στρεμμάτων).

Οι ως άνω δυο συγκληρονόμοι (Σ. και Τ.), οι οποίοι απεβίωσαν το 1883 και το 1884, αντίστοιχα, κληρονομήθηκαν ο μεν Τ. Δ. από τον υιό του Δ., αποκτώντας το 1/2 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω μείζονος έκτασης, ο δε Σ. από τους υιούς του Π. και Γ., οι οποίοι απέκτησαν το 1/2 εξ αδιαιρέτου, ο καθένας της έκτασης αυτής. Ο τελευταίος (Γ.

Δ.) μεταβίβασε το ανωτέρω μερίδιο του στον αδελφό του Π. Δ. με το υπ' αριθμ. …/1931 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Γυθείου Δημ. Σκουρομίχαλου και έτσι κατέστη αυτός συγκύριος της έκτασης αυτής, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου ανήκοντος στον προαναφερθέντα εξάδελφο του Δ.

Τ. Δ.. Ο Π. Δ., που απεβίωσε το έτος 1953 κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Μ. Δ., το γένος Π. και Ε. Λ. και τα τέκνα του Σ., Δ., Π., Β., Γ., Ε., Ε., Ι., Σ. και Α. Δ., ενώ ο άλλος των συγκυρίων, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1967, κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του Δ. Δ. και τα τέκνα του Θ., Η., Κ. και Λ.. Οι ως άνω συγκληρονόμοι του Π.

και Δ. Δ., αποδεχόμενοι τις επαχθείσες σε αυτούς κληρονομιές, με τις υπ' αριθμ. …/1970 και …/1973 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Γυθείου Θωμά Λιακάκου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γυθείου στον τόμο … και αριθμό … και στον τόμο … και αριθμό …. αντίστοιχα, προέβησαν σε διανομή του μείζονος κοινού κτήματος με το υπ' αριθμ.

…/1973 συμβόλαιο διανομής ακινήτων του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών στο τόμο … και αριθμό … και οι μεν κληρονόμοι του Δ. Δ. έλαβαν το ήμισυ τούτου κατατμηθέν σε περισσότερα αγροτεμάχια, ένα εκ των οποίων είναι και το υπ' αριθμ. … αγροτεμάχιο έκτασης 14670 τμ, τμήμα του οποίου αποτελεί και το ακίνητο της ενάγουσας, με αριθμό …, οι δε κληρονόμοι του Π.

Δ., το υπόλοιπο ήμισυ, επίσης κατατμηθέν σε περισσότερα αγροτεμάχια. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι επί της μείζονος αυτής έκτασης η οικογένεια Δ. (απώτεροι δικαιοπάροχοι της) ανέκαθεν (και προ του 1880) ενέμοντο αυτή με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, κατασκευάζοντας και ανεγείροντας διάφορα κτίσματα, διενεργώντας καλλιεργητικές πράξεις, προβαίνοντας σε οριοθετήσεις και νόμιμες κατατμήσεις καθώς και σε νόμιμες μεταβιβάσεις, κατασκευάζοντας πεζούλια και διενεργώντας καλλιεργητικές πράξεις, προβαίνοντας σε οριοθετήσεις και νόμιμες κατατμήσεις, καθώς και σε νόμιμες μεταβιβάσεις τμημάτων σε τρίτους, όπως ήταν η δωρεά έκτασης 3 στρεμμάτων προς την Κοινότητα …, όπου περιλαμβάνεται και ο υφιστάμενος ναός του Αγίου Σπυρίδωνος, καθώς και έκταση που χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο, λαμβάνοντας χώρα το έτος 1916.

Όμως από τα έγγραφα τα οποία το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έγγραφο του Δασαρχείου Σπάρτης και Επιθεώρησης Δασών, Αποφάσεις Επιτροπών Επίλυσης Διαφορών και μάλιστα (α)το υπ' αριθμ. …/…-7-2013 έγγραφο του ΝΣΚ (Κεντρικής Υπηρεσίας), β) το υπ' αριθμ.

…/φ. …/…-7- 2013 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Λακωνίας, γ) το υπ' αριθμ. …/…-8-2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής, το υπ' αριθμ. …/…./…-12-2013 έγγραφο του εναγομένου προς το Δασαρχείο Γυθείου, την υπ' αριθμ. …/…/…-1-2014 Δ. Υ Εισήγηση-Αναφορά της Δασολόγου του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων Σ.

