249/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated249/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 249 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 249/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Τ. του Α., κατοίκου ... 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της δεύτερης εταιρείας από την πρώτη και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Καρσαμπά, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο 1ος αναιρεσίβλητος με την από 9-3-2017 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 635/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Εκδόθηκε η 27/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-9-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 94/2023). Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο, παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 244/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 1212/21-12-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ... με έδρα το Πρωτοδικείο ... Δ. Π. Α., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 29-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4/29-9-2021, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (17-3-2023) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην τρίτη αναιρεσίβλητη.
Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (17-3-2023), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η ανωτέρω αναιρεσίβλητη ήταν απούσα και ειδικότερα δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον η ανωτέρω απολειπόμενη τρίτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 27/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην: α) της εκκαλούσας - εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ...
A.E." και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και β) της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, ως προς τις οποίες χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω δεύτερη και τρίτη των αναιρεσίβλητων, περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 1, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 22-1-2013 αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρικάλων στις 22-1-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 1442/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Ειδικότερα, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται.
Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών.
Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό, που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά.
Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019).
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του, ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 539/2022, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμός 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021).
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από άμεσο δόλο ή και από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) το ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει και οφείλει, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, γνώριζε ή προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 991/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, περί απόφασης ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ), ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ.
ΑΠ 16/2013, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β' του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Ειδικότερα, με το άρθρο 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι: "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όταν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, τούτο έχει ως κύρια συνέπεια ότι οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Επομένως, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, όπου ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, η προβολή της ένστασης από έναν πιστωτή ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς αυτόν χρηματικών του οφειλών από δόλο, ωφελεί και βλάπτει και τους άλλους πιστωτές, οι οποίοι δεν την πρότειναν, αλλά μπορούν να την επικαλεστούν, εφόσον τους ωφελεί και προτάθηκε νόμιμα από άλλον πιστωτή, εάν δε, κριθεί βάσιμη, επάγεται την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αίτησης του οφειλέτη, όχι μόνο έναντι του πιστωτή, που πρότεινε τη ένσταση αυτή, αλλά και έναντι των λοιπών πιστωτών, οι οποίοι δεν πρότειναν το σχετικό ισχυρισμό, ή δεν τον πρότειναν κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, καθόσον η πορεία της δίκης πρέπει να είναι ενιαία για όλους τους πιστωτές και δεν νοείται διάσπασή της (ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 27/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 22-01-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 20/22-01-2013 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Τρικάλων ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθ' ων η αίτηση - πιστωτές του [και ήδη αναιρεσείον και δεύτερη και τρίτη των αναιρεσίβλητων], ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου.
Η πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ... A.E." (ως καθολική διάδοχος της δεύτερης καθ' ής η αίτηση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ"), και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, πρότεινε ενώπιον του ανωτέρω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πλην άλλων, και την ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 38/2015 απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αίτηση είναι ορισμένη και νόμιμη και, ακολούθως, αφού απέρριψε ως αόριστη την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ασκήθηκαν:
α) η από 22-6-2015 έφεση της δεύτερης καθ' ής η αίτηση και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και β) η και 26-5-2015 έφεση του τρίτου καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος (Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων). Το Μονομελές Πρωτοδικείο ... που δίκασε ως Εφετείο, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 6/2016 απόφασή του, με την οποία, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω εφέσεις, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αυτές, εξαφάνισε την εκκαλούμενη - πρωτόδικη υπ' αριθμ. 38/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου ...
κράτησε και δίκασε την ένδικη αίτηση και ακολούθως απέρριψε αυτή ως αόριστη. Κατά της υπ' αριθμ. 6/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... ο αιτών άσκησε την από 9-3-2017 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 635/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι: "Έτσι όμως που έκρινε, το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο ...
εσφαλμένα απέρριψε την ένδικη αίτηση ως αόριστη, αφού αναφέρονται σε αυτή, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρονται, όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και ειδικότερα αναφέρονται τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία, ήτοι 1) κατάσταση της περιουσίας του αιτούντος και των εισοδημάτων του, 2) κατάσταση των πιστωτών και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και 3) σχέδιο διευθέτησης των οφειλών, δεν αποτελεί δε στοιχείο του ορισμένου της αιτήσεως η αναφορά των βιοτικών αναγκών του αιτούντος οφειλέτη, αφού από την περιγραφή της οικογενειακής κατάστασης μπορεί να εκτιμηθεί το ύψος αυτών, ενώ η απόδειξη της παράβασης της υποχρεώσεως για ακρίβεια της κατάστασης της περιουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέτη, εφόσον αποδειχθεί ότι έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης ως αβάσιμης.
Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος". Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή, αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 6/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την εν λόγω αναιρεθείσα η απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ.
Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο ... στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, δικάζοντας ως Δικαστήριο της παραπομπής, επί των ανωτέρω από 22-6-2015 και 26-5-2015 εφέσεων, εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 27/2021 απόφασή του, με την οποία συνεκδίκασε τις ανωτέρω εφέσεις και αφού απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, την οποία είχε προτείνει η δεύτερη καθ' ής η αίτηση και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη και την οποία επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με σχετικό λόγο της από 22-6-2015 έφεσής της, ακολούθως δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις.
Ειδικότερα, όσον αφορά την προταθείσα από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 27/2021 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο και πέμπτο λόγους έφεσης η εκκαλούσα - καθ' ής η αίτηση πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ...
Α.Ε.", επανέφερε τις με τις προτάσεις της προταθείσες ενστάσεις δόλου και καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αιτούντος. Ειδικότερα, ως προς τον πρώτο ισχυρισμό της εκθέτει ότι ο αιτών κατά τον χρόνο λήψης των δανείων γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις που ανέρχονταν στο ύψος των 120.000,00 ευρώ.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθ.1 του ν.3869/2010, κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη, διότι δεν εξειδικεύονται συγκεκριμένες ενέργειές του, με τις οποίες ο αιτών απέκρυψε από τους πιστωτές του την οικονομική του κατάσταση, ούτε νοείται δολιότητα του δαλειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής".
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, για το λόγο ότι απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την, προταθείσα από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη - πιστώτρια, ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, αξιώνοντας πρόσθετα στοιχεία από αυτά, που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου.
Σημειώνεται ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος παραδεκτά προβάλλεται από το αναιρεσείον, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη της παρούσας, η προβολή από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη - πιστώτρια τράπεζα, της ένστασης περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου - οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του οφειλών, ωφελεί και βλάπτει και τους άλλους πιστωτές, όπως το αναιρεσείον, το οποίο δεν την πρότεινε, αλλά μπορεί να την επικαλεστεί, εφόσον το ωφελεί και προτάθηκε νόμιμα από άλλον πιστωτή.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της από 22-6-2015 έφεσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι αυτή παραδεκτά επανέφερε τον πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό (ένσταση) περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος - εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, με τον τέταρτο λόγο της ως άνω έφεσής της, παραπονούμενη για την απόρριψη της ένστασής της αυτής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Από το περιλαμβανόμενο στο δικόγραφο της ως άνω έφεσης, που παραδεκτά επισκοπείται, περιεχόμενο της εν λόγω ένστασης περί δόλου, προκύπτει ότι η ένσταση αυτή είναι επαρκώς σαφής και ορισμένη, γιατί περιέχει τα αναγκαία, κατ' άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ., περιστατικά που πληρούν το πραγματικό της αναφερόμενης στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 Α.Κ.
και τα οποία αρκούν για να στοιχειοθετήσουν, κατά τις διατάξεις αυτές, τον εν λόγω ισχυρισμό περί δόλου. Πιο συγκεκριμένα, μνημονεύονται με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση της εν λόγω ένστασης περί δόλου και ειδικότερα: α) αναφέρεται το ύψος των τραπεζικών προϊόντων, που ο αιτών - πρώτος αναιρεσίβλητος έλαβε από τα καθ' ων η αίτηση πιστωτικά ιδρύματα, το οποίο προσδιορίζεται στο ποσό των 110.000 ευρώ, β) συνάγεται κατ' εκτίμηση (έστω και κατά προσέγγιση) ο χρόνος λήψης των δανείων, και δη προ του έτους 2010, γ) αναφέρονται οι οικονομικές δυνατότητες του αιτούντος κατά το χρόνο λήψης των δανείων και δημιουργίας των οφειλών, ήτοι οι μηνιαίες αποδοχές του, ανερχόμενες στο ποσό των 1.500 ευρώ και δ) αναφέρεται ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα αυτός προέβλεπε ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος - πρώτου αναιρεσίβλητου κατά την ανάληψη των χρεών του, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτού με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής του κατάστασης και της πρόθεσής του να μην αποπληρώσει τα δάνεια, ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής του ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης περί δόλου.
Συνακόλουθα, κρίνοντας, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προβληθείσα ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, επειδή, όπως δέχθηκε "δεν εξειδικεύονται συγκεκριμένες ενέργειές του, με τις οποίες ο αιτών απέκρυψε από τους πιστωτές του την οικονομική του κατάσταση, ούτε νοείται δολιότητα του δαλειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής" και απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 Α.Κ., με τις οποίες προσδιορίζεται η αόριστη νομική έννοια του δόλου, διότι απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.
Επομένως, ο κρινόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου, που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους.
Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ. τελευταίο του Κ.Πολ.Δ. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρέωσης για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του ιδίου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ' αυτήν οι διάδικοι να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.
Διάταξη περί παράβολου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019). Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.
β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 27/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων.
Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2024.
ΗΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