Legislator Case Law & Legislation
249/2016 AI generated

249/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 249/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 249 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 249/2016

Legislator headnote

AI generated

249/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 249 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 249/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 249 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 249/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: αυστριακής ανώνυμης αεροπορικής εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμικάλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. Χ. του Χ. και 2)Κ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κούτα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20473/2011, 21951/2011 διορθωτική αυτής του ίδιου Δικαστηρίου και 2272/2012 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2013 αίτησή της, η οποία κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με αριθμό κατάθεσης 153/3-7-2013 και στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθμό κατάθεσης 514/10-2-2014. Με την ως άνω αίτηση καθώς και με τις από 15/12/2014 προτάσεις της η αναιρεσείουσα εταιρεία ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπαηλιάδης ανέγνωσε την από 8/9/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την από 30 Ιανουαρίου 2015 κλήση της καλούσας -εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης αεροπορικής εταιρείας στη σημερινή δικάσιμο η προκειμένη υπόθεση, μετά τη ματαίωση της συζητήσεώς της κατά τη δικάσιμο της 27ης Ιανουαρίου 2015 λόγω διενέργειας των βουλευτικών εκλογών της 25ης Ιανουαρίου 2015.

ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τα, άρθρα 520 παρ. 2, 532 και 674 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., επί των υποθέσεων που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως μπορούν να ασκηθούν και με τις προτάσεις, σε κάθε περίπτωση, όμως, για να είναι παραδεκτοί, πρέπει να αναφέρονται στα κεφάλαια της αποφάσεως, που έχουν προσβληθεί με την έφεση ή σε εκείνα, που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά. Ως "κεφάλαιο", κατά την έννοια του άρθρου 520 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., νοείται κάθε οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, με την οποίαν το δικαστήριο αποφαίνεται για το ορισμένο και παραδεκτό ή και την βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας, καθώς και για τις τυχόν ενστάσεις, που προβλήθηκαν ως άμυνα κατά του αιτήματος αυτού (Α.Π. 1543/2007). Αντιθέτως, τα διάφορα νομικά και πραγματικά ζητήματα, για τα οποία έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν συνιστούν ιδιαίτερο κεφάλαιο (Α.Π. 671/2003). Ως "αναγκαίως συνεχόμενο" προς τα εκκληθέντα κεφάλαια νοείται μια οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, η οποία έχει τέτοια συνάφεια προς κάποια από τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελεί ζήτημα προκριματικό για την παραδοχή τους, είτε γιατί πηγάζει από την αυτή ιστορική αιτία και διαμορφώνει ή προσδιορίζει το περιεχόμενο εκείνων, έτσι, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του εφετείου ως προς το συνεχόμενο κεφάλαιο, από εκείνη της πρωτόδικης αποφάσεως, να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων κεφαλαίων (Α.Π. 238/2001, Α.Π. 684/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2272/2012 απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε, ως απαραδέκτους, τους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο και 5ο από τους προσθέτους λόγους εφέσεως, που, παραδεκτώς, είχε ασκήσει με τις προτάσεις της, η εναγομένη ως εκκαλούσα, με την αιτιολογία ότι οι λόγοι αυτοί δεν αφορούν στα κεφάλαια που προσβάλλονται με την έφεση, ούτε συνέχονται αναγκαίως με αυτά. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, όμως, προκύπτουν τα εξής : Με την ένδικη, από 23-3-2010 αγωγή, οι ενάγοντες, εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι υπάλληλοι ζήτησαν: α) να αναγνωρισθεί ότι, σύμφωνα με τους όρους του έχοντος, συμβατική ισχύ, κανονισμού λειτουργίας της εναγομένης, εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης αεροπορικής εταιρίας είχαν δικαίωμα προαγωγής σε ανώτερη ομάδα διαβαθμίσεως του προσωπικού αυτής, η πρώτη από την 1-1-2001 και ο δεύτερος από την 1-1-2006, την οποίαν η εναγομένη παρέλειψε να τους δώσει, αντίθετα προς την καλή πίστη και κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη το ποσό των 9.783,97 ΕΥΡΩ και στο δεύτερο το ποσό των 12.309,64 ΕΥΡΩ, που αποτελούν τις, υπέρ αυτών, οικονομικές διαφορές από την παράλειψη προαγωγής για το χρονικό διάστημα, για την πρώτη από την 1-1-2005 (λόγω παραγραφής των προγενεστέρων αξιώσεων) και για το δεύτερο από την 1-1-2006, μέχρι την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αμφοτέρων, που έγινε την 30-12-2009, γ) να αναγνωρισθεί ότι η από 30-12-2009 καταγγελία των συμβάσεων παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με μερική απασχόληση, αμφοτέρων, είναι άκυρη, λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημιώσεως απολύσεως, διότι κατά τον υπολογισμό της δεν λήφθηκε υπόψη το ότι οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα αναδρομικής προαγωγής, με συνέπεια να δικαιούνται υψηλότερες αποδοχές κατά το χρόνο της καταγγελίας, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη το ποσό των 6.510,96 ΕΥΡΩ και στο δεύτερο το ποσό των 6.145,14 ΕΥΡΩ, ως αποδοχές υπερημερίας, λόγω της άκυρης καταγγελίας, για το χρονικό διάστημα των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουάριου και Μαρτίου 2010 και ε) επικουρικώς, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον καθένα από τους ενάγοντες τα ποσά που προσδιορίζονται στην αγωγή, ως συμπλήρωμα της ήδη καταβληθείσας αποζημιώσεως απολύσεως. Απαντώντας επί της αγωγής, η εναγομένη ανώνυμη αεροπορική εταιρεία, πρότεινε, συνοπτικά, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ. τα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως) και ανέπτυξε με τις προτάσεις της, μεταξύ άλλων, και τον ισχυρισμό ότι οι αξιώσεις των εναγόντων, που συνδέονται με την παράλειψη προαγωγής, ασκούνται καταχρηστικώς (άρθρο 281 του Α.Κ.), λόγω συνδρομής των περιστάσεων που παρέθεσε. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 20473/2011 οριστική απόφασή του, απέρριψε τον, περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, ισχυρισμό, ως αόριστο. Κατόπιν, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και α) αναγνώρισε ότι αμφότεροι οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα αναδρομικής προαγωγής, η πρώτη από την 1-1-2005 και ο δεύτερος από την 1-1-2006, β) επιδίκασε στον καθένα τις αιτούμενες οικονομικές διαφορές, δεδομένου του ότι εάν οι ενάγοντες είχαν προαχθεί κατά το χρόνο, που είχαν αποκτήσει το σχετικό δικαίωμα, οι αποδοχές τους θα ήσαν υψηλότερες από εκείνες, που, πράγματι, έλαβαν στο ένδικο χρονικό διάστημα και γ) αναγνώρισε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της πρώτης από τους ενάγοντες ήταν άκυρη, για την αιτία που είχε προβληθεί. Κατά τα λοιπά, απέρριψε την αγωγή. Η ανωτέρω εναγομένη άσκησε την από 26-7-2011 έφεση, με την οποίαν προσέβαλε την ως άνω απόφαση στο σύνολό της "για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων", ζητώντας να εξαφανισθεί, ώστε να απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν η αγωγή. Ειδικότερα, με το δεύτερο από τους δύο λόγους εφέσεως, διατυπώθηκε παράπονο για την εκ μέρους του πρωτοδικείου απόρριψη, ως αορίστου, του ισχυρισμού περί καταχρηστικής ασκήσεως των ενδίκων δικαιωμάτων των εναγόντων. Σύμφωνα με τα όσα έχουν ήδη εκτεθεί στην αμέσως παραπάνω πρώτη σκέψη, αυτός ο λόγος εφέσεως δεν πλήττει ένα, συγκεκριμένο κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι η απόρριψη αμυντικού ισχυρισμού δεν συνιστά ιδιαίτερο κεφάλαιο, αλλά άπαντα τα κεφάλαια, τα οποία θα επηρεάζονταν από την ενδεχόμενη νομική και ουσιαστική παραδοχή του, ως ενστάσεως. Στην συνέχεια, η εναγομένη, ως εκκαλούσα, άσκησε προσθέτους λόγους εφέσεως, με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Με τους πέντε πρώτους από αυτούς προέβαλε ότι: 1) οι οικονομικές διαφορές, που προκύπτουν υπέρ των εναγόντων από την, ενδεχόμενη, αναδρομική προαγωγή τους, δεν έχουν μισθολογικό, αλλά αποζημιωτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, δεν προσαυξάνουν τις, κατά τον χρόνο της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας, καταβαλλόμενες τακτικές αποδοχές, επί των οποίων υπολογίσθηκε η αποζημίωση απολύσεως, 2) η προαγωγή των εναγόντων σε ανώτερη ομάδα διαβαθμίσεως του προσωπικού δεν είχε ως μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου από την προαγωγή τους στην αμέσως προηγουμένη ομάδα και την άσκηση διευρυμένων καθηκόντων, αλλά και