24/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 24 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated24/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 24 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 24 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Αριθμός 24/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Ο. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 2. Ο. Μ. του Ο., κατοίκου ..., 3. Χ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., 4. Χ. Μ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., 5. Χ. Ο. του Χ., κατοίκου ..., 6. Ι. Ι. του Μ., κατοίκου ..., 7. Γ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., απάντων περιοχής ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Παναγιώτας Σμυρνιού και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2009 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: Η 90/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 692/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-2-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 27-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 11 της από 4 Νοεμβρίου 1950 Συμβάσεως της Ρώμης "δια την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και εις την ελευθερίαν συνεταιρισμού συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως μετ' άλλων συνδικάτων και προσχωρήσεως εις συνδικάτα επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του. Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθή εις εταίρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημόσιαν ασφάλειαν, την προάσπισην της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων ...". Από τη διάταξη αυτή, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εθνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε αντίθετη διάταξη νόμου, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 78, 80, 81 και 105 ΑΚ και 12 παρ.1 και 2 του Συντάγματος συνάγεται ότι η σωματειακή ελευθερία, ήτοι το δικαίωμα των πολιτών να συνιστούν μη κερδοσκοπικά σωματεία ή να είναι μέλη τούτων, μπορεί να περιορισθεί, με τη μορφή της μη αναγνώρισης ή της διάλυσης του σωματείου με δικαστική απόφαση, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν ο σκοπός ή η λειτουργία του σωματείου είναι παράνομοι ή αντίκεινται στη δημόσια τάξη υπό την έννοια ότι η μη αναγνώριση ή η διάλυση του σωματείου για τους λόγους αυτούς επιβάλλεται σε μία δημοκρατική κοινωνία ως αναγκαίο μέτρο και αποτελεί επιτακτική κοινωνική ανάγκη για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Εθνικής ή δημόσιας ασφάλειας η την πρόληψη διαταραχών της τάξης. Η ανάγκη προσφυγής στο περιοριστικό αυτό μέτρο δικαιολογείται όταν υφίσταται σχέση αναλογίας μεταξύ της παραβίασης και του σκοπού στον οποίο αποβλέπει. Προσέτι δε η ανάγκη αυτή πρέπει να είναι άμεση και να αποδεικνύεται πειστικά. Απλές μόνο υπόνοιες ή εντυπώσεις για τις προθέσεις ή τις τυχόν σκοπούμενες δραστηριότητες του σωματείου ως παράνομες ή αντικείμενες στη δημόσια τάξη με βάση μόνο την φραστική διατύπωση του καταστατικού ή την ερμηνεία όρων τούτου, δεν μπορούν από μόνες να θεμελιώσουν την, κατά την ανωτέρω έννοια, κοινωνική ανάγκη προσφυγής στο περιοριστικό μέτρο της μη αναγνώρισης του σωματείου. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο δε κανόνας παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι αιτούντες και ήδη εκκαλούντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί και εγγραφεί στο βιβλίο που τηρείται στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης το υπό ίδρυση σωματείο , του οποίου ήταν μέλη της προσωρινής διοικούσας επιτροπής με την επωνυμία "ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΝΟΤΙΟΥ ΕΒΡΟΥ Της ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ" με έδρα το χωριό Κόμαρο του δήμου Αλεξανδρούπολης νομού Έβρου. Σκοποί του εν λόγω σωματείου καθορίζονται η διατήρηση, διαφύλαξη και προβολή των λαϊκών παραδόσεων, λαϊκών, χορών, λαϊκών στοιχείων και εθίμων της περιοχής, καθώς και η διδασκαλία