249/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated249/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4§1 εδ.α`, β` και γ`, 18§1 και 26 του Ν.2239/1994 συνάγονται τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεικτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 249 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 249/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εταιρείας με την επωνυμία "CISA S.p.A", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γούσιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "LOGO Ανώνυμη Εμπορική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Κολλητικών Ουσιών, ειδών Οικιακής Χρήσης και αντιπροσωπειών" και τον διακριτικό τίτλο "LOGO A.E", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. της ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "AUTOFIX ABEE", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρόγιαννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Νοεμβρίου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7479/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2544/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Μαΐου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 18 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αυτός συμπληρώνεται, κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, από τον εισηγητή, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4§1 εδ.α`, β` και γ`, 18§1 και 26 του Ν.2239/1994 συνάγονται τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεικτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων.
β) Με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ. του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα που ανήκει σε άλλο μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο.
γ) Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία όμως λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντυπώσεως, που προκαλεί η όλη παράσταση και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει για το κοινό, με λήψη υπόψη, ως μέτρου, του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστη, σύγχυση υπό την έννοια θεωρήσεως, εκ πλάνης, του προϊόντος στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχομένου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζομένη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος.
Στην περίπτωση δε σύνθετου σήματος, αποτελουμένου από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος περί υπάρξεως ή μη απομιμήσεώς του, είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί το καθένα από τα παραβαλλόμενα, στο μέσο, μη έμπειρο, άτομο του καταναλωτικού κοινού.
Σε ένα τέτοιο σύνθετο σήμα ιδιαίτερη σημασία για το σχηματισμό συνολικής εντυπώσεως έχει το λεκτικό μέρος του σήματος, χωρίς όμως να αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίσιμο να είναι το εικαστικό μέρος, ιδιαίτερα όταν το καταναλωτικό κοινό συνδέει τη σχηματική απεικόνιση με την επιχείρηση και η απεικόνιση έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα, ώστε στους καταναλωτές να υφίσταται ο κίνδυνος συνειρμικής συσχετίσεως.
Όσο δε μεγαλύτερος είναι ο βαθμός καθιερώσεως μιας ενδείξεως στις συναλλαγές τόσο μεγαλύτερη διακριτική δύναμη διαθέτει και επομένως οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της παραποιήσεως ή απομιμήσεως πρέπει να είναι αυστηρότερες. Η συνδρομή ή όχι του κινδύνου σύγχυσης που έχει παραποιηθεί ή του οποίου έχει γίνει απομίμηση, υπόκειται ως αόριστη νομική έννοια στον αναιρετικό έλεγχο, για την εξειδίκευσή της δε κρίσιμα μπορεί να είναι και τα διδάγματα της κοινής πείρας.
δ) Ιδιαίτερη κατηγορία σημάτων αποτελούν τα "σήματα φήμης", σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ.1γ του ανωτέρω νόμου. Στα σήματα αυτά ο νομοθέτης παρέχει διευρυμένη νομική προστασία πέραν της δια τα κοινά διακριτικά γνωρίσματα προβλεπομένης, προς τον σκοπό αφενός της αποτροπής του παρασιτικού ανταγωνισμού από τρίτους, πλην του δικαιούχου, συνισταμένου στην εμπορική αξιοποίηση της φήμης του σήματος προς ίδιο, αθέμιτο όφελος, και αφετέρου του κινδύνου υπονομεύσεως της ιδιαιτέρας των σημάτων αυτών διακριτικής δυνάμεως.
Η έννοια του "σήματος φήμης", μη προσδιοριζομένη υπό του νομοθέτου, δύναται να καθοριστεί με βάση ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, όπως α) ο αυξημένος βαθμός καθιερώσεως του σήματος στις συναλλαγές, υπό την έννοια ότι η ανταγωνιστική δύναμη της ενδείξεως να εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό, να έγινε δηλαδή γνωστή πέραν από τον σχετικό κύκλο των καταναλωτών, β) η μοναδικότητα του σήματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί, χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, γ) η ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και την εκφραστική του δύναμη, δ) η ύπαρξη ιδιαιτέρας θετικής εκτιμήσεως του καταναλωτικού κοινού, αναφορικώς με τα προϊόντα που διακρίνει, ε) το καλυπτόμενο από το σήμα μερίδιο αγοράς, η χρονική διάρκεια της χρησιμοποιήσεώς του, στ) το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του, ζ) η γεωγραφική έκταση, εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης (βλ.
