249/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated249/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 225 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. "η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα (παρ. 1). Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη.
Full text
Απόφαση 249 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 249/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. συζ. Ι. Π., το γένος Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κονομόδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ) και ήδη "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (e-ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ), 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕUROBANK ERGASIAS EFG ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ", εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο, το 2ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Ζωγράφου, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή του αναιρεσιβλήτου, ενώ οι 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-3-2015 (αρ. εκθ. καταθ. 16/2015 και 49/2015) αιτήσεις της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Νεμέας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-1-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 1η και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 94 § 1 Κ.Πολ.Δ. οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα, όταν πρόκειται για διαδικασία στον Άρειο Πάγο, δίνεται, κατά την παρ. 3 του άρθρου 96 ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 § 2 του ν. 3994/2011, μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του εκπροσωπούμενου από αυτόν διαδίκου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας εξετάζεται, κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, με συνέπεια να θεωρείται δικονομικά απών ο διάδικος που εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, στερούμενο της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, αφού τότε θεωρείται ως μη νομίμως παριστάμενος (ΑΠ 516/2016).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 225 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. "η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα (παρ. 1). Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη.
Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση (παρ. 2)". Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 225 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους, και μετά την εκκρεμοδικία, να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση όμως του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων, εωσότου νομίμως περατωθεί.
Μέχρι τότε, μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα (ΑΠ 1591/2003) ή, σε περίπτωση θανάτου αυτού, ο νομιμοποιούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 290 του Κ.Πολ.Δ., να συνεχίσει στο όνομά του τη δίκη, κληρονόμος του (ΑΠ 644/2000).
Ο ειδικός διάδοχός του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν υπεισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου, ούτε μετά το θάνατο του τελευταίου, αλλά έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει παρέμβαση, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολομ.ΑΠ 1/1996, ΑΠ 877/2019, ΑΠ 1136/2013, ΑΠ 1475/2010).
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1 περ γ' Ν. 4364/2015, τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πωλήσεως απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιρειών διαχείρισης, που ορίζονται στο άρθρο αυτό, ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 § 4 του ιδίου ως άνω νόμου, οι εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ του ν. 4307/2014.
Εφόσον οι εταιρείες διαχείρισης συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της αποφάσεως καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι χορηγείται στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων η δυνατότητα να ασκούν ένδικα βοηθήματα, ήτοι αγωγές και παρεμβάσεις και να λαμβάνουν μέρος στις δίκες.
Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Ανδρέα Μπαρδάκο.
Δεν προσκομίζεται όμως, ούτε γίνεται επίκληση από την ως άνω αναιρεσίβλητη, συμβολαιογραφικού εγγράφου περί διορισμού του ανωτέρω δικηγόρου, ως πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής, για την εκπροσώπησή της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ούτε άλλωστε κατά τη συζήτηση εμφανίσθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της, προκειμένου, με προφορική δήλωσή του, καταχωριζόμενη στα οικεία πρακτικά, να λάβει χώρα ο ανωτέρω διορισμός.
Επομένως, λόγω της ελλείψεως αυτής, η πρώτη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία θεωρείται δικονομικά απούσα. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι η εδρεύουσα στη Νέα … ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ " (...), επικαλούμενη ότι 1) έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί, με την με αριθμό 207/1/29.11.2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, 2) με την από 8-10-2021 σύμβαση διαχείρισης, όπως αντικαταστάθηκε με την από 17-12-2021 σύμβαση μακροπρόθεσμης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, της έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εδρεύουσας στην … εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...
ACTIVITY COMPANY", στην οποία η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" εκχώρησε τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 8-10-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και η επίδικη και 3) ως εταιρεία διαχείρισης νομιμοποιείται, κατ' άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, ως μη δικαιούχος διάδικος, να εγείρει κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνει σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, κατέθεσε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της προτάσεις, συνοδευόμενες από τα αποδεικτικά της νομιμοποιήσεώς της έγγραφα.
Σύμφωνα όμως με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, η μοναδική, δικονομικά επιτρεπτή, οδός συμμετοχής της ως άνω εταιρείας στην παρούσα δίκη, είναι η άσκηση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, και όχι η παράσταση στο ακροατήριο και η κατάθεση προτάσεων στο δικό της όνομα, με επακόλουθο το απαράδεκτο της διαδικαστικής αυτής πράξεως που ενήργησε, το οποίο, αναγόμενο στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ. (πρβλ.
ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 37/2014, ΑΠ 1462/2013, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι η τρίτη και η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων τραπεζικές εταιρείες με τις επωνυμίες "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και EUROBANK ERGASIAS EFG ΑΕ", δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτές δήλωση μη παράστασης, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ παρέστησαν νομίμως και προσηκόντως η αναιρεσείουσα Φ.
Π. και ο δεύτερος των αναιρεσειόντων "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ). Από τις προσκομιζόμενες όμως από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. 9628Ε', 9628Ε' και 9633Ε'/14-5-2021 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου … Κ. Γ.. Δ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την από 27-4-2021 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος, περί ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (16-9-2022), καθώς και κλήση για να παραστούν κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, τόσο στην πρώτη (δικονομικά απούσα), όσο και στις τρίτη και τετάρτη (απούσες) αναιρεσίβλητες.
Επομένως, η συζήτηση της ένδικης υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει νόμιμα, παρά την απουσία αυτών.
Η υπό κρίση από 5-1-2021 (με αριθ. κατάθ. 3/13-1-2021) αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 9/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεων κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αποκλείονται από την ρύθμισή της τα φυσικά πρόσωπα που έχουν πτωχευτική ικανότητα. Η προϋπόθεση της ελλείψεως πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά, το σχετικό δε αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση, ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 1 του Εμπ.Ν., έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι, επομένως, για τους οποίους μάλιστα, βάσει του άρθρου 2 του Διατάγματος της 2/15.5.1835 "περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων" ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του νόμου.
Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών τους υποχρεώσεων κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ΠτΚ και όχι αυτές του ν. 3869/2010. Επομένως, κρίσιμο χρονικό σημείο για την εφαρμογή ή μη του νόμου είναι η ύπαρξη ή μη της εμπορικής ιδιότητας κατά το χρόνο υποβολής από τον οφειλέτη της αιτήσεως προς το δικαστήριο.
Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι στην ρύθμιση του νόμου υπάγονται και όσοι ήσαν μεν έμποροι, έπαυσαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, αλλά συνέχισαν και μετά την παύση της εμπορίας και της οικονομικής τους δραστηριότητας τις πληρωμές τους και περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, ενόψει του ότι, στην περίπτωση αυτή, όταν περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών, δεν είχαν πλέον πτωχευτική ικανότητα.
Επίσης, υπάγονται και οι μικροέμποροι, όπως είναι η μοδίστρα, ο μικροπωλητής σε υπαίθριες και λαϊκές αγορές, ο γυρολόγος, ο πλανόδιος λαχειοπώλης, οι κατασκευαστές-πωλητές ειδών τέχνης κ.λπ., καθώς αυτοί είναι βιοπαλαιστές, έτοιμοι να τραπούν σε άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα από εποχής εις εποχή και επομένως δεν έχουν, κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ, την ιδιότητα του εμπόρου, ούτε πτωχευτική ικανότητα (ΑΠ 611/2020, ΑΠ 1215/2018, πρβλ.
ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 947/1995, ΑΠ 463/1991), αφού γι' αυτούς το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι της κερδοσκοπικής τους δραστηριότητας. Αντιθέτως, δεν υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου αυτού οι οφειλέτες, οι οποίοι, κατά το χρόνο της παύσεως των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα, καθώς επίσης και όσοι έπαυσαν μεν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, πλην όμως, κατά την παύση αυτή, ευρίσκοντο ήδη σε μόνιμη και γενική αδυναμία να πληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους (ΑΠ 804/2019, ΑΠ 550/2019, ΑΠ 327/2019, ΑΠ 803/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Α.Π. 4123/2021, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 1221/2020, Α.Π. 1210/2020). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (13.1.2021), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 1388/2021, Α.Π. 1146/2021, Α.Π. 1147/2020, Α.Π. 38/2020, Α.Π. 30/2020).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 764/2021, Α.Π. 1266/2020, Α.Π. 663/2020, Α.Π. 270/2020).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 232/2020, Α.Π. 81/2020, Α.Π. 22/2020, Α.Π. 7/2020).
