24/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο των από 16/4/2009 προσθέτων λόγων για αναίρεση των 1023/2003 και 820/2004 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς, ως προς τον τρίτο των ως άνω αναιρεσιβλήτων.
Legislator headnote
AI generated24/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, Ολ ΑΠ 1/1995). Στο άρθρο 13 § 4 του ν. 2882/01 ορίζεται, ότι "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απολλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη.
Full text
Απόφαση 24 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 24/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΥΤΙΟΠΟΙΪΑ ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΑ Σ. Σ. Κ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μίκο και κατέθεσε προτάσεις,
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., κατοικοεδρεύοντες στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Δ., 3) Κ. Δ., 4) Ν. Τ., 5) Μ.-Α. Ψ. του Ι., 6) Ε. συζύγου Α.-Μ. Ψ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 7) Δήμου Ταύρου Αττικής, που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κοντοέ-Παπαθωμά και δεν κατέθεσε προτάσεις, 8) Εταιρίας με την επωνυμία "Κ. ΑΕΒΕ INFORM ΛΥΚΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο των από 16/4/2009 προσθέτων λόγων για αναίρεση των 1023/2003 και 820/2004 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς, ως προς τον τρίτο των ως άνω αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2003 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 2/10/2003 ανταίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1023/2003 μη οριστική και 820/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/7/2005 αίτησή της και τους από 16/4/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 5/5/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις το άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση οι δεύτερη, τρίτη, τέταρτος πέμπτος, έκτη και ογδόη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Από τις 11421/17-2-2009, 11435/18-2-2009, 11427/17-2-2009, 11425/17-2-2009, 11423/17-2-2009 και 11418/17-2-2009 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών … και από τη δημοσίευση περίληψης στις 19-2-2009 στις ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών "Αυγή" και "Ελεύθερη Ώρα" για την αγνώστου διαμονής τέταρτο των αναιρεσιβλήτων Κ.
Δ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης αυτής επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους απολειπομένους ως άνω αναιρεσιβλήτους. Επομένως παρά την απουσία τους η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης αποδίδονται οι εξής αιτιάσεις: "Και οι δύο αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, μη νόμιμα και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσαμε και της κατάθεσης του απολύτως αξιόπιστου μάρτυρά μου, εσφαλμένα και αναιτιολόγητα δεν έλαβε υπόψη του νόμιμους, βάσιμους και αληθείς ισχυρισμούς μας, Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν έλαβαν υπόψη τους ότι: 1) Σύμφωνα με τους επίσημους πίνακες υπολογισμού αξιών ακινήτων του Υπουργείου Οικονομικών, για τα ακίνητα όπου κείται και η ρυμοτομούμενη έκταση της ιδιοκτησίας μας, η Τιμή Ζώνης είναι 586 ευρώ ανά τ.μ. και 2) Η απαλλοτριούμενη εδαφική μας έκταση των 1.119,8 τ.μ., ως ευρισκόμενη σε απόσταση μόλις 250 περίπου μέτρων από την οδό Πειραιώς, έχει ασυγκρίτως μεγαλύτερη αξία από τις απώτερες προς το γήπεδο Ταύρου και τις γραμμές του ΟΣΕ ευρισκόμενες απαλλοτριούμενες εδαφικές εκτάσεις, και καθόρισαν έτσι τιμή 470 ευρώ ανά τ.μ.
Τελείως αναιτιολόγητα και εσφαλμένα εδέχθησαν ότι η απαλλοτριούμενη εδαφική μας έκταση είναι 782,5 τ.μ, αντί του ορθού (και μετ' επικλήσεως προταθέντος και αποδειχθέντος ισχυρισμού μας) ότι η απαλλοτριούμενη εδαφική μας έκταση είναι 1.119,8 τ.μ.
Υπέπεσαν έτσι και οι δύο αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις στις πλημμέλειες του άρθρου 559 περ. 1 , 8 , 9 , 10 , 11, 13 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.". Όμως με το ως άνω περιεχόμενο οι λόγοι αναίρεσης, ως παντελώς αόριστοι, είναι απαράδεκτοι. Ομοίως είναι απαράδεκτοι, αφού με την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής των, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (βλ.
άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, Ολ ΑΠ 1/1995). Στο άρθρο 13 § 4 του ν. 2882/01 ορίζεται, ότι "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απολλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη.
Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 20 §δ 2 και 5 του Ν. 2882/01 συνάγεται ότι: α) Σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απέμεινε στον ιδιοκτήτη υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, ο ιδιοκτήτης του τμήματος αυτού (που απέμεινε), δικαιούται να ζητήσει με αυτοτελή αίτηση ενώπιον του Εφετείου τον καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως (για το απαλλοτριωθέν) και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το απομείναν τμήμα.
β) Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση οριστικού προσδιορισμού ενώπιον του Εφετείου εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση αυτή έχει δικαίωμα να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται πέντε τουλάχιστον ημέρες προ της συζητήσεως, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται οριστικός προσδιορισμός (εάν δε η αίτηση αυτή περιέχει και αίτημα για παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης ο καθού δύναται με τις εμπρόθεσμες προτάσεις του να ασκήσει και αντίθετη αίτηση για την αποζημίωση αυτή) και γ) Όταν όμως στην αίτηση που ασκείται (από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο - όπως τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση) ενώπιον του Εφετείου δεν περιέχεται και αίτημα για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως δεν μπορεί να ζητηθεί ούτε από τον καθού η αίτηση προσδιορισμού της οριστικής αποζημιώσεως με αντίθετη αίτηση ασκούμενη με τις προτάσεις, ακόμη και εκείνες της πρώτης συζητήσεως, εφόσον το κεφάλαιο για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αυτής αποζημιώσεως για το εναπομείναν τμήμα είναι διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στον προσδιορισμό της αποζημιώσεως για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε και δεν αφορά το αντικείμενο της απαλλοτρίωσης, το οποίο έχει εισαχθεί παραδεκτώς με την κυρία αίτηση, ενώπιον του Εφετείου, ούτε είναι παρεπόμενο αυτού.
Το ίδιο ισχύει και για άλλα αιτήματα, που εισάγονται με ανταίτηση, αλλά δεν περιλαμβάνονται στην αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο των προσθέτων λόγων αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με την πρώτη προσβαλλόμενή του απόφαση παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ανταίτησή της που είχε ασκήσει με τις προτάσεις ως προς τα κεφάλαια α) για μείωση αξίας εναπομείναντος οικοπέδου, β) για κόστος έκδοσης νέας άδειας λειτουργίας της επιχείρησής της γ) για οικονομική απώλεια λόγω μη εκτέλεσης παραγγελιών της δ) για διαφυγόντα κέρδη της επιχείρησής της ε) για ζημία της που θα υποστεί από την καθυστέρηση εισόδου της επιχείρησής της στο χρηματιστήριο ζ) για αγορά νέας μηχανής ROLAND και θ) για κατασκευή νέου κτιρίου προς μετεγκατάσταση της επιχείρησής της.
Όμως, εφ' όσον τα ως άνω κεφάλαια της ανταίτησης, δεν αναφέρονται στο κεφάλαιο της αίτησης, με το οποίο ζητήθηκε ο καθορισμός αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν ακίνητο, η ανταίτηση ως προς τα κεφάλαια αυτά είναι απαράδεκτη και επομένως ο σχετικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος καθώς και κατά το μέρος που περιέχει αιτίαση από τον αρ. 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο κηρύσσοντας απαράδεκτη την ανταίτηση δεν παρεβίασε το άρθρο 17 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης.
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, 7 παρ. 1 και 13 παρ.1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει: α) ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συντελείται μόνο αφού καταβληθεί στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο ή δικαστικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, η οποία πρέπει να είναι πλήρης, πρέπει δηλαδή να ανταποκρίνεται προς την αξία του απαλλοτριουμένου και ειδικότερα να επαρκεί για την αγορά άλλου ανάλογου ακινήτου, β) ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της εν λόγω αξίας είναι ο χρόνος της ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου συζητήσεως περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ενώ, σε περίπτωση παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση αυτή ή σε περίπτωση απευθείας αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού, κρίσιμος είναι ο χρόνος της ενώπιον του εφετείου συζητήσεως περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και γ) ότι, αν μετά τη δημοσίευση της πράξεως περί κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως επέλθει ανατίμηση του απαλλοτριούμενου ακινήτου μη οφειλόμενη στη δημοσίευση της εν λόγω πράξεως ούτε σε ενέργειες του ιδιοκτήτη επί του ακινήτου, η ανατίμηση αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου.
Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζητήσεως κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξαρτήτως αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.
Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση τον χρόνο της εν λόγω συζητήσεως και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιόρισε την αποζημίωση με κρίσιμο χρόνο την 7-10-2002 οπότε έγινε η συζήτηση για τον προσδιορισμό της προσωρινής αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ενώ θα έπρεπε να την προσδιορίσει με κρίσιμο χρόνο τη συζήτηση του οριστικού καθορισμού που έγινε στις 6-5-2004 και έτσι παρεβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου.
Όμως από την συμπροσβαλλόμενη 1023/2003 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς προκύπτει ότι η συζήτηση της αίτησης προσδιορισμού της αποζημίωσης έγινε στις 2-10-2003, κατά την οποία διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη και ο χρόνος της συζήτησης αυτής είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως, αφού δεν πέρασε έτος από το χρόνο συζητήσεως της αίτησης προσωρινού προσδιορισμού.
Επομένως ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο και τελευταίο πρόσθετο λόγο αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ., ΟλΑΠ 1/1995).
Επομένως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-7-2005 αίτηση για αναίρεση της 820/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ για κάθε παριστάμενο αναιρεσίβλητο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