και ΔΕΚ Υπόθ. G. 375/97). Εάν πρόκειται περί σήματος φήμης η χρησιμοποίηση του μεταγενεστέρου σήματος είναι απαγορευμένη, εάν θα προσπόριζε στον χρήστη αυτού, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενεστέρου σήματος. Επί ενός τέτοιου σήματος δεν είναι απαραίτητο να δημιουργείται κίνδυνος συγχύσεως.
Αρκεί ότι η χρήση του θα βλάψει τον διακριτικό χαρακτήρα ή την φήμη του σήματος φήμης ή θα προσπορίσει χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος στον μεταγενέστερο μη δικαιούχο. Ειδικότερα, ενόψει της ανωτέρω διευρυμένης νομικής προστασίας του σήματος φήμης, η προστασία του έναντι του κινδύνου της υποσκάψεως δεν συναρτάται οπωσδήποτε από την διαπίστωση τέτοιου βαθμού ομοιότητος μεταξύ του φημισμένου σήματος και του υπό του μη δικαιούχου χρησιμοποιημένου σημείου, ώστε να υφίσταται κίνδυνος συγχύσεώς τους από το ενδιαφερόμενο κοινό.
Αρκεί η ύπαρξη για την προστασία του σήματος φήμης κάποιου βαθμού ομοιότητος μεταξύ των δύο σημάτων, ώστε να είναι δυνατή υπό του καταναλωτικού κοινού συνειρμική διασύνδεση του υπό του μη σηματούχου χρησιμοποιουμένου σημείου και του σήματος φήμης. Αθέμιτο δε όφελος προσπορίζεται ο τρίτος, όταν, χρησιμοποιώντας το ξένο σήμα φήμης, μεταφέρει στα προϊόντα που παράγει ή εμπορεύματα ή υπηρεσίες που προσφέρει την καλή εντύπωση που έχουν για το σήμα οι συναλλαγές, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ο δικαιούχος του σήματος φήμης βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με τον τρίτο ή ότι επεξέτεινε τη δραστηριότητά του και στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του τρίτου και εφόσον αυτός ο (τρίτος) καρπώνεται χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια του σηματούχου να καθιερώσει το σήμα του στην αγορά.
Βλάβη του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος φήμης επέρχεται, κυρίως, όταν αυτό χάνει την ελκτική του δύναμη. Το τελευταίο επέρχεται ακόμη και όταν το διακριτικό γνώρισμα του τρίτου χρησιμοποιείται σε ανόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες. Παρά δε την γραμματική διατύπωση της διατάξεως του εδαφίου γ του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2239/1994, στην οποία γίνεται μνεία περί μη παρομοίων προϊόντων ή υπηρεσιών η διάταξη αυτή, τελολογικώς ερμηνευομένη πρέπει να ερμηνευθεί διασταλτικώς, καταλαμβάνουσα και τις περιπτώσεις που το προγενέστερο σήμα φήμης χρησιμοποιείται από τον μη δικαιούχο προς διάκριση παρομοίων προϊόντων ή υπηρεσιών.
Tούτο δε γιατί η ανωτέρω μνεία έχει ως σκοπό μόνο να υπογραμμίσει ότι οι κανόνες αυτοί έχουν εφαρμογή και όταν δεν είναι παρόμοια τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες (βλ. Απόφαση ΔΕΚ στην υπόθεση G-408/01 ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5§2 της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 4§1γ του Ν.2239/94).