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. και, αναλόγως, άρθρου 560 αριθμ. 5 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1015/2021, Α.Π. 781/2021, Α.Π. 159/2018).
Αντίθετα, δεν είναι "πράγματα" με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Α.Π. 62/2021, Α.Π. 1064/2020, Α.Π. 790/2020, Α.Π. 365/2020).
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αριθμ. 8 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π 1388/2021, Α.Π. 1281/2020, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 950/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 9/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα, κρίσιμα για τη διερεύνηση των λόγων αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα, που γεννήθηκε στις 26.05.1965, έχει τελέσει νόμιμο γάμο με τον Ι.
Π., που γεννήθηκε στις 30.06.1958, από τον οποίο έχουν αποκτήσει δύο (2) τέκνα τον Ι. και τον Σ., που γεννήθηκαν αντίστοιχα στις 19.03.1996 και 14.07.2000. Από τα τέκνα αυτά ο Ι. διαμένει στη Σχολή Αστυφυλάκων στην …, όπου και φοιτά, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας κατοικούν σε οικία αποτελούμενη από πρώτο όροφο 135,53 τ.μ., από ισόγειο 135,53 τ.μ.
και από υπόγειο 59,00 τ.μ., κτισμένη σε οικόπεδο έκτασης 870,00 τ.μ., που βρίσκεται στη ... και στο Ο.Τ. 194, ιδιοκτησίας του συζύγου της αιτούσας. Από το Δεκέμβριο του έτους 2010 έως και το χρόνο υποβολής των αιτήσεων (19.03.2015 και 13.11.2015), αλλά και σήμερα, η αιτούσα διατηρεί ατομική επιχείρηση-κατάστημα πώλησης παρασκευασμένων τροφών για κατοικίδια ζώα ή πτηνά συντροφιάς σε μίσθιο ακίνητο επί της οδού Λ.
Π. αρ. … στη ..., ενώ ο σύζυγος της είναι συνταξιούχος, έχοντας εργασθεί, μέχρι τη συνταξιοδότησή του το έτος 2008, ως αστυνομικός. Ειδικότερα, κατά τα οικονομικά έτη 2011-2014 και κατά τα φορολογικά έτη 2014-2015, η πορεία της ως άνω επιχείρησης της αιτούσας ήταν η ακόλουθη: Α) Το έτος 2010 (οικονομικό έτος 2011) η αιτούσα είχε ζημία από την παραπάνω ατομική της επιχείρηση 2.322,97 ευρώ και ακαθάριστα έσοδα 930,65 ευρώ, ενώ κατέβαλε 200 ευρώ για μίσθωμα, Β) Το έτος 2011 (οικονομικό έτος 2012) η αιτούσα είχε εισόδημα 9.818,69 ευρώ από την παραπάνω ατομική της επιχείρηση και ακαθάριστα έσοδα 80.628,56 ευρώ, ενώ δεν προέκυψε το ύψος των μισθωμάτων που κατέβαλε, Γ) Το έτος 2012 (οικονομικό έτος 2013) η αιτούσα είχε εισόδημα 18.287,69 ευρώ από την παραπάνω ατομική της επιχείρηση και ακαθάριστα έσοδα 83.945,57 ευρώ, ενώ δεν προέκυψε το ύψος των μισθωμάτων που κατέβαλε, Δ) Το έτος 2013 (οικονομικό έτος 2014) η αιτούσα είχε ζημία από την παραπάνω ατομική της επιχείρηση 6.047,60 ευρώ και ακαθάριστα έσοδα 64.849,32 ευρώ, ενώ κατέβαλε 1.800 ευρώ για μισθώματα, Ε) Το έτος 2014 (φορολογικό έτος 2014) η αιτούσα είχε ζημία από την παραπάνω ατομική της επιχείρηση 4.496,04 ευρώ και ακαθάριστα έσοδα 53.594,80 ευρώ, ενώ κατέβαλε μισθώματα 3.600 ευρώ και ΣΤ) Το έτος 2015 (φορολογικό έτος 2015) η αιτούσα είχε εισόδημα 1.292,57 ευρώ από την παραπάνω ατομική της επιχείρηση και ακαθάριστα έσοδα 38.063,12 ευρώ, ενώ κατέβαλε μισθώματα 3.600 ευρώ.
