Legislator Case Law & Legislation
24/2008 AI generated

24/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 24/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

24/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην υπόθεση που κρίνεται, το Εφετείο απέρριψε, ως αόριστη, την αγωγή κατά τη βάση της περί ακυρότητας των αναφερόμενων σ' αυτήν δύο διαθηκών, η οποία είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως, χωρίς ειδικό παράπονο της εκκαλούσας εναγομένης. η οποία με την έφεσή της ζήτησε την απόρριψη της αγωγής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 24 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 24/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Θεοφάνους.

Των καθών η κλήση: 1........., 2. .......... και 3. Σωματείου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα "ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι της αρχικής αναιρεσίβλητης αποβιωσάσης ..........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Κοναξή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3437/1991, 392/1996, 4115/1999 προδικαστικές, 3270/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7561/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-2-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 7-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ),πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, εκτός των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 32/1996).Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται παραβίαση, από το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμη την ένδικη αγωγή κατά τη βάσης της περί αναγνώρισης του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος επί της αναφερόμενης στην ένδικη αγωγή και στην πληττόμενη απόφαση κληρονομίας, των διατάξεων των άρθρων 1826,1827,1831,1833 ΑΚ, χωρίς όμως να αναφέρονται στο αναιρετήριο, το συγκεκριμένο νομικό σφάλμα που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, καθώς επίσης, τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παράβαση των ως άνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 524 παρ. 1, 525, 526, 536 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Εφετείο κατά τα όρια που καθορίζονται με τους κύριους ή πρόσθετους λόγους και ότι το Εφετείο έχει την ίδια εξουσία, ως προς την αγωγή, με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει το νόμω βάσιμο ή αόριστο της αγωγής και να την απορρίψει, αρκεί ο εκκαλών να ζητάει την απόρριψή της και να μην εκδίδεται επιβλαβέστερη απόφαση για αυτόν, χωρίς άσκηση έφεσης ή αντέφεσης.

Στην υπόθεση που κρίνεται, το Εφετείο απέρριψε, ως αόριστη, την αγωγή κατά τη βάση της περί ακυρότητας των αναφερόμενων σ' αυτήν δύο διαθηκών, η οποία είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως, χωρίς ειδικό παράπονο της εκκαλούσας εναγομένης. η οποία με την έφεσή της ζήτησε την απόρριψη της αγωγής.

Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου559 αριθ.8 α ΚΠολΔ, ο δε δεύτερος λόγος αναίρεσης, από την εν λόγω διάταξη, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339, 352 παρ.1,ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία αποτελεί αποδεικτικό μέσο που όταν γίνει ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 353 του ίδιου Κώδικα, η αποδεικτική δύναμή της ομολογίας δεν επηρεάζεται από το ότι, εκτός από το επιζήμιο πραγματικό γεγονός για εκείνον που ομολογεί, περιέχει και άλλο πραγματικό γεγονός που τον ωφελεί και αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό.

Αν το πραγματικό γεγονός, το ωφέλιμο για εκείνον που ομολογεί, δεν είναι αυτοτελές, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την ομολογία. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ.11γ και 12ΚΠολΔ,προκύπτει ότι, ο μεν λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από την πρώτη των διατάξεων αυτών ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ο δε λόγος αναίρεσης που προνοείται από τη δεύτερη διάταξη, θεμελιώνεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη από όση απονέμει σ' αυτό ο νόμος και όχι όταν το δικαστήριο εκτιμά κάποιο αποδεικτικό μέσο ως περισσότερο αξιόπιστο από ένα άλλο ή εσφαλμένως αποδίδει σ' αυτό αποδεικτική αξία κατά τη συναγωγή των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, η εναγομένη με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις της πρώτης συζήτησης της αγωγής, ομολόγησε την περί νόμιμης μοίρας βάση της αγωγής, εκτός του κεφαλαίου της που αναφέρονταν στο περιγραφόμενο κληρονομιαίο ακίνητο(διαμέρισμα) που περιήλθε στην ίδια. Το Εφετείο έκρινε πως πρόκειται για σύνθετη ομολογία, η οποία, εκτός από το επιζήμιο γεγονός για την εναγομένη που ομολόγησε, περιέχει και άλλο πραγματικό γεγονός που δεν είναι αυτοτελές ,αλλά άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών, και εκτίμησε αυτήν ελεύθερα.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, έλαβε υπόψη το ανωτέρω αποδεικτό μέσο, στο οποίο δεν προσέδωσε αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από όση απονέμει σ' αυτό ο νόμος, ο δε τρίτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθ.11γ και 12 του άρθρου 559ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ενάντια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-2-2004 αίτηση του Χ1 για αναίρεσης της 7561/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