Ζ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται το εναγόμενο, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων προκύπτει ότι το σύνολο της μείζονος αυτής εκτάσεως (φερομένης ως ιδιοκτησία Δ.) καλύπτεται από δασική βλάστηση των ειδών σχίνου, ασπάλαθου, πουρνάρι, αγριελιά, σε ποσοστό 90 %, ενώ με βάση τις αεροφωτογραφίες των 1945, 1960 και 1985, διαπιστώνεται ότι η έκταση καλύπτεται από δασική βλάστηση θαμνώδη, ξυλώδη βλάστηση (αείφυλλων, πλατύφυλλων), σε ποσοστό άνω του 40 %.

Ειδικότερα από το από 27-1-2014 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δασών Π Ε Λακωνίας, Τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων, με αριθμό πρωτοκόλλου …/… προκύπτει ότι το ακίνητο που αφορά το ΚΑΕΚ, με αριθμό …, εμβαδού 483, 638 τμ, που βρίσκεται στη θέση "…" …. της κτηματικής περιφέρειας τέως Δήμου Γυθείου και νυν Δημοτικής Κοινότητας Γυθείου του Δήμου Ανατολικής Μάνης.

Στη Μελέτη Κτηματογράφησης Μ1-33, που παραδόθηκε στην άνω Υπηρεσία, καθώς και στο θεωρημένο Προσωρινό Δασικό Χάρτη (ΠΔΧ), η επίδικη έκταση εμφανίζεται κατά το πλείστον, ως τμήμα πολυγώνου με Δασικό Κωδικό Αριθμό … (μετονομάστηκε σε …) που φέρει την ένδειξη ΔΔ, ήτοι Δασική Έκταση το έτος 1945 ομοίως και το έτος 1998, δηλαδή δασική έκταση το έτος 1945 και άλλης μορφής το έτος 1998.

Στα πλαίσια του ελέγχου της εν λόγω μελέτης από τους υπαλλήλους του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων, επιβεβαιώθηκε (με φωτοερμηνεία Α/Φ … και …, επιτόπιες αυτοψίες), ο Δασικός χαρακτήρας των πολυγώνων ΔΔ … και ΔΔ …, εντός των οποίων βρίσκεται η επίδικη έκταση και για το λόγο αυτό τα συγκεκριμένα Δασικά Πολύγωνα (εντός των οποίων βρίσκεται και η επίδικη έκταση) συμπεριελήφθησαν στη Δήλωση του Ελληνικού Δημοσίου (Διεύθυνση Δασών Ν.

Λακωνίας), στα πλαίσια της σύνταξης Εθνικού Κτηματολογίου, για τις εκτάσεις που η Δασική Υπηρεσία διαχειρίζεται ως δασικές. Σύμφωνα δε με το θεωρημένο Προσωρινό Δασικό Χάρτη της Περιοχής τέως Δήμου Γυθείου, η επίδικη έκταση αποτελεί δασική έκταση (τμήμα όμοιας ευρύτερης), η οποία δεν προκύπτει ότι έχει αναγνωριστεί ως ιδιωτική δασική έκταση με έναν από τους νομίμους τρόπους αναγνώρισης.

Αναφορικά δε με το υπ' αριθμ. …/…-9-29178 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής (ΠΔΑ), το οποίο έχει ακυρωθεί με τις υπ" αριθμούς 1/1979, 5/1979, 6/1979 Αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Γυθείου και στη συνέχεια τις υπ' αριθμούς 19/79, 20/79 και 21/79 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, με τις οποίες απορρίφθηκε η έφεση του Δημοσίου, το άνω έγγραφο του Δασαρχείου αναφέρει ότι από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη διάθεση του Ελληνικού Δημοσίου προκύπτει ο αδιαμφισβήτητος δασικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης, ενώ με την υπ' αριθμ. 32/1995 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, απορρίφθηκε η από 20-4-1995 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του Σ.

Δ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, για έκταση εντός του αναφερομένου ΠΔΑ και γειτονική της επίδικης (σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο υπ' αριθμ. …/….-9-2004 έγγραφο του Δασαρχείου Γυθείου). Βέβαια με τη διάταξη του άρθρου 67 του Ν. 4042/2012 (ΦΕΚ Α 724/13-2-2012), με την οποία τροποποιήθηκε η διάταξη του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 5 του Ν. 998/1979, ορίζεται ότι κατ' εξαίρεση, η άνω διάταξη του άρθρου 62 του Ν. 998/1979 δεν ισχύει εις τας Περιφερείας των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου και Χίου, των Νήσων Κυθήρων και Αντικυθήρων, καθώς και στη περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης", πράγμα που σημαίνει ότι μόνη η επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο της δασικής μορφής της έκτασης δεν αρκεί για να θεμελιώσει το δικαίωμα κυριότητας του επί αυτής, αλλά θα πρέπει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να αποδεικνύει ότι κατέστη κύριο με τους τρόπους που προβλέπει ο Αστικός Κώδικας ή οι ειδικοί νόμοι.