Στις αρχές του έτους 2015 απευθύνθηκε στις παρακάτω τράπεζες και οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, για τη χορήγηση βεβαιώσεων οφειλών κατά το ν. 3869/2010, και της χορηγήθηκαν σχετικά: 1) Η από 08.01.2015 αναλυτική κατάσταση οφειλών της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ" κατά την οποία: α) στις 30-12-2014 υπήρχε οφειλή της κεφαλαίου 23.370,93 ευρώ και τόκων 2.943,48 ευρώ, ήτοι σύνολο 26.314,41 ευρώ από την 4233879289/30.05.2013 σύμβαση δανείου "καταναλωτικής πίστης", που είχε ήδη καταγγελθεί και για την εξυπηρέτηση της οποίας είχε τηρηθεί ο ...9289 λογαριασμός, με την επισήμανση ότι το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης ήταν ποσού 29,38 ευρώ, και β) στις 12-12-2014 υπήρχε οφειλή της εξόδων 191,88 ευρώ από την 4237649601 σύμβαση δανείου "καταναλωτικής πίστης", που είχε ήδη καταγγελθεί και για την εξυπηρέτηση της οποίας είχε τηρηθεί ο ...9601 λογαριασμός, ενόψει δε της πρωτοβάθμιας συζήτησης της υπόθεσης (στις 21.10.2016), κατά τη νεότερη από 9-3-2016 αναλυτική κατάσταση οφειλών της ίδιας τράπεζας, οι οφειλές για τις αυτές ως άνω αιτίες είχαν διαμορφωθεί, κατά τη σύνταξη της νεότερης αυτής κατάστασης, αντίστοιχα:
α') σε κεφάλαιο 23.370,93 ευρώ και τόκους 2.974,19 ευρώ, ήτοι σύνολο 26.345,97 ευρώ, από το οποίο καταβλήθηκε το ποσό των 28,82 ευρώ απομένοντας υπολοίπου οφειλής 26.317,15 ευρώ και β') σε έξοδα 1.056,43 ευρώ, από το οποίο καταβλήθηκε το ποσό των 44,50 ευρώ απομένοντας υπολοίπου οφειλής 1.011,93 ευρώ. 2) Η από 6-2-2015 επιστολή της "EUROΒΑΝΚ ΕRGASIAS", κατά την οποία, την ημέρα σύνταξης της επιστολής, υπήρχε οφειλή της κεφαλαίου 13.949,64 ευρώ και τόκων 145,77 ευρώ, ήτοι σύνολο 14.095,41 ευρώ από την ...116107 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, στην οποία είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια υπέρ του συζύγου της, με την επισήμανση ότι το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης ήταν ποσού 32,32 ευρώ, ενόψει δε της πρωτοβάθμιας συζήτησης της υπόθεσης (στις 21.10.2016), κατά τη νεότερη από 10-3-2016 επιστολή της ίδιας τράπεζας, η οφειλή της για την αυτή ως άνω αιτία είχε διαμορφωθεί, κατά τη σύνταξη της νεότερης αυτής επιστολής, σε κεφάλαιο 15.228,15 ευρώ και τόκους 2.527,02 ευρώ, ήτοι σύνολο 17.755,17 ευρώ, με την επισήμανση ότι το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης ήταν ποσού 32,32 ευρώ. 3) Η από 10-2-2015 κατάσταση οφειλών της "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ", κατά την οποία:
α) στις 18-1-2015 υπήρχε οφειλή της κεφαλαίου 8.109,85 ευρώ και τόκων 512,33 ευρώ, ήτοι σύνολο 8.622,18 ευρώ, από την 3530281 σύμβαση "Αlpha Ρύθμιση", στην οποία είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια υπέρ του συζύγου της, με την επισήμανση ότι το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης ήταν ποσού 8,58 ευρώ, β) στις 18-1-2015 υπήρχε οφειλή της κεφαλαίου 22.953,19 ευρώ και τόκων 314,14 ευρώ, ήτοι σύνολο 23.267,33 ευρώ από την 3530280 σύμβαση "Alpha Ρύθμιση", στην οποία είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια υπέρ του συζύγου της, με την επισήμανση ότι το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης ήταν ποσού 9,58 ευρώ, γ) στις 10-2-2015 