την θετική αξιολόγησή τους εκ μέρους της εναγομένης, η οποία, ουδέποτε γενομένη, είχε την έννοια ότι προβλεπόταν αρνητική, 3) σε περίπτωση προαγωγής, η επαύξηση των καταβαλλομένων αποδοχών εκφράζεται σε απόλυτο αριθμό και όχι σε ποσοστό επ' αυτών, ήτοι με τρόπο διαφορετικό από εκείνον, που οι ενάγοντες χρησιμοποιούν στην αγωγή, 4) οι ενάγοντες, ρητώς ή, άλλως, σιωπηρώς, υπό τις περιστάσεις που λεπτομερώς παρατίθενται στις προτάσεις της εναγομένης, είχαν παραιτηθεί τόσο από το δικαίωμα προαγωγής σε ανώτερη ομάδα διαβαθμίσεως όσο και από τις, με αυτήν, συνδεόμενες οικονομικές αξιώσεις και 5 οι εκ μέρους του δευτέρου από τους ενάγοντες προβαλλόμενες οικονομικές αξιώσεις έχουν συμψηφισθεί με την προς αυτόν καταβολή του ποσού των 77.737,14 ΕΥΡΩ, που έγινε εκ μέρους της εναγομένης οικειοθελώς, κατά την συμφωνημένη λύση της προτελευταίας συμβάσεως εργασίας και πριν από την κατάρτιση της τελευταίας (αυτής που καταγγέλθηκε την 30-12-2009), υπό τον όρο αυτός να μη διεκδικήσει προγενέστερες αξιώσεις. Άπαντες οι λόγοι αυτοί συνέχονται αναγκαστικά με τα εκκληθέντα κεφάλαια, υπό την έννοια ότι επηρεάζουν τόσο το δικαίωμα των εναγόντων να λάβουν αναδρομική προαγωγή και τις εντεύθεν οικονομικές διαφορές, όσο και το κύρος της γενομένης καταγγελίας, το οποίο, σύμφωνα με την σχετική παραδοχή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήταν εξαρτημένο από τις οικονομικές διαφορές, που θα έπρεπε να λάβουν οι ενάγοντες μετά την αναδρομική προαγωγή τους. Την άσκηση των αυτών δικαιωμάτων, ήτοι την ευδοκίμηση ή μη της αγωγής ως προς αυτά, επηρεάζει και ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεώς τους, που αποτέλεσε αντικείμενο του δευτέρου λόγου εφέσεως. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι ήσαν παραδεκτοί, δεδομένου του ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί είχαν προβληθεί παραδεκτά (Ολ. Α.Π. 2/2005) ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Και βέβαια, μετά την εκ μέρους του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης παραδοχή της εφέσεως ως προς το κεφάλαιο για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την απόρριψη της αγωγής ως προς το κεφάλαιο αυτό, ο πρώτος από τους προσθέτους λόγους καθίσταται άνευ αντικειμένου (με την επιφύλαξη της μη ευδοκιμήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η πρώτη από τους ενάγοντες, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα). Κατά τα λοιπά, όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο των ως άνω προσθέτων λόγων και ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίον επισημαίνεται η παρανομία αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 281 του Α.Κ. "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια αυτής, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος (επί χρόνο σημαντικό, αλλά, πάντως, μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή), καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι το δικαίωμα δεν υπάρχει ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί, κατ' αρχήν, για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν, όμως, η αδράνεια συνδυάζεται με ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας την στάση του, επιχειρεί, εκ των υστέρων, ανατροπή της καταστάσεως που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται ακόμη και, απλώς, δυσμενείς επιπτώσεις για τα συμφέροντά του. Σε μια τέτοια περίπτωση, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, να κριθεί καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ. Α.Π. 8/2001, Α.Π. 207/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είχε ισχυρισθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι οι αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που συνδέονται με την παράλειψη προαγωγής, ασκούνται καταχρηστικώς (άρθρο 281 του Α.