Όμως η υπ' αριθμ. 1/2013 απόφαση της Ολομελείας του ΑΠ, αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της περιοχής των Κυκλάδων, έκρινε ότι κατά τα άρθρο 1-3 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274, οι γαίες διακρίνονται στις ειδικότερες κατηγορίες που διαλαμβάνει ο νόμος αυτός, δηλαδή Α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες.

Β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια δάση, επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), Γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια) των οποίων η χρήση γινόταν υπέρ κάποιου σκοπού. Δ) της εγκαταλειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κλπ, οι οποίες ήταν προορισμένες για κοινή χρήση από το Δημόσιο και Ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) τα βουνά, τα ορεινά, τα πετρώδη μέρη και τα αδέσποτα δάση, που αποτελούσαν γαίες που ανήκαν στο Δημόσιο.

Στη προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ολόκληρη η έκταση των 231 στρεμμάτων δεν εξουσιάστηκε από κανέναν ούτε ασκήθηκαν πράξεις νομής σε αυτήν, ούτε αποδείχθηκε ότι υπήρχαν επρόκειτο για έκταση επί της οποίας οι ιδιώτες είχαν αποκτήσει κάποιο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ). Βέβαια, κατά τον προαναφερόμενο νόμο 4042/2012, η έκταση αυτή, όπως και τα ακίνητα των νησιών αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ούτε κατεχόμενα από οθωμανικούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Όμως από κανένα αποδεικτικό μέσον δεν αποδείχθηκαν ίχνη καλλιέργειας σε ολόκληρη την περιοχή, αλλά και στην επίδικη έκταση και προκειμένου να παγιωθεί η εικόνα που εμφάνιζε η περιοχή το έτος 1945 (βλάστηση 80 %), σύμφωνα με τις αεροφωτογραφίες, θα έπρεπε να έχει προηγηθεί καλλιέργεια τουλάχιστον επί 30 έτη, πράγμα που σημαίνει ότι η επίδικη περιοχή έφερε δασική βλάστηση τουλάχιστον από το 1915.

Πολύ δε περισσότερο δεν αποδείχθηκε ότι η οικογένεια Δ. άσκησε πράξεις νομής επί 30 συναπτά έτη μέχρι τις 11-9-1915, με διάνοια κυρίου και με ανεπίληπτη καλή πίστη. Το δε δωρηθέν από τον Δ. Τ. Δ. τμήμα 3 στρεμμάτων προς την Κοινότητα Μαυροβουνίου με το υπ' αριθμ. …./1916 δωρητήριο συμβόλαιο, επί του οποίου υφίστατο ήδη από πολλών ετών το Νεκροταφείο Μαυροβουνίου, αποδεικνύεται ότι βρίσκεται πέραν του επιδίκου χώρου και τις γύρωθεν αυτής εκτάσεις, σε μη αμφισβητούμενη από το Ελληνικό Δημόσιο Περιοχή.

Από τα ανωτέρω περιστατικά σαφώς συνάγεται ότι η φερομένη ως ιδιοκτησία οικογένειας Δ. στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, όπως αυτό εμφαίνεται και αποτυπώνεται στους κτηματολογικούς χάρτες με ΚΑΕΚ …/0/0, όπως απεικονίζεται στο από 29-5-2013 τοπογραφικό διάγραμμα της Πολιτικού Μηχανικού Έ. Α., ήταν ανέκαθεν δασική, τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνος.

Ο δε ισχυρισμός της ενάγουσας περί καλλιέργειας και βόσκησης από αμνημονεύτου χρόνου στηρίζεται μόνο στα λεγόμενά της, αφού και ο μάρτυρας της ενάγουσας, Γ. Α., κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ανέφερε ότι δεν γνώριζε να πει για το επίδικο, εάν καλλιεργείτο, ότι η περιοχή είναι βραχώδης και κοντά στη θάλασσα, ενώ δεν διαπίστωσε πεζούλες.

Έτσι ο άνω ισχυρισμός καταρρίπτεται από την έλλειψη ιχνών καλλιεργητικών πράξεων επ' αυτής, τόσο στο απώτατο παρελθόν, όσο και πρόσφατα, ενώ κάθε επέμβαση επί αυτής με μεμονωμένες πράξεις εκχέρσωσης είχε ως αποτέλεσμα την άμεση αντίδραση του Δημοσίου (μέσω των αρμοδίων οργάνων του) και την κήρυξη ως αναδασωτέας.