υπήρχε οφειλή της 198.977,91 ευρώ, τόκων 4.092,67 ευρώ και εξόδων 653,43 ευρώ, ήτοι σύνολο 203.724,01 ευρώ από την 1991609/27.04.2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, στην οποία είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια υπέρ του συζύγου της, με την επισήμανση ότι το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης ήταν ποσού 87,86 ευρώ και δ) στις 10-2-2015 υπήρχε οφειλή της 19.467,89 ευρώ και τόκων 1.057,59 ευρώ, ήτοι σύνολο 20.525,48 ευρώ από την 1460609/11.05.2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου, στην οποία είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια υπέρ του συζύγου της, με την επισήμανση ότι το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης ήταν ποσού 9,49 ευρώ. 4) Η από 12-2-2014 ενημερωτική επιστολή οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών του Ο.Α.Ε.Ε. (ήδη Ε.Φ.Κ.Α.), κατά την οποία την 12-2-2014 υπήρχε οφειλή της από ληξιπρόθεσμες εισφορές χρονικών διαστημάτων από 01.05.2011 έως 31.12.2013 ύψους 3.846,08 ευρώ και από 01.03.2013 έως 31.10.2013 ύψους 1.411,67 ευρώ, ήτοι σύνολο 5.257,75 ευρώ, ενόψει δε της πρωτοβάθμιας συζήτησης της υπόθεσης (στις 21.10.2016), κατά το νεότερο με αριθ.
πρωτ. 22180/8-1-2016 έγγραφο του Ο.Α.Ε.Ε., η αιτούσα έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του ν. 4321/2015, στις 24.06.2015, για το διάστημα από 01.05.2011 έως 31.10.2013 για 92 δόσεις, με ποσό δόσης 50,23 ευρώ, από τις οποίες έχουν εξοφληθεί 5 δόσεις. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η, κατά τα ανωτέρω, επαγγελματική δραστηριότητα της αιτούσας χαρακτηρίζεται από δαπάνη μεγάλων χρηματικών ποσών για αγορά των ως άνω προϊόντων (ζωοτροφών), τα οποία εν συνεχεία μεταπωλεί, αλλά και από σημαντικού ύψους ακαθάριστα έσοδα.
Συγκεκριμένα αυτή, όπως αποδεικνύεται από το μηχανογραφικό δελτίο οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών (Ε3) του οικονομικού έτους 2014 και από τις καταστάσεις οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε3) των φορολογικών ετών 2014 και 2015 (για τα λοιπά οικονομικά έτη 2011, 2012 και 2013 δεν προσκομίζονται τα εν λόγω φορολογικά έντυπα) δαπάνησε τα ποσά των 66.303,27 ευρώ, 47.881,82 ευρώ και 28.056,64 ευρώ για αγορές εμπορευμάτων, αντίστοιχα, ενώ τα ακαθάριστα έσοδα της για τα έτη 2010 (01.12.2010 έως 31.12.2010), 2011, 2012, 2013, 2014 και 2015 ανήλθαν σε 930,65 ευρώ, 80.628,56 ευρώ, 83.945,57 ευρώ, 64.849,32 ευρώ, 53.594,80 ευρώ και 38.063,12 ευρώ, αντίστοιχα.
Από τα παραπάνω δεκτά γενόμενα προκύπτει ότι η αιτούσα ασκούσε από τις 01.12.2010 και εξακολουθούσε να ασκεί κατά τον χρόνο υποβολής των αιτήσεων, κατά σύνηθες επάγγελμα, εμπορική δραστηριότητα (εμπορικές πράξεις) αγοράς κινητών με σκοπό τη μεταπώληση αυτών, σε έκταση που δεν επιτρέπει το χαρακτηρισμό της ως μικρέμπορου.
Ειδικότερα, μπορεί να μην προκύπτει η απασχόληση προσωπικού στην ανωτέρω επιχείρηση, στην οποία, όμως, είναι πολύ πιθανό ότι απασχολείται και ο σύζυγος της ο οποίος είναι συνταξιούχος από το έτος 2008, ωστόσο ένδειξη υπέρ της "πλήρους" εμπορικής της ιδιότητας συνιστά η χρήση μίσθιου καταστήματος, για την οποία κατά τα έτη 2010 (01.12.2010 έως 31.12.2010), 2013, 2014 και 2015 κατέβαλε στον Π.