Κ.). Για την θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού είχε επικαλεσθεί ότι η επιχειρηματική της δραστηριότητα, ως διεθνή αερομεταφορέα, είχε φθίνουσα πορεία, που την έφερε, περί το τέλος του έτους 2009, στα πρόθυρα της παύσεως πληρωμών. Ότι η δυσκολία αυτή την ανάγκασε να αναστείλει την λειτουργία, αρχικώς, κάποιων τμημάτων και, τελικώς, ολοκλήρου του υποκαταστήματός της στην Ελλάδα. Ότι, κατά την προηγηθείσα προσπάθεια αντιμετωπίσεως του προβλήματος, είχε επιτευχθεί η από 1-2-2008 συμφωνία με το Σωματείο των εργαζομένων στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της οποίας οι περισσότεροι από αυτούς (όχι, όμως, και οι ενάγοντες), ανταποκρινόμενοι στην πρότασή της, παραιτήθηκαν από τα γεννημένα δικαιώματά τους σχετικά με τις προαγωγές του προσωπικού. Ότι οι ενάγοντες, αν και δεν συνυπέγραψαν το εν λόγω πρακτικό, δεν άσκησαν τότε αγωγή για τις αξιώσεις τους από παράλειψη προαγωγής, παρά το γεγονός ότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, η παράλειψη αυτή χρονολογείτο για την πρώτη από το έτος 2001 και για το δεύτερο από το έτος 2006. Ότι οι ενάγοντες δεν άσκησαν αγωγή για τις ίδιες αξιώσεις ούτε κατά τον Αύγουστο 2009, όταν η εναγομένη, λόγω της καταργήσεως τμημάτων και αντί να τους απολύσει, μετέβαλε δυσμενώς τους όρους εργασίας του καθενός, ούτε κατά τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, όταν κατέστη γνωστό σε όλο το προσωπικό της ότι επίκειται η πλήρης αναστολή λειτουργίας του υποκαταστήματος στην Ελλάδα. Ότι, τέλος, η εν λόγω αδράνεια των εναγόντων ήταν αδικαιολόγητη και υστερόβουλη, προκειμένου να εκμεταλλευθούν την αδυναμία υπερασπίσεως της εναγομένης ενώπιον των δικαστηρίων, μετά το κλείσιμο του υποκαταστήματος και την αποδιοργάνωση των υπηρεσιών της. Όπως αναφέρθηκε, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω καταλυτικό ισχυρισμό ως αόριστο και η εναγομένη, ως εκκαλούσα, αμφισβήτησε την ορθότητα της κρίσεως αυτής με το δεύτερο από τους λόγους της εφέσεως. Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2272/2012 απόφαση, έκρινε και πάλι ότι ο ισχυρισμός είχε προβληθεί αορίστως, διότι "η εναγομένη δεν επικαλείται, πέρα από την αδράνεια των εναγόντων, άλλα περιστατικά, ικανά να συγκροτήσουν συμπεριφορά των εναγόντων αντίθετη προς την καλή πίστη, αλλά ούτε και τις ειδικές συνθήκες, οι οποίες θα επιφέρουν σε αυτήν τόσο δυσμενείς συνέπειες, αν ικανοποιηθούν οι αξιώσεις των εναγόντων, ώστε να παρίσταται καταφανώς άδικη έναντι των [εν λόγω] συνεπειών η ικανοποίηση των επίδικων αξιώσεων, ούτε η επικαλουμένη αδράνεια των εναγόντων, υπό τις αναφερόμενες [ ... ] συνθήκες, αρκεί για να καταδείξει την αντίθεση της συμπεριφοράς αυτής προς την καλή πίστη". Αν και, όπως έχει ήδη εκτεθεί, η αδράνεια του δικαιούχου, συνδυαζόμενη με τις ειδικές συνθήκες, δεν είναι αναγκαίο να προκαλεί, κατά την όψιμη άσκηση του δικαιώματος, αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί να επιφέρει ακόμη και, απλώς, δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του, παρατηρείται ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση και υπό τα ιστορούμενα εκ μέρους της εναγομένης περιστατικά, ως ειδική συνθήκη αναφέρεται μόνον το περιστατικό ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να ασκήσουν αγωγή για τη δικαστική επιδίωξη της αναδρομικής προαγωγής τους σε τρία διαδοχικά, αλλά μη σημαντικώς απέχοντα μεταξύ τους χρονικά σημεία, ήτοι αμέσως μετά την κατάρτιση της από 1-2-2008 συμφωνίας με το Σωματείο των εργαζομένων, στην συνέχεια κατά τον Αύγουστο 2009 και, τέλος, κατά τον Οκτώβριο 2009, με σκοπό να επωφεληθούν από το προσεχές κλείσιμο του υποκαταστήματος της εναγομένης στην Ελλάδα για να αποκτήσουν δικονομικό πλεονέκτημα. Αν ληφθεί υπόψη, όμως, αφηρημένα, ότι η άρνηση κάποιου να συμπράξει στην κατάρτιση μιας συμφωνίας για παραίτηση από γεννημένα δικαιώματα δεν μπορεί να υποδηλώνει αδιαφορία, αλλά, μάλλον, επιφύλαξη ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών και ότι η δυσχέρεια ενός διαδίκου στο να οργανώσει την άμυνά του σε ενδεχόμενη δίκη δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως "δυσμενής επίπτωση στα συμφέροντά του", ικανή να οδηγήσει στην απαγόρευση της ασκήσεως των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, εξάγεται το συμπέρασμα ότι υπό τα επικαλούμενα περιστατικά ο ισχυρισμός της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως των ενδίκων δικαιωμάτων των εναγόντων σχετικά με την προαγωγή τους δεν βρίσκει επαρκές νομικό έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε αόριστο τον εν λόγω ισχυρισμό με την ως άνω αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα (άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ.). Γι' αυτό, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1, 14 και 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά παραδοχή του πρώτου από τους λόγους αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. εάν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκουσία ή η αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβλήθηκε αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκουσίας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση (Ολ. Α.