Αντιθέτως προέκυψε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, αρχής γενομένης από τους Σ. και Τ. Δ. κατά το έτος 1880, έχοντας την πρόθεση να δημιουργήσουν και να παγιώσουν ίδια δικαιώματα κυριότητας επί δασικών εκτάσεων στη θέση "…" … ενέταξαν αυτές, ως δήθεν κληρονομηθείσες από τον πατέρα τους Γ. Δ. του Τ., στο προαναφερόμενο υπ' αριθμ.

…/1880 συμβόλαιο διανομής, εμφανίζοντας τες ως αγρούς, χωρίς όμως ποτέ, λόγω της φύσης του εδάφους (άγονο και βραχώδες, ακατάλληλο για καλλιέργεια) να ασκήσουν οποιαδήποτε πράξη νομής, καθώς και οι κληρονόμοι τους, οι οποίοι επεκτείνοντας την ιδιότυπη αυτή κατάληψη, προέβησαν σε κατάτμηση αυτής, συντάσσοντας σχετικές συμβ/κες πράξεις, χωρίς όμως άσκηση εμφανών πράξεων νομής, με το στοιχείο της διάρκειας, ενώ κάποιες μεμονωμένες ενέργειες αλλοίωσης του δασικού χαρακτήρα της, όπως από τον Σ.

Δ. του Π., το έτος 1997 συνάντησαν την άμεση αντίδραση της οικείας Δασικής Αρχής. Τελικά, αυτός αρνούμενος ότι προέβη στην πράξη της εκχέρσωσης (τμήματος 9 στρεμμάτων εκ της ανωτέρω διανεμηθείσας έκτασης), για την οποία κατηγορείτο, λόγω της μόνιμης απουσίας του στο εξωτερικό, κηρύχθηκε αθώος, με την υπ' αριθμ. 562/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γυθείου.

Ως εκ τούτου, η ανωτέρω μείζονα έκταση των 231 στρεμμάτων δεν αποδείχθηκε ότι συνιστούσε μέχρι το 1915 ιδιωτική αγροτική έκταση, ανήκουσα κατά κυριότητα στους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, αλλά αποδείχθηκε ότι ήταν ανέκαθεν δασική πετρώδης έκταση ανήκουσα στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ μετά το 1915 δεν χωρεί χρησικτησία τρίτων επί δημοσίων εκτάσεων.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που είπε τα αντίθετα, εσφαλμένα εφήρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και βάσιμα παραπονείται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με την έφεσή του, που θα πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να απορριφθεί η αγωγή της ενάγουσας, ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι η φερόμενη ως ιδιοκτησία της οικογενείας Δ., στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, ήταν ανέκαθεν δασική, τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα, η οποία ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου. Επίσης δέχθηκε ότι η πιο πάνω μείζονα έκταση δεν συνιστούσε μέχρι το 1915 ιδιωτική αγροτική έκταση, ανήκουσα στους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, αρχής γενομένης από τους Σ.

και Τ. Δ., κατά το έτος 1880, οι οποίοι ενέταξαν δασικές εκτάσεις, στη θέση "…"( τμήμα των οποίων αποτελεί το επίδικο), ως δήθεν κληρονομηθείσες από τον πατέρα τους Γ. Δ., στο …/1880 συμβόλαιο διανομής, εμφανίζοντάς τες ως αγρούς. Επίσης δέχθηκε ότι οι πιο πάνω απώτατοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας και οι κληρονόμοι τους δεν άσκησαν ποτέ πράξεις νομής επ'αυτής, εξαιτίας του ότι ήταν άγονη, βραχώδης-πετρώδης, φέρουσα θαμνώδη, ξυλώδη βλάστηση και ακατάλληλη για καλλιέργεια.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα δεν έγινε κυρία παραγώγως, ήτοι δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος …/1990 συμβολαίου γονικής παροχής, από τον παρέχοντα πατέρα της Κ. Π. ούτε και πρωτοτύπως με χρησικτησία του επίδικου ακινήτου, καθ' όσον η ίδια και οι δικαιοπάροχοι της, άμεσος, απώτεροι και απώτατοι, από το 1880 και εφεξής, ποτέ δεν χρησιδέσποζαν σ' αυτό, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί 30 έτη μέχρι τις 11/09/1915 κατά τις διατάξεις του βρδ δικαίου, ενώ μετά το 1915 δεν χωρεί χρησικτησία τρίτων επί δημοσίων εκτάσεων και ότι, ως εκ τούτου, ο άμεσος δικαιοπάροχος πατέρας της, Κ.