Κ. τα ποσά των 200 ευρώ, 1.800 ευρώ, 3.600 ευρώ και 3.600 ευρώ, αντίστοιχα (για τα έτη 2011 και 2012 δεν προσκομίζονται στοιχεία), κυρίως, όμως, δεν καταλείπεται αμφιβολία για την πλήρη ανάπτυξη κερδοσκοπικής δραστηριότητας από το γεγονός ότι η επιχείρηση της αυτή, κατά την πενταετία 2011-2015 -καθώς το έτος 2010 λειτούργησε μόνο από 01.12.2010 έως 31.12.2010- είχε αξιόλογο κύκλο εργασιών, με ακαθάριστα έσοδα που υπερέβαιναν την ως άνω πενταετία, κατά μέσο όρο ετησίως, τις 60.000 ευρώ, που μειώθηκαν ουσιωδώς το έτος 2015 στο ποσό των 38.063,12 ευρώ, πλην όμως και πάλι από μόνα τους δεν μοιάζουν ως αποτέλεσμα "βιοπάλης", ενώ και κατά τα χρονικά διαστήματα που η εκμετάλλευση της επιχείρησης αυτής ήταν ζημιογόνος για την αιτούσα, ήτοι κατά τα διαστήματα από 01.01.2013 έως 31.12.2013 και από 01.01.2014 έως 31.12.2014, αφενός προέβη στην αγορά εμπορευμάτων, αξίας 66.303,27 ευρώ και 47.881,82 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι σε επένδυση κατ' έτος μεγάλων ποσών για αγορά προϊόντων, η οποία (επένδυση), σημειωτέον, υπήρχε και τα υπόλοιπα έτη, προκειμένου εν συνεχεία να προβεί σε κερδοσκοπική εκμετάλλευση αυτών, με τη μεταπώληση τους, αφετέρου δε τα ακαθάριστα έσοδα της ξεπερνούσαν τις 60.000 ευρώ και 50.000 ευρώ, αντίστοιχα.
Δηλαδή, η αιτούσα δραστηριοποιείται σε ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική διαμεσολάβηση, αποσκοπώντας στο κέρδος της με βάση περισσότερο όχι τον σωματικό της μόχθο και κόπο, όσο μέσω επένδυσης κεφαλαίου και μάλιστα ριψοκίνδυνης, καθώς αγόραζε εμπορεύματα μεγάλης ποσότητας και αξίας, προσδοκώντας σε μεγάλα κέρδη.
Εξάλλου, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι τα ακαθάριστα έσοδα του έτους 2015, ως ποσού 38.063,12 ευρώ, από μόνα τους μοιάζουν ως αποτέλεσμα βιοπάλης, άποψη που δεν ενστερνίζεται το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τα παραπάνω, και πάλι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η αιτούσα ήταν μικρέμπορος, ενόψει των ακαθάριστων αυτών εσόδων λειτουργίας της επιχείρησης της, παρορώντας τα ακαθάριστα έσοδα των προηγούμενων ετών 2011, 2012, 2013 και 2014, που καταδεικνύουν κερδοσκοπική εμπορική δραστηριότητα, διότι σε μια τέτοια εκδοχή ο κάθε έμπορος που φθίνει και οδηγείται σε παύση πληρωμών (επικείμενη ή υπαρκτή) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μικρέμπορος ενόψει των οικονομικών μεγεθών του τελευταίου, πριν από την παύση, χρονικού διαστήματος της εμπορίας του, πράγμα άτοπο.
Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι η αιτούσα επί χρόνια διατηρεί την ως άνω επιχείρηση της με σκοπό το κέρδος, η δε μακροχρόνια ενασχόληση αφεαυτή αποτελεί, επίσης, στοιχείο που συνηγορεί υπέρ σταθερού επαγγέλματος μεταπωλητή και όχι βιοπαλαιστή που μετέρχεται ευκαιριακά διάφορα επαγγέλματα, προκειμένου να επιβιώσει.