Έτσι, ακόμη και αν το κοινό στο οποίο απευθύνονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες τις οποίες διακρίνει καθένα από τα συγκρουόμενα σημεία είναι ακριβώς το ίδιο ή συμπίπτει σε ορισμένο βαθμό, τα επίμαχα προϊόντα ή οι υπηρεσίες ενδέχεται να είναι τόσο ανόμοια, ώστε το οικείο κοινό να μην ανακαλεί συνειρμικά στη μνήμη του το προγενέστερο σήμα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του νόμου 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, "απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψη και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας" και, κατά το άρθρο 13 παρ.1 και 4 του ιδίου νόμου, "όστις κατά τας συναλλαγάς ποιείται χρήσιν ονόματος τινός, εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως ή εντύπου τινός κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέσει σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορικήν επωνυμίαν ή το ιδιαίτερον διακριτικό γνώρισμα, άτινα έτερος νομίμως μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθή υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως.
Ως ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα θεωρείται και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός ή η ιδιαιτέρα διακόσμηση των εμπορευμάτων, της συσκευής ή του περικαλύμματος αυτών, εφόσον είναι γνωστά εις τους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικά σημεία των ομοίων εμπορευμάτων άλλου τινός". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει 1) ότι για την εφαρμογή του άρθρου 1 απαιτείται η πράξη αφενός να έγινε προς το σκοπό ανταγωνισμού και εφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του κοινωνικού ανθρώπου που κατά την γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση και 2) ότι για την ύπαρξη αθεμίτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος απαιτείται δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η πρώτη ενάγουσα συνεστήθη το έτος 1983, με την επωνυμία "ΟΤΟΦΙΞ Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Ανταλλακτικών και Αξεσουάρ Αυτοκινήτων και Ειδών Οικιακής Χρήσεως", η οποία τροποποιήθηκε, μετά από τροποποίηση του καταστατικού της κατά το έτος 1984, σε "LOGO Ανώνυμος Εμπορική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Κολλητικών Ουσιών, Ειδών Οικιακής Χρήσης και Αντιπροσωπειών" και με σκοπό, όπως αυτός επαναπροσδιορίστηκε με την ίδια ως άνω τροποποίηση, μεταξύ άλλων ".....την επί κέρδει εισαγωγή και εμπορία πάσης φύσεως ειδών οικιακής χρήσεως και την εισαγωγή, εμπορία και συσκευασία πάσης φύσεως κολλητικών ουσιών".
Η άνω ενάγουσα είναι δικαιούχος των ακόλουθων ημεδαπών λεκτικών σημάτων: α) του υπ' αριθ. ... σήματος"LOGO". Η δήλωση κατάθεσης αυτού υποβλήθηκε στο Τμήμα Καταθέσεως Σημάτων του τότε Υπουργείου Εμπορίου από τη Σ. Χ. στις 4-8-1982, προς διάκριση, μεταξύ άλλων, ειδών κλειθροποιίας και κολλωδών υλών, ήτοι προϊόντων των κλάσεων 6 και 16 αντίστοιχα.
Η δήλωση έγινε αμετάκλητα δεκτή στο σύνολό της και το σήμα καταχωρήθηκε, κατ' άρθρο 13 α.ν. 1998/1939, στο βιβλίο ημεδαπών σημάτων. Το έτος 1983 η προαναφερόμενη Σ. Χ. μεταβίβασε το επί του σήματος δικαίωμά της στην πρώτη ενάγουσα και η σχετική μεταβίβαση καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο, κατ' άρθρο 20 του ίδιου ως άνω α.ν. 1998/1939.
Μετά από αίτηση της δικαιούχου, η προστασία του σήματος παρατάθηκε για μία ακόμη δεκαετία, που αρχίζει από 4-8-2002 (άρθρο 21 του Ν. 2239/1994) και β) του υπ' αριθ. ... σήματος "LOGO Στιγμής". Η δήλωση κατάθεσης αυτού υποβλήθηκε στο Τμήμα Καταθέσεως Σημάτων του τότε Υπουργείου Εμπορίου από τη Σ. Χ. στις 4-8-1982, προς διάκριση, μεταξύ άλλων, ειδών κλειθροποιίας και κολλωδών υλών, ήτοι προϊόντων των κλάσεων 6 και 16 αντίστοιχα.