και μεταβίβαση αυτών στις επόμενες γενιές, η συμβολή στην εν γένει πνευματική, πολιτιστική και κοινωνική ανάπτυξη και σύσφιξη των πνευματικών μορφωτικών και προσωπικών σχέσεων μεταξύ των μελών και η ψυχαγωγία των μελών του σωματείου. Τακτικά μέλη εγγράφονται όσοι εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή των Ελληνοτουρκικών πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και κατ' ευθείαν απόγονοι αυτών και έχουν την Ελληνική υπηκοότητα, καταγόμενοι ή κάτοικοι της περιοχής νοτίου Έβρου, ήτοι οι μη ανταλλάξιμοι Μουσουλμάνοι το θρήσκευμα κάτοικοι του νομού Έβρου κατά την αναφερόμενη διαδικασία (βλ. άρθρα 2,4 του καταστατικού). Έτσι ως τακτικά μέλη του υπό έγκριση σωματείου είναι δυνατόν να εγγραφούν οι μη ανταλλάξιμοι και απόγονοι αυτών, μουσουλμάνοι το θρήσκευμα Έλληνες υπήκοοι, κάτοικοι ή καταγόμενοι από την περιοχή του νοτίου Έβρου. Όμως στην επωνυμία του σωματείου συμπεριλαμβάνεται η έκφραση "της μειονότητας Δυτικής Θράκης", χωρίς έτερο προσδιορισμό της λέξης "μειονότητας", εκτός του τοπικού Δυτική Θράκη. Η επωνυμία του σωματείου αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο τις ταυτότητας του κατά τις σκέψεις που προεκτέθηκαν. Με τη μνεία της λέξης "μειονότητας" προκύπτει ασάφεια και αμφιβολία εάν αφορά τη μουσουλμανική μειονότητα, που μόνη αυτή αναγνωρίζεται από την προαναφερόμενη συνθήκη της Λωζάνης, ή αναφέρεται σε τυχόν έτερη (Εθνική κ.λ.π.) που δεν έχει αναγνωρισθεί από καμία διεθνή συνθήκη και προσκρούει στην εσωτερική δημόσια τάξη. Με την ασάφεια αυτή προκαλείται σύγχυση και παραπλάνηση και ως προς τα μέλη που εκπροσωπεί το εν λόγω σωματείο και την ταυτότητά τους. Η αοριστία είναι σκόπιμη αφού οι αιτούντες δεν στερούνται της δυνατότητας να ιδρύσουν σωματείο με επωνυμία σαφή και ακριβόλογη με προσδιορισμό "της μειονότητας" ως μουσουλμανικής, τη μόνη που αναγνωρίζεται από την ως άνω διεθνή σύμβαση. Έτσι εμφανίζεται ότι υπάρχουν άδηλοι σκοποί του σωματείου με αντίστοιχο κίνδυνο για τη δημόσια τάξη. Με τον τρόπο αυτό η επωνυμία του εν λόγω σωματείου δεν διατυπώνεται με τρόπο σαφή, ορισμένο και αναμφίβολο, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 ΑΚ και επομένως η αναγνώρισή του δεν είναι δυνατή. Η μη αναγνώριση του σωματείου δεν υπερβαίνει το επιβαλλόμενο αναγκαίο μέτρο περιορισμού της σωματειακής ελευθερίας, ενόψει των δυνατοτήτων που παρέχονται στους αιτούντες να συστήσουν σωματείο με σαφώς προσδιοριστική της ταυτότητας του επωνυμία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αίτηση για την αναγνώριση του εν λόγω σωματείου δεν είναι νόμιμη και έπρεπε να απορριφθεί. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του ΑΚ. Και τούτο διότι την ύπαρξη κινδύνου για τη δημόσια τάξη από το σκοπό και τη λειτουργία του υπό αναγνώριση σωματείου και κατ' επέκταση την άρνηση αναγνώρισης αυτού, στήριξε όχι στο περιεχόμενο του καταστατικού του, αλλά σε μία απλή υποψία ότι από την ασάφεια που προκύπτει από την περιεχόμενη στην επωνυμία φράση "..της μειονότητας Δυτικής Θράκης", χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό της έννοιας "μειονότητα", αν δηλαδή πρόκειται για θρησκευτική ή άλλη (εθνική κ.λ.π.), προκύπτουν άδηλοι σκοποί του σωματείου με αντίστοιχο κίνδυνο για τη δημόσια τάξη. Όμως, μια τέτοια ασάφεια από μόνη της δεν αρκεί για να θεμελιώσει .κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και συνακόλουθα επιτακτική κοινωνική ανάγκη άρνησης αναγνώρισης του ένδικου σωματείου. Τούτο δε ισχύει πολύ περισσότερο αφού από το όλο περιεχόμενο του καταστατικού, όπως αυτό αναφέρεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδιαίτερα από την περικοπή αυτού ότι "ως τακτικά μέλη του υπό έγκριση σωματείου είναι δυνατόν να εγγραφούν οι μη ανταλλάξιμοι και απόγονοι αυτών μουσουλμάνοι το θρήσκευμα Έλληνες υπήκοοι, κάτοικοι ή καταγόμενοι από την περιοχή του νοτίου Έβρου", προκύπτει ότι πρόκειται για μουσουλμανική μειονότητα. Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 692/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