Legislator Case Law & Legislation
249/2015 AI generated

249/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 249/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

249/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Keywords

AI generated
reduction of maintenance contribution sufficient earning capacity suspension of unemployment benefits household work capacity employment subject to social contributions extraordinary contribution assessment procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 249 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 249/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Δήμου Ρόδου (ΔΕΥΑΡ) που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, υπεισελθούσα ως καθολική διάδοχος του συγχωνευθέντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Ρόδου", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σάββα Παπαγεωργίου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: Α.-1.Θ. Χ. του Μ. έως και 162.-Β. Ξ. του Β., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κοντογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 30-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνουν δεκτές η αίτηση αναίρεσης και η αίτησή της για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και να καταδικαστούν τα αντίδικα μέρη στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.

Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις αυτές συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς, ήτοι, όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή, προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, Ο.Τ.Α.

ή σε Ν.Π.Δ.Δ. και η άλλη σε Ν.Π.Ι.Δ. ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα. Περαιτέρω, με το άρθρο 13 του Ν. 2738/1999 "Συλλογικές Διαπραγματεύσεις στη Δημόσια Διοίκηση κ.λπ." προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού τα ακόλουθα: 1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχολήσεως υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, συστάσεως οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδοτήσεως νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποιήσεως της δεσμεύσεως για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προωθήσεως νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Ακολούθως, με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: 1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των 176 ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει, ότι οι ρυθμίσεις που εισάγονται με αυτές αφορούν αποκλειστικά και μόνο υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ανεξάρτητα από τη σχέση, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που τους συνδέει με τους εν λόγω φορείς, όχι δε και εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), ακόμη και αν τα τελευταία επιχορηγούνται ή όχι από το δημόσιο ή είναι κοινωφελούς χαρακτήρα ή ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Τέλος, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1069/1980 "Για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας...", δύνανται να συνιστώνται, κατά την παρ. 3 του άρθρου αυτού, σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα της χώρας ή από περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες ή Δήμους και Κοινότητες ενιαίες επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο ( ΑΠ 978/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ` αριθμ. 54/2010 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ρόδου, δέχθηκε τα εξής: Οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου άλλοι αορίστου χρόνου και άλλοι ορισμένου χρόνου και με διάφορες ειδικότητες, στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, που είναι δημοτική επιχείρηση, η οποία συστήθηκε σύμφωνα με το Ν. 1069/1980, έχει ως σκοπό την άσκηση δραστηριοτήτων σχετικά με την ύδρευση και την αποχέτευση του Δήμου Ρόδου και αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα.

Οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) - δέχθηκε περαιτέρω το Πολυμελές Πρωτοδικείο - υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο, που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως αυτό καθιερώθηκε και ισχύει από 1-1-1984 και εντεύθεν με τους Νόμους 1505/1984, 2470/1997, 3205/2003, 3833/2010 και 4024/2011 και επομένως δικαιούνται της παροχής των 176 ευρώ το μήνα του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, διότι η παροχή αυτή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, που υπηρετούν σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της Δημόσιας Διοικήσεως και σε ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος και το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγηση της επίδικης παροχής να έχει προσλάβει, λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισής της, εξαρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαυξήσεως των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του Ν. 2470/1997, του Ν. 3205/2003., του Ν. 3833/2010 και του Ν.4024/2011.

Έτσι - καταλήγει το Πολυμελές Πρωτοδικείο - η μη χορήγηση της επίδικης παροχής των 176 ευρώ και στους ενάγοντες (αναιρεσιβλήτους) συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών, ανεπίτρεπτη μισθολογική διάκριση και αντισυνταγματική ρύθμιση σε βάρος τους, προς αποκατάσταση δε της παραβιασθείσας συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, θα πρέπει να λάβουν και οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) την επίδικη παροχή.

Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή, με βάση την από το άρθρο 4 του Συντάγματος προβλεπόμενη αρχή της ισότητας και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, τα ως άνω χρηματικά ποσά.

Με την κρίση του, όμως, αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται, στην προκείμενη περίπτωση, από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή (ΑΠ 978/2013,ΑΠ 1584/2010). Επομένως, η ένδικη αίτηση, με την οποία και με το σύνολο των λόγων της, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του άνω δικαστηρίου η από τον αριθμό 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ << Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές>>.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι << οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν >> συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι αυτό επιβάλλεται η παραδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας, η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και η απόρριψή της από τον Άρειο Πάγο, ως μη νόμιμης.

Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, ως ηττώμενοι διάδικοι (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 74/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

Δέχεται κατ' ουσία την έφεση.

Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 54/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου.

Απορρίπτει την από 15-12-2006 με αριθμ. καταθ. 206/2006

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