Η δήλωση έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 6290/1986 αμετάκλητη απόφαση της Δ.Ε.Σ., συντάχθηκε δε η από 17-5-1994 πράξη καταχώρησης στο βιβλίο ημεδαπών σημάτων, κατ' άρθρο 13 α.ν. 1998/1939. Μετά από αίτηση της δικαιούχου, η προστασία του σήματος παρατάθηκε για μία ακόμη δεκαετία, που αρχίζει από 6-2-2004 (άρθρο 21 Ν. 2239/1994). Η δεύτερη ενάγουσα συνεστήθη κατά το έτος 1984 και έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή, συσκευασία, παραγωγή και εμπορία πάσης φύσεως κολλητικών ουσιών αμέσου συγκολλήσεως.
Με το υπ' αριθ. .../4-12-1991 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Τρέζου-Διαμαντοπούλου, η πρώτη ενάγουσα παραχώρησε στη δεύτερη άδεια χρήσεως των προαναφερθέντων σημάτων για το σύνολο των καλυπτομένων προϊόντων. Όσον αφορά το υπ' αριθ. ... σήμα, η σύμβαση παραχωρήσεως καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο, δυνάμει της υπ' αριθ. 8193/1992 απόφαση της Δ.Ε.Σ.
Αντίθετα, δεν προκύπτει καταχώρηση της συμβάσεως καταχώρησης του υπ' αριθ. ... σήματος και, συνεπώς, ως προς το σήμα τούτο η αγωγή της δεύτερης ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τα παραπάνω σήματα οι ενάγουσες επιθέτουν στα προϊόντα που διαθέτουν στο εμπόριο και συγκεκριμένα σε κόλλες, κυρίως άμεσης συγκόλλησης, καθώς και σε είδη που πωλούνται σε χρωματοπωλεία κα σιδηροπωλεία, όπως δίσκους και τροχούς κοπής, τροχούς λείανσης, βίδες, τρυπάνια και λοιπά συναφή αντικείμενα, χωρίς να έχουν επεκταθεί σημαντικά στα είδη κλειθροποιίας.
Τα σήματα αυτά δεν έχουν φθαρεί, αφού δεν χρησιμοποιούνται ευρέως από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, όσον αφορά δε τις κόλλες, μετά από πολυετή και ευρεία διαφήμιση, έχουν καθιερωθεί πανελλαδικά στις συναλλαγές με το σήμα αυτό, λόγω του ότι κυκλοφορούν επί πολλά έτη στην ελληνική αγορά και απευθύνονται σε ευρύτατο κύκλο καταναλωτών, οι οποίοι της περιβάλλουν με μεγάλη εκτίμηση και εμπιστοσύνη, ενώ ταυτόχρονα η λέξη LOGO αποτελεί την επωνυμία της πρώτης ενάγουσας-εκκαλούσας, καθώς και τον διακριτικό της τίτλο.
Κατ' αυτόν τον τρόπο τα σήματα αυτά των εναγουσών έχουν αποτυπωθεί στην αντίληψη του μέσου καταναλωτή ως στοιχείο προσδιοριστικό της προέλευσης των συγκεκριμένων προϊόντων από τις επιχειρήσεις των εναγουσών και, συνεπώς, είναι σήματα φήμης στον ελληνικό χώρο, στα οποία παρέχεται διευρυμένη νομική προστασία, που δεν συναρτάται οπωσδήποτε με την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης από το ενδιαφερόμενο κοινό.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εδρεύουσα στην Ιταλία εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται κυρίως στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας ειδών κλειθροποιίας και διαθέτει στην αγορά κλειδαριές, επί των οποίων επιθέτει την λέξη "Cisa", με απεικόνιση ρόμβου, σύνθεση που έχει καταχωρισθεί ως κοινοτικό σήμα, με αριθμούς ... (στο οποίο ο ρόμβος τίθεται πριν από τη λέξη), αλλά και στην Ελλάδα ως αλλοδαπό σήμα, με αριθμό ... (όπου η λέξη αναγράφεται εντός του ρόμβου), τα σήματά της δε αυτά χαίρουν ιδιαίτερης φήμης στο οικείο καταναλωτικό κοινό.