Π. 11/2007, 22/2006, Α.Π. 591/2015). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την κρινομένη αίτησή της υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι σε επιστροφή των ποσών που κατέβαλε σ' αυτούς, σε εκουσία εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και της ενσωματωθείσας σ' αυτήν υπ' αριθμ. 20473/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 21951/2011 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα και την ομολογία των αναιρεσιβλήτων αποδεικνύεται ότι α) με την υπ' αριθμ. 20473/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 21951/2011 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 9.783,97 ΕΥΡΩ και στο δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 12.309,64 ΕΥΡΩ, με τους νομίμους τόκους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και το ποσό των 700 ΕΥΡΩ, ως μέρος της δικαστικής δαπάνης για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας. Στην συνέχεια με την αναιρουμένη υπ' αριθμ. 2272/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας, στο σύνολό της, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, ενώ έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, ως προς τη πρώτη αναιρεσίβλητη, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της, που αφορούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της από 30-12-2009 καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως της τελευταίας, κρατήθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δικάσθηκε η αγωγή, ως προς την πρώτη, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, απορρίφθηκε η αγωγή αυτή ως μη νόμιμη και τέλος καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της πρώτης αναιρεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας ύψους 500 ΕΥΡΩ. β) Η αναιρεσείουσα σε εκουσία εκτέλεση της αναιρουμένης αποφάσεως, στην οποίαν ενσωματώθηκε και η πρωτόδικη, όπως αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, διορθώθηκε, κατέβαλε, στις 7-9-2011, στον πληρεξούσιο δικηγόρο, για λογαριασμό της πρώτης αναιρεσίβλητης το ποσό των 6.000 ΕΥΡΩ και για λογαριασμό του δευτέρου αναιρεσιβλήτου το ποσό των 8.000 ΕΥΡΩ, σε εξόφληση των ποσών, για τα οποία κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή η υπ' αριθμ. 20473/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 21951/2011 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Επίσης, κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο και μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προς αποφυγή της απειλουμένης εκτελέσεως κατέβαλε στους αναιρεσιβλήτους, στις 22-2-2013 το υπόλοιπο επιδικασθέν κεφάλαιο, τους τόκους και τη δικαστική δαπάνη του Α και Β βαθμού και συγκεκριμένα κατέβαλε στην πρώτη το ποσό των 6.017,49 ΕΥΡΩ και στο δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 7.430,60 ΕΥΡΩ. Τα παραπάνω προαποδεικνύονται από τις από 7-9-2011 και 22-2-2013 αποδείξεις εισπράξεως που υπέγραψε ο πληρεξούσιος δικηγόρος που εξουσιοδοτήθηκε, προς τούτο, από τους αναιρεσιβλήτους. Με βάση τα προαναφερόμενα η αναιρεσείουσα κατέβαλε για λογαριασμό της πρώτης αναιρεσίβλητης το συνολικό χρηματικό ποσό των 12.017,49 ΕΥΡΩ και για λογαριασμό του δευτέρου εξ αυτών το συνολικό χρηματικό ποσό των 15.430,60 ΕΥΡΩ. Τα ποσά αυτά πρέπει οι αναιρεσίβλητοι να υποχρεωθούν να επιστρέψουν, κατά παραδοχή της αιτήσεως αυτής της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά βάσιμης, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής και μέχρις εξοφλήσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 2272/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο, στο σκεπτικό της παρούσας αποφάσεως, μέρος.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, είναι εφικτή.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την πρώτη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των δώδεκα χιλιάδων δέκα επτά και σαράντα εννέα λεπτών ( 12.017,49 ) ΕΥΡΩ και το δεύτερο εξ αυτών να καταβάλει στην ίδια το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα και εξήντα λεπτών ( 15.430,60 ) ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων ( 2.300 ) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και

ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις

22 Μαρτίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