Π. κ αι συνακόλουθα η ίδια) δεν έγινε κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, γιατί απέκτησε τούτο, κατ'έτος 1977, αιτία πωλήσεως, από τους μη κυρίους Θ., Κ., Η. και Λ. Δ., για τον ίδιο δε λόγο δεν έγιναν συγκύριοι και οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της Σ. και Τ. Δ. . Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε (με πλεοναστική αιτιολογία) ότι το επίδικο έχει περιέλθει στην κυριότητα του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου ως τμήμα μείζονος δασικής εκτάσεως.

Μετά ταύτα δέχθηκε, ως βάσιμη κατ'ουσία, την ασκηθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντίθετα, έφεση και αφού την εξαφάνισε, δικάζοντας την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη, επειδή η ενάγουσα δεν απέδειξε την ερειδόμενη στον παράγωγο (γονική παροχή) και πρωτότυπο (χρησικτησία) τρόπο κτήσεως της κυριότητας ιστορική βάση (κύρια και επικουρική) αυτής, ενόψει των αρνητικών ισχυρισμών του εναγομένου, αναφορικά με το χαρακτήρα του επιδίκου και των συγκεκριμένων επί αυτού πράξεων νομής της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της (ΑΠ 987/2017).

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 η Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), των άρθρων 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων",1, 2 και 3 του Β.Δ.

της 17.11/1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση το νόμο αυτό και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", καθώς και εκείνες των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ., τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην νομική σκέψη, που προεκτέθηκε, και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόδειξης της κυριότητας της ενάγουσας στο επίδικο, ως τμήμα μείζονος δασικής έκτασης 195 στρεμμάτων, περίπου, καθ' όσον τόσο αυτή (ενάγουσα) όσο και οι δικαιοπάροχοι της, (άμεσος, απώτεροι και απώτατοι) από το 1880 και εφεξής μέχρι το έτος 1915, δεν χρησιδέσποζαν, κατά τις διατάξεις του βρδ δικαίου, ενώ μετά το 1915 δεν χωρεί χρησικτησία επί δημοσίων κτημάτων, οι δε, περί του αντιθέτου, διαλαμβανόμενες στον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, από τους αριθμούς 1α και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες.

Εξάλλου, ενόψει της μη απόδειξης της κυριότητας της ενάγουσας στο επίδικο, η διάταξη του άρθρου 62§1 εδ. β' του ν. 998/1979 "περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37§1 ν. 4280/2014, δεν ήταν εφαρμοστέα, καθ ' όσον, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεδομένου ότι το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή η ενάγουσα, η οποία βαρυνόταν με την απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής της, δεν την απέδειξε (ως προς την οποία παραδοχή, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, δεν πλήττεται επιτυχώς η αναιρεσιβαλλομένη) και όχι επειδή έγινε δεκτός ο ισχυρισμός ιδίας κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο, οι δε, περί του αντιθέτου, διαλαμβανόμενες στον ίδιο ως άνω πρώτο αναιρετικό λόγο, αιτιάσεις, από τους αριθμούς 1α και 19 ΚΠολΔ, αναφορικά με την πιο πάνω πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλομένης ως προς την κυριότητα του εναγομένου στο επίδικο είναι απαράδεκτες ως αλυσιτελείς (ΑΠ 1536/2018).

Τέλος, οι αποδιδόμενες, με τον ίδιο ως άνω πρώτο αναιρετικό λόγο, αιτιάσεις με τις οποίες προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 13 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο δέχθηκε: α) πράγματα, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, αναφορικά με την κυριότητα επί του επιδίκου του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (αριθμός 10) και β) το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου, ως δάσους, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης ( αριθμός 13), στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ'όσον το Εφετείο δεν στήριξε την απορριπτική του κρίση επί της ένδικης αγωγής στο προαναφερόμενο τεκμήριο κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, αλλά επειδή έκρινε ως μη αποδειχθέντα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική, περί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας, βάση της αγωγής, αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν πλήττεται επιτυχώς με αναιρετικό λόγο ( όπως θα εκτεθεί παρακάτω).

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολο του.

Γ.1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που προβλέπει τον σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άνω άρθρου, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, πέραν της συγκεκριμένης διάταξης ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε (ευθέως ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα) και μάλιστα ενάριθμα, με πληρότητα και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος πρότασης), υπό τις οποίες συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα (ΑΠ 120/2017).

Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν οι ως άνω πλημμέλειες, που αποδίδονται στην απόφαση, οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1430/2019).Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος ( ΑΠ Ολ. 14/2010 ).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, στον τρίτο αναιρετικό λόγο, αναφέρεται στις παραδοχές της αριθμ. 86/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας που επικυρώθηκε από την αριθμ. 1018/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, σχετικές με το ιδιοκτησιακό του κτήματος Δ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται αναφορά καμιάς αναιρετικής πλημμέλειας εκ των περιοριστικούς αναγραφομένων με αριθμούς 1 έως και 20 στο άρθρο 559 ΚΠολΔ., ούτε ενάριθμα αναφέρεται ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας δικαίου, παρατίθεται, δε, μόνο το περιεχόμενο της αριθμ. 86/2016 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.

2. Οι αποδιδόμενες, με τους 4ο, 6ο, 7ο(τρίτο μέρος) και 8ο αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και με τους 2ο, 4ο, 5ο, 6ο,7ο (δεύτερο,τρίτο και τέταρτο μέρος του) και 8ο αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του ίδιου ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστες, καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα πρόταση, και, μάλιστα, ενάριθμα η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέροντα ότι παραβιάσθηκαν ευθέως και εκ πλαγίου, αντίστοιχα, επίσης οι 6ος, 7ος (πρώτο και τρίτο μέρος) και 8ος ανωτέρω λόγοι δεν διαλαμβάνουν καθόλου παραδοχές, και οι ανωτέρω 4ος, 5ος, 7ος(δεύτερο και τέταρτο μέρος) αναιρετικοί λόγοι, καθώς και ο 9ος, διαλαμβάνουν παραδοχές, όλως μεμονωμένες αποσπασματικές και κατ'επιλογή.

Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω δεύτερο, κατά ένα μέρος, αναιρετικό λόγο,με την επίκληση των παραπάνω διατάξεων των αριθμών 1 εδ. β' και 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, διότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι: " η μείζονα εδαφική έκταση, τμήμα της οποίας είναι το επίδικο, το έδαφος της οποίας είναι άγονο, βραχώδες, ακατάλληλο για καλλιέργεια, ισοδυναμεί με δασική έκταση", κρίση που παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς τον δασικό χαρακτήρα του επιδίκου.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, καθόσον τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν δίδαγμα κοινής πείρας ούτε συνιστούν "πράγματα", υπό την εκτεθείσα στην μείζονα πρόταση έννοια, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά συνιστούν περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις, με το πρόσχημα δε των αναιρετικών πιο πάνω πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά την αναιρεσείουσα, για τα πράγματα κρίση.

Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολο του. Δ. Με τους τέταρτο και πέμπτο (κατά ένα μέρος τους που είναι ίδιου περιεχομένου-ταυτόσημοι) αναιρετικούς λόγους, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία αβάσιμο της ένδικης αγωγής της, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα παρακάτω έγγραφα, που νόμιμα με επίκληση προσκόμισε στο Δικαστήριο της ουσίας:1) την 55/2010 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, 2)την 34/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου με τα ταυτάριθμα πρακτικά της, 3)τις καταθέσεις των δασικών υπαλλήλων Δ.

Δ. και Α. Κ., που ως μάρτυρες είχαν εξετασθεί στο Ειρηνοδικείο Γυθείου, κατά την εκδίκαση της από 17/10/1978 ανακοπής των κληρονόμων Δ. και Π. Δ. κατά του …./1978 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, 4)τις αριθμ. 1/1979 και 19/1979 αποφάσεις που εκδόθηκαν επί της άνω ανακοπής, 5) το αριθμ. …/1978 έγγραφο του Επιθεωρητή Δασών Πελοποννήσου και Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, 6)το …/1916 συμβόλαιο δωρεάς 3 στρεμμάτων στην κοινότητα ...

για τη δημιουργία νεκροταφείου και 7) την …/1916 πράξη αποδοχής της δωρεάς .Οι λόγοι αυτοί, ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις, πέραν της αοριστίας τους, καθόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν τα αποδεικτικά αυτά μέσα (έγγραφα) ήταν κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους, για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμού, είναι, προεχόντως, αβάσιμοι, καθόσον ως προς τα με στοιχεία 3 και 7 έγγραφα δεν έγινε επίκληση αυτών στο Εφετείο, από την εφεσίβλητη ήδη αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου τους, ενώ ως προς τα με στοιχ. 1, 2, 4, 5, 6 πιο πάνω έγγραφα, τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και "...

όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα ακόμα και αν δεν μνημονεύονται και δεν αξιολογούνται, ειδικώς, καθένα από αυτά.

Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω πέμπτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλομένη την αιτίαση ότι προκειμένου να καταλήξει στην κρίση για το ουσία αβάσιμο της ένδικης αγωγής της, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα παρακάτω έγγραφα, που νόμιμα με επίκληση προσκόμισε στο Δικαστήριο της ουσίας:1) την αριθμ. 562/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Γυθείου, 2)την ένορκη κατάθεση του συμβολαιογράφου Θ.

Λ., που διαλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την αριθμ. 34/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου πρακτικά συνεδριάσεως και τις ένορκες βεβαιώσεις των Π. Π. και Χ. Π., 3) τις αριθμ. …/1994,…/1987, …/1993, …./1993, …/1993, …/1986, …/2004,…/2004,…/1982 και …/2005 οικοδομικές άδειες που αφορούν στην ανέγερση οικιών στην μείζονα εδαφική έκταση των 231 στρεμμάτων,4) την από 5/3/1974 βεβαίωση του αγρονόμου Ναυπλίου, 5) την …/1976 βεβαίωση του δημάρχου Γυθείου, 6) το …/2000 και τα από 14/6/1971 και 23/5/1971 έγγραφα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λακωνίας,7) το από 21/5/1997 έγγραφο του δημάρχου Γυθείου, 6) φωτογραφία έξω από το νεκροταφείο Μαυροβουνίου, 9) το αριθμ.

…/…-02-2000 έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου Γυθείου, 10) το …/2014 έγγραφο του Δασάρχη Γυθείου,11) την από 15/12/1995 επιστολή του Συλλόγου "Ο ΓΟΥΛΑΣ" των απανταχού … και 12) την αριθμ. 1182/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την επισήμανση ότι την ίδια αιτίαση για το ίδιο έγγραφο επαναλαμβάνει και στον ένατο αναιρετικό λόγο.

Ο ανωτέρω 5ος λόγος, ως προς την άνω αιτίαση, πέραν της αοριστίας του, εφόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των άνω με στοιχεία 2,3,4,5, 6, 9,11 εγγράφων, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν τα αποδεικτικά αυτά μέσα (έγγραφα) ήταν κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους, για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμού, είναι, προεχόντως, αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και "...

όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και αυτά, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, με την ίδια δε αιτιολογία είναι αβάσιμη και η διαλαμβανόμενη στον 9ο λόγο όμοια αιτίαση.

Εξάλλου, οι αποδιδόμενες με τον άνω πέμπτο λόγο λοιπές αιτιάσεις που αναφέρονται στην εσφαλμένη εκτίμηση από το Εφετείο της κατάθεσης του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρα, πολιτικού μηχανικού, Γ. Α. είναι απαράδεκτες και τούτο, διότι, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, η αποδιδόμενη με τον έκτο αναιρετικό λόγο αιτίαση, από τον ίδιο ως άνω αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αριθμ. πρωτ. …/1017 και …/1902 έγγραφα του Δασαρχείου Γυθείου και Λακωνικής Επιτροπής, αντίστοιχα είναι αβάσιμη, διότι δεν έγινε επίκληση αυτών στο Εφετείο, από την ενάγουσα- εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου τους.

Ε. Με τους τέταρτο, έκτο, έβδομο και ένατο,κατά ένα μέρος τους, λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα :" ότι στην μείζονα εδαφική έκταση των 231 στρεμμάτων τμήμα της οποίας είναι το επίδικο, ποτέ δεν άσκησαν πράξεις νομής οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας και ότι δεν συνιστούσε μέχρι το 1915 ιδιωτική αγροτική έκταση ανήκουσα στους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας αλλά ήταν ανέκαθεν δασική πετρώδης έκταση ανήκουσα στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, παραδοχές που δεν βρίσκουν έρεισμα σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς να αξιολογεί τα αποδεικτικά στοιχεία που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε (τέταρτος, κατά ένα μέρος λόγος) ", " τον δασικό, δήθεν, χαρακτήρα της μείζονος εδαφικής έκτασης των 231 στρεμμάτων, τμήμα της οποίας είναι το επίδικο, στηριζόμενο( Εφετείο) σε πρόσφατα (μετά το 1945) αποδεικτικά στοιχεία, και όχι σε αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν το κρίσιμο χρονικό διάστημα των ετών 1836 έως 1945 (έκτος κατά ένα μέρος λόγος)", "ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έγινε κύριος της επίδικης έκτασης αν και δέχεται την ύπαρξη των τίτλων κυριότητας των δικαιοπαρόχων της και τη μη εφαρμογή του τεκμηρίου κυριότητας του εναγομένου( έβδομος πρώτο μέρος λόγος), "ότι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι της προέβησαν σε ιδιότυπη κατάληψη της μείζονος εδαφικής έκτασης των 231 στρεμμάτων, που ήταν ανέκαθεν δασική, τμήμα της οποίας είναι το επίδικο, προβαίνοντας σε κατάτμηση αυτής, και συντάσσοντας συμβολαιογραφικές πράξεις, χωρίς, όμως, άσκηση εμφανών πράξεων νομής με το στοιχείο της διάρκειας (έβδομο δεύτερο μέρος λόγος)", "ότι η μείζονα εδαφική έκταση των 231 στρεμμάτων τμήμα, της οποίας είναι το επίδικο, δεν εξουσιάστηκε από κανένα ούτε σε αυτή ασκήθηκαν πράξεις νομής ούτε αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για έκταση επί της οποίας οι ιδιώτες είχαν αποκτήσει δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), κρίση μη νόμιμη με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε (ένατος κατά ένα μέρος λόγος)".

Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, κατά το σχετικό μέρος τους από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και, συγκεκριμένα, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση και, επομένως, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο αναιρεσείων απλώς, με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο πιο πάνω άρθρο, πλήττει την, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση(ΑΠ 255/2020).

Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολο του. ΣΤ. Με τους πέμπτο, έβδομο, όγδοο και ένατο, κατά ένα μέρος τους, αναιρετικούς λογούς η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: "τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της, σχετικούς με την άσκηση νομής επί του επιδίκου των δικαιοπαρόχων της, που θεμελίωναν την ιστορική βάση της αγωγής της και αποδεικνυόταν, από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από αυτήν αποδεικτικά μέσα (πέμπτος λόγος κατά ένα μέρος)", "ότι το επίδικο είναι οικόπεδο εντός του του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου της δημοτικής κοινότητας Γυθείου του Δήμου Μάνης (έβδομος λόγος τρίτο μέρος)", "την αριθμ. 34/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, που επικυρώθηκε με την 1182/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και τις αντίστοιχες κρίσεις της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 34/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, που αφορούν σε ακίνητο γειτονικό του επιδίκου και τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ( όγδοος λόγος κατά ένα μέρος)", "τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε (διαδοχικούς τίτλους κυριότητας, τις κατατμήσις, τις διανομές, τις μαρτυρικές καταθέσεις), με συνέπεια να καταλήξει στην κρίση ότι το επίδικο δεν εξουσιάστηκε από κανένα ούτε ασκήθηκαν σ' αυτό πράξεις νομής ούτε ιδιώτες είχαν αποκτήσει σ' αυτό κάποιο δικαίωμα (τεσσαρούφ) (ένατος λόγος κατά ένα μέρος)".

Η αποδιδόμενη με τον πέμπτο λόγο άνω αιτίαση είναι αβάσιμη και τούτο, διότι, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία τις βάσεις της αγωγής (κύρια και επικουρική), που στηρίζονταν, αντίστοιχα, στον παράγωγο και στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, και, άρα τις έλαβε υπόψη. Οι αποδιδόμενες με τους λοιπούς λόγους άνω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην επίκληση αποδεικτικών μέσων και την εκτίμηση αποδείξεων και δεν αφορούν σε "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε στην μείζονα σκέψη, δηλαδή, σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που αφορά στην αναγνώριση της κυριότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο επί του επίδικου ακινήτου.

Επίσης, η αναιρεσείουσα, στον ίδιο ως άνω έβδομο λόγο αναίρεσης, πέραν των αιτιάσεων, από τους αριθμούς 1,19,8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που κρίθηκαν παραπάνω, επικαλείται, όλως αορίστως και, συνεπώς, απαραδέκτως την παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, χωρίς, όμως, αναφορά, πλην του παραπάνω αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πραγματικών περιστατικών, που να στοιχειοθετούν την οικεία αναιρετική πλημμέλεια και ειδικότερα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, τις φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις (του διατακτικού) της αναιρεσιβαλλομένης.

Κατόπιν αυτών, οι πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος αναιρετικοί λόγοι είναι στο σύνολο τους απορριπτέοι. Επομένως, πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3ΚΠολΔ εδάφ.

ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016), και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που το τελευταίο, νόμιμα και βάσιμα, υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.) μειωμένα κατ' άρθρο 22 του ν.3693/1997,κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28/08/2019 αίτηση της Μ. Κ. για αναίρεση της αριθμ. 30/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