Στις αρχές του έτους 2003 η εναγομένη εισήγαγε στην Ελλάδα και διέθεσε στην αγορά κλειδαριές, στο σώμα και στην συσκευασία των οποίων τίθεται το προαναφερόμενο σύνθετο κοινοτικό σήμα, δηλαδή η απεικόνιση ρόμβου και η λέξη "CISA", αναγραφόμενη με μεγάλη γραμματοσειρά, κάτω δε από αυτό αναγράφονται, με μικρότερη γραμματοσειρά, οι λέξεις "LOGO Line".
Το λεκτικό τμήμα του σημείου της εναγομένης παρουσιάζει μια μέση μεν οπτική και ηχητική ομοιότητα με το υπ' αριθ. ... σήμα της πρώτης ενάγουσας, καθώς η μοναδική λέξη του τελευταίου είναι η μεσαία του πρώτου, χαμηλότερη δε ομοιότητα με το υπ' αριθ. ... σήμα αυτής, αφού το τελευταίο απαρτίζεται από της λέξεις "LOGO Στιγμής", από τις οποίες μόνο η πρώτη χρησιμοποιείται ως μεσαία λέξη στο σημείο της εναγομένης.
Εφόσον, όμως υπάρχει κάποιος βαθμός ομοιότητας μεταξύ των φημισμένων σημάτων των εναγουσών και αυτού της εναγομένης, ανεξαρτήτως του ότι τα πρώτα απέκτησαν την ιδιαίτερη φήμη τους σε σχέση με τα προϊόντα της κλάσεως 16 (κολλωδών υλών) και όχι με τα προϊόντα της κλάσεως 6 (ειδών κλειθροποιίας), δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση του σημείου LOGO από την εναγομένη, αφού η χρήση του προσπορίζει σ' αυτήν, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος, με την μεταφορά στα προϊόντα που παράγει και εμπορεύεται, της καλής εντύπωσης που έχουν για τα σήματα των εναγουσών οι συναλλασσόμενοι, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι δικαιούχοι των σημάτων φήμης ενάγουσες βρίσκονται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με την εναγομένη ή ότι έχουν επεκτείνει την δραστηριότητά τους και στα προϊόντα της τελευταίας.
Κατ' αυτόν τον τρόπο η εναγομένη, αφενός μεν αποκτά προς όφελός της πελατεία και καρπώνεται χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια των σηματούχων εναγουσών να καθιερώσουν τα σήματά τους στην αγορά, αφετέρου δε αποδυναμώνει την διακριτική δύναμη των σημάτων των τελευταίων, καθώς και της επωνυμίας της πρώτης τούτων, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η λέξη LOGO αποτελεί και την εμπορική επωνυμία αυτής.
Η προαναφερόμενη συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία γνώριζε ότι οι ενάγουσες έχουν νόμιμα κατοχυρώσει τα προαναφερόμενα σήματά τους και ότι με την εκ μέρους της χρήση αυτών υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό και συνειρμική συσχέτιση των προϊόντων της με αυτά των εναγουσών, προσκρούει στο αίσθημα του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση και, επομένως, βρίσκεται σε αντίθεση με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη.
Προέβη δε η εναγομένη στην ενέργεια αυτή με σκοπό να εκμεταλλευθεί τη σύγχυση που θα δημιουργηθεί στο καταναλωτικό κοινό και να ανταγωνιστεί αθέμιτα τις ενάγουσες, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 και 13 παρ, 1 και 4 του ν.146/1914. Επίσης, από την παράνομη και υπαίτια χρήση των σημάτων τους εκ μέρους της εναγομένης, τη βλάβη που προκλήθηκε στο διακριτικό χαρακτήρα τους και την απώλεια της ελκτικής τους δύναμης, τρώθηκε το κύρος και αξιοπιστία των εναγουσών, οι οποίες υπέστησαν ηθική βλάβη.
Δικαιούνται συνεπώς εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ανερχομένης, μετά τη συνεκτίμηση του βαθμού του πταίσματος των εκπροσώπων της εναγομένης, της έκτασης της προσβολής και της οικονομικής κατάστασης των μερών, στο ποσό των 10.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και στο ποσό των 7.000 ευρώ για τη δεύτερη......Με βάση τα παραπάνω, έπρεπε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, το πρωτοβάθμιο δε Δικαστήριο, το οποίο, ενώ δέχτηκε ότι τα σήματα των εναγουσών είναι σήματα φήμης, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κρίνοντας ότι τα προϊόντα που διακρίνονται είναι ανόμοια και δεν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο εφέσεως".
Ενόψει των παραπάνω παραδοχών του το Εφετείο, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, ακολούθως δε δέχθηκε κατά ένα μέρος την τελευταία και υποχρέωσε την εναγομένη (αναιρεσείουσα): α) να άρει την προσβολή, με την απόσυρση από την ελληνική αγορά κάθε προϊόντος της και κάθε συσκευασίας αυτού, που φέρει την ένδειξη "LOGO", β) να παραλείπει στο μέλλον τη χρήση της έδειξης αυτής επί των προϊόντων της και των συσκευασιών τους, γ) να καταβάλει νομιμοτόκως στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 7.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δ) να διαταχθεί η δημοσίευση περίληψης της αποφάσεώς του σε μία ημερήσια εφημερίδα πανελλαδικής κυκλοφορίας, με μέριμνα και δαπάνες της εναγομένης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4§1 εδ.α`, β` και γ`, 18§1 και 26 του Ν.2239/1994, καθώς και εκείνες των άρθρων 1 και 13 παρ, 1 και 4 του ν. 146/1914, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα, ότι παρά τον μικρό βαθμό ομοιότητας μεταξύ των φημισμένων σημάτων των εναγουσών και αυτού της εναγομένης, με την χρήση της λέξης "LOGO" στα τελείως διαφορετικά προϊόντα των διαδίκων (κολλώδεις ουσίες το φημισμένο σήμα των πρώτων, είδη κλειθροποιίας της δεύτερης), υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό και συνειρμική συσχέτιση των προϊόντων της με αυτά των εναγουσών, με συνέπεια αυτό να προσκρούει στο αίσθημα του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση και, επομένως, βρίσκεται σε αντίθεση με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και ότι αυτό έγινε με σκοπό να εκμεταλλευθεί τη σύγχυση που θα δημιουργηθεί στο καταναλωτικό κοινό και να ανταγωνιστεί αθέμιτα τις ενάγουσες, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 και 13 παρ, 1 και 4 του ν. 146/1914, δεν πληρούσαν το πραγματικό των προπαρατεθεισών διατάξεων.
Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο: α) ότι τα κατοχυρωμένα στην Ελλάδα σήματα των εναγουσών "LOGO" και "LOGO Στιγμής" που αφορούν μόνο τα προϊόντα αυτών της κλάσεως 16 (κολλωδών υλών) αποτελούν "σήματα φήμης", β) ότι η εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται κυρίως στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας ειδών κλειθροποιίας και διαθέτει στην αγορά κλειδαριές, επί των οποίων επιθέτει την λέξη "Cisa", με απεικόνιση ρόμβου, σύνθεση που έχει καταχωρισθεί ως κοινοτικό σήμα, με αριθμούς ... (στο οποίο ο ρόμβος τίθεται πριν από τη λέξη), αλλά και στην Ελλάδα ως αλλοδαπό σήμα, με αριθμό ... (όπου η λέξη αναγράφεται εντός του ρόμβου), τα σήματά της δε αυτά χαίρουν ιδιαίτερης φήμης στο οικείο καταναλωτικό κοινό γ) ότι η εναγομένη εισήγαγε στην Ελλάδα και διέθεσε στην αγορά κλειδαριές, στο σώμα και στην συσκευασία των οποίων τίθεται το προαναφερόμενο σύνθετο κοινοτικό σήμα, δηλαδή η απεικόνιση ρόμβου και η λέξη "CISA", αναγραφόμενη με μεγάλη γραμματοσειρά, κάτω δε από αυτό αναγράφονται, με μικρότερη γραμματοσειρά, οι λέξεις "LOGO Line" και δ) ότι το λεκτικό τμήμα του σημείου της εναγομένης παρουσιάζει μια μέση μεν οπτική και ηχητική ομοιότητα με το υπ' αριθ. ...
