Legislator Case Law & Legislation
249/2013 AI generated

249/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 249/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29019/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2717/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/3/2012 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

249/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α ) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15° μισθολογικό κλιμάκιο, β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8° μισθολογικό κλιμάκιο και γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1° μισθολογικό κλιμάκιο. 2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες, γι' αυτούς διατάξεις.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 249 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 249/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΧΕΠΑ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Πετρίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29019/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2717/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/3/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 3/1/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και του δεύτερου, μέρος δεύτερο, λόγων αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 63, 92, 92Α και 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων προκύπτει ότι είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του δικηγόρου η άσκηση έμμισθης υπηρεσίας σε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, κατ' εξαίρεση όμως μπορεί να παρέχει καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή.

Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνον εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά, αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις αυτού του Κώδικα και συμπληρωματικά από εκείνες των περί εντολής και συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών (Ολ.ΑΠ 45/2002).

Με το άρθρο 2 του Ν. 1093/1980 είχε προστεθεί το άρθρο 92 Α στο Ν.Δ. 3026/1954, το οποίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του ν. 1816/1988 και στο οποίο (άρθρο 92Α) ορίζεται ότι: 1. Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες απ' αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως:

α ) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15° μισθολογικό κλιμάκιο, β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8° μισθολογικό κλιμάκιο και γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1° μισθολογικό κλιμάκιο. 2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες, γι' αυτούς διατάξεις.

Επακολούθησε ο ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", με το άρθρο 24 του οποίου παρασχέθηκε στους Υπουργούς Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου (υπουργού),εξουσιοδότηση για επέκταση, εν όλω ή εν μέρει των διατάξεων του νόμου αυτού, εκτός των άλλων και στο προσωπικό των ΝΠΔΔ που έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία προς τους μόνιμους υπαλλήλους των ΝΠΔΔ, καθώς και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής.

Σε εκτέλεση αυτής της διατάξεως εκδόθηκε η ΥΑ 2022210/2776/002 (Εσωτερικών-Οικονομικών - Δικαιοσύνης) της 3/21-4-1997 (ΦΕΚ Β'319) με την οποία ορίστηκαν τα εξής: "1.Οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή, των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 1093/1980, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816 /1988, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια χωρίς περαιτέρω εξέλιξη:

α)..., β)..., γ)... Δικηγόροι στον Άρειο Πάγο στο 1° μισθολογικό κλιμάκιο. 2. ... 3. ... Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1816 /1988. 4 Η απόφαση αυτή ισχύει από 1/1/1997".(το άρθρο 24 καταργήθηκε από 1/1/2004 με το άρθρο 28 του νόμου 3205/2003) Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι προσλαμβανόμενοι με σχέση έμμισθης εντολής από ΝΠΔΔ, όπως είναι το αναιρεσίβλητο, αντί πάγιας περιοδικής αμοιβής .δικηγόροι, δικαιούνται μηνιαίας αντιμισθίας, η οποία είναι ίση με τα καθοριζόμενα κατώτατα όρια αμοιβής, τα οποία προσδιορίζονται κατ' αντιστοιχία προς τα μισθολογικά κλιμάκια των δημοσίων υπαλλήλων (Ολ.ΑΠ 11/2002), η οποία προσαυξάνεται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26,73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμεινε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.

Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους, ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (Ολ.ΑΠ 28/1992). Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2738/1999, η συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν υπάγονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας νομοθετικής εξουσιοδότησης είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.

Στο άρθρο 14 του ν. 3016/2002, "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής "1.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών .Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001.2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176 ) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά στο προσωπικό των ΟΤΑ και στο προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση της ...

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1 IV 2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με ορισμένους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω ειδική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το από 1/1/2002 κι' εντεύθεν διάστημα και 176 ευρώ για το από 1/7/2002, κι εντεύθεν διάστημα σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470 /1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ανεξάρτητα από το αν οι κλάδοι των υπαλλήλων αυτών είχαν εκπροσωπηθεί ή όχι στις προηγηθείσες συλλογικές διαπραγματεύσεις .Κατόπιν αυτού, έγινε δεκτό ότι η ως άνω ειδική, χρηματική παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997.

Ενώ δηλαδή, η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 είχε προβλεφθεί προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λάμβαναν πρόσθετες παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις επεκτάθηκε η χορήγηση της ειδικής παροχής χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η μη λήψη πρόσθετων μισθολογικών παροχών.

Έτσι, με τη χορήγηση τις ειδικής παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου απασχολούνταν με τελείως διαφορετικές συνθήκες από κλάδο σε κλάδο, αυτή απέκτησε το χαρακτήρα αμοιβής που προσαυξάνει το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (Α.Π. 946/2010, Α.Π.754/2010, Α.Π. 574/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε, ότι είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο και συνδέεται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή, ότι η αμοιβή του καθορίζεται σύμφωνα με το μισθολογικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, του Ν. 2470/1997 και ότι το εναγόμενο δεν του καταβάλει τη μισθολογική παροχή 88 ευρώ από 1/1/2002 και 176 ευρώ από 1/7/2002, του νόμου 3016 / 2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού (άρθρο 14) εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, την οποία λαμβάνουν όλοι οι υπάλληλοι του δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ που υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, ζητούσε δε μ' αυτή (αγωγή) να του καταβληθεί η παροχή αυτή για το χρονικό διάστημα από 1/1/2002 έως 31/12/2007.

Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατόπιν ασκήσεως από το εναγόμενο το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση την απέρριψε ως μη νόμιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 92 Α του Κώδικα περί Δικηγόρων, 14 του Ν. 3016/2002, του Ν. 2470/1997 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση, αφού η μοναδική προϋπόθεση που τάσσεται για την απόληψη της ειδικής παροχής των 176 ευρώ είναι, να αμείβεται ο αξιώνων αυτή σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, την οποία πληροί ο αναιρεσείων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και ο δεύτερος, μέρος δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή. Η δικονομική δυνατότητα παραπομπής στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, διατηρήθηκε και μετά την τροποποίηση του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ με το άρθρο 113 του Ν. 4055/2012, στο οποίο από παραδρομή δεν αναφέρεται η φράση "...

ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές" όπως από την τελολογική ερμηνεία του άρθρου αυτού, όπως τροποποιήθηκε, προκύπτει, που είναι η δίκαιη δίκη και η εύλογη διάρκεια της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2717/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