Συνεπώς, εφόσον αποδεικνύεται ότι η αιτούσα δεν είναι "μικρέμπορος", όπως η έννοια αυτή αναλύθηκε στη νομική σκέψη υπ' αριθ.... ανωτέρω της παρούσας, αλλά "κανονική" έμπορος, που έχει πτωχευτική ικανότητα, δεν εμπίπτει στο πεδίο ρύθμισης του ν. 3869/2010. Έπεται ότι έσφαλε η εκκαλούμενη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, 2 ΠτΚ και 1 του ΕμπΝ, αλλά και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δέχτηκε ότι η αιτούσα ήταν "μικρέμπορος" και ενέταξε αυτήν στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, δεχόμενη εν συνεχεία τις αιτήσεις.
Πρέπει, λοιπόν, να γίνουν δεκτοί ως και κατ' ουσίαν βάσιμοι ο σχετικός πρώτος λόγος της πρώτης (Α') έφεσης, και ο σχετικός πέμπτος λόγος της δεύτερης (Β') έφεσης.....". Δηλαδή, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η αιτούσα 1) από τον Δεκέμβριο του έτους 2010 έως και τον χρόνο υποβολής των ένδικων αιτήσεων (19.03.2015 και 13.11.2015) διατηρεί ατομική επιχείρηση- κατάστημα πώλησης παρασκευασμένων τροφών για κατοικίδια ζώα ή πτηνά συντροφιάς, σε μίσθιο ακίνητο επί της οδού Λ..
Π. αρ. 96, στη ..., 2) ασκεί, κατά σύνηθες επάγγελμα, εμπορική δραστηριότητα (εμπορικές πράξεις) αγοράς κινητών, επενδύοντας κατ' έτος μεγάλα χρηματικά ποσά, προκειμένου εν συνεχεία να προβεί σε κερδοσκοπική εκμετάλλευση αυτών με τη μεταπώλησή τους, από την οποία τα ακαθάριστα έσοδά της ξεπερνούσαν τις 60.000 και 50.000 ευρώ και 3) δραστηριοποιείται στην άσκηση εμπορικών πράξεων, το κέρδος από τις οποίες δεν αποτελεί, κυρίως, αμοιβή του σωματικού της μόχθου και κόπου, αλλά της ριψοκίνδυνης κερδοσκοπικής της δραστηριότητας.
Κατόπιν τούτου, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τις συνεκδικασθείσες, από 28-6-2017 και από 23-6-2017 εφέσεις της πρώτης και του δευτέρου των ήδη αναιρεσιβλήτων ως βάσιμες στην ουσίαν, και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 21/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Νεμέας, που είχε δεχθεί ότι η αιτούσα είναι μικρέμπορος και υπάγεται στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, δίκασε επί της ουσίας τις από 3-3-2015 και με αριθμούς καταθέσεως 16/19-3-2015 και 49/13-11-2015 δύο (αρχική και συμπληρωματική) αιτήσεις της ήδη αναιρεσείουσας και απέρριψε αυτές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.
Με τις αναφερθείσες παραπάνω, αναιρετικά ανέλεγκτες, κρίσεις του, το ως άνω Δικαστήριο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, την προεκτεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα του αποκλεισμού της αιτούσας από την ρύθμιση του νόμου, λόγω του ότι, κατά τον χρόνο υποβολής των ένδικων αιτήσεων, δεν ήταν μικρέμπορος, αλλά είχε την εμπορική ιδιότητα και συνεπώς πτωχευτική ικανότητα, ως ασκούσα κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η εμπορική ιδιότητα και η συνακόλουθη πτωχευτική ικανότητα της αιτούσας. Κατόπιν τούτου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλειες, αντιστοίχως, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και με ελλιπείς αιτιολογίες έκρινε ότι η αναιρεσείουσα- αιτούσα έχει την εμπορική ιδιότητα και δεν είναι μικρέμπορος, είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως απαράδεκτοι, ως πλήττοντες την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των αποδείξεων, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμοι.
Τέλος, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 5β του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις) που η ίδια προσκόμισε προς απόδειξη της ιδιότητάς της ως μικρεμπόρου, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων δεν είναι "πράγματα" με την έννοια της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 5β του Κ.Πολ.Δ., σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, ενόψει του ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό περί μικρεμπορίας και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς εκείνα που επικαλέστηκε η αιτούσα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.
β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 425/2022, ΑΠ 311/2022, ΑΠ 1358/2021, ΑΠ 930/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-1-2021 (με αριθ. κατάθ. 3/13-1-2021) αίτηση για αναίρεση της 9/2019 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