σήμα της πρώτης ενάγουσας, καθώς η μοναδική λέξη του τελευταίου είναι η μεσαία του πρώτου, χαμηλότερη δε ομοιότητα με το υπ' αριθ. ... σήμα αυτής, αφού το τελευταίο απαρτίζεται από της λέξεις "LOGO Στιγμής", από τις οποίες μόνο η πρώτη χρησιμοποιείται ως μεσαία λέξη στο σημείο της εναγομένης. Οι παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν συνιστούν "παραποίηση" ή "απομίμηση", αλλά ούτε και εμφανή "ομοιότητα" των σημάτων των εναγουσών με την κατά τον ανωτέρω τρόπο επίθεση στα προϊόντα και την συσκευασία που παράγει και εμπορεύεται η εναγομένη του ανωτέρω σύνθετου σήματός της, στο οποίο περιέχονται κατ' επουσιώδη και μη διακριτό ευχερώς από το μέσο καταναλωτή τρόπο οι λέξεις "LOGO Line", η πρώτη των οποίων εμπεριέχεται στα σήματα των εναγουσών.
Και τούτο διότι, ο μικρός και επουσιώδης βαθμός ομοιότητας των συγκρουόμενων σημείων, αλλά και η ανομοιότητα των προϊόντων που αυτά διακρίνουν (κολλώδεις ουσίες - κόλλες - για το γραφείο ή το σπίτι ή για κάθε άλλη χρήση των εναγουσών και κλειδαριές της εναγομένης), δεδομένου ότι η σύγκριση γίνεται μόνο με τις κολλώδεις ουσίες, αφού η φήμη των σημάτων των εναγουσών, κατά τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, συνέχεται μόνο με το προϊόν αυτό, δεν αφήνει κανένα περιθώριο εμφανούς "ομοιότητας", πολύ δε περισσότερο "απομίμησης" ή "παραποίησης" των σημάτων των εναγουσών, αφού ο μέσος καταναλωτής των συγκεκριμένων προϊόντων της εναγομένης (κλειδαριές) δεν ανακαλεί συνειρμικά στη μνήμη του τα σήματα "LOGO" και "LOGO Στιγμής", όταν αντικρίζει το μεταγενέστερο σημείο της εναγομένης, ώστε να μην υφίσταται κίνδυνος, όχι μόνον συγχύσεως, αλλά ούτε και συσχετίσεως ως προς την προέλευση των προϊόντων της εναγομένης, και να μη δημιουργείται έτσι η εντύπωση στο μέσο καταναλωτή ότι οι δικαιούχοι των σημάτων φήμης ενάγουσες βρίσκονται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με την εναγομένη ή ότι έχουν επεκτείνει την δραστηριότητά τους και στα προϊόντα της τελευταίας, ούτε να δημιουργείται με την χρήση του άνω διακριτικού γνωρίσματος της εναγομένης στα προϊόντα της αθέμιτος ανταγωνισμός εις βάρος των εναγουσών, κατά την προεκτεθείσα έννοια των άρθρων 1 και 13 παρ.1 και 4 του ν. 146/1914, αφού κανένας κίνδυνος δεν υφίσταται να προκληθεί σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό όταν αντικρίζει τα τελείως ανόμοια προϊόντα των διαδίκων, στα οποία απεικονίζονται τα χωρίς εμφανή ομοιότητα σήματά τους.
Επομένως, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώνεται, κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, από τον εισηγητή, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μετά την παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει τους λοιπούς, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2544/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013). ).
Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2544/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