Legislator Case Law & Legislation
248/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming failure to consider judicial admission as a substantive fact under Article 560 of Civil Procedure Code.

Case Number 248/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final decision regarding property disputes. The appellant argued that the appellate court failed to consider a judicial admission made by the respondent, claiming this omission violated Article 560 of the Civil Procedure Code. The court ruled that a judicial admission is merely evidentiary evidence, not a substantive fact, and its non-consideration does not constitute a ground for appeal under the cited statutory provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 339, 352 of the Civil Procedure Code: A judicial admission constitutes evidentiary means rather than a substantive fact; therefore, a court's failure to consider such an admission does not establish a ground for appeal under Article 560.

Keywords

AI generated
judicial admission substantive fact evidentiary means appeal grounds Civil Procedure Code property disputes omission of evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 591, 614, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 552, 553, paragraph 1b, 556, 558, 564, paragraph 3, 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 570, paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 339 and 352, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 11g of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 248 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 248/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καρβαγιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Γ. Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τσώκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαυρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1762/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 06-07-2021 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 136/10-09-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1762/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών από οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία (άρθρα 591, 614 περ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου....

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, που υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ο ενάγων ή ο ενιστάμενος επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, και της ποσοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου.

Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία ελέγχονται με τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επί των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ελέγχεται μόνο η νομική και η ποιοτική αοριστία (η τελευταία για τις αποφάσεις που εκδίδονται μετά την 1.1.2016), στο πλαίσιο των λόγων των αριθμών 1 και 5, αντίστοιχα, του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ενώ αντίθετα δεν ελέγχεται η ποσοτική αοριστία, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1505/2022, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 127/2018, ΑΠ 853/2017).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι, όσα νομικώς είναι ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης, που θεμελιώνεται επ' αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017).

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία, ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1505/2022, ΑΠ 661/2020, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 02-11-2015 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, όπως (η αγωγή) διορθώθηκε, προκύπτει, ότι αυτός ισχυρίσθηκε, ότι είναι συνιδιοκτήτης των περιγραφόμενων αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών σε συγκρότημα κατοικιών στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., που διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και της νομίμως μεταγεγραμμένης υπ' αριθμ. 41430/1974 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Κουτσουράκη, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις, επίσης νομίμως μεταγεγραμμένες.

Ότι με τις από 24-8-2008, 23-8-2009, 5-12-2009, 22-8-2010 και 17-7-2011 αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών του άνω συγκροτήματος εκλέχθηκε διαχειριστής αυτού, για το χρονικό διάστημα από 24-8-2008 μέχρι 31-7-2011, εν συνεχεία δε, εξακολούθησε να ασκεί τα καθήκοντα του διαχειριστή, λόγω άρνησης των συνιδιοκτητών να αναλάβουν τη διαχείριση και με τη σύμφωνη γνώμη τους, μέχρι τις 28-9-2014, οπότε και ανατέθηκε η διαχείριση στην εταιρεία "H.

C.", την οποία η τελευταία ανέλαβε στις 17-10-2014, πλην όμως παραιτήθηκε μετά από δέκα περίπου ημέρες, μη υπάρχοντος, έτσι, έκτοτε διαχειριστή. Ότι τόσο κατά τα χρονικά διαστήματα που ήταν διαχειριστής αλλά και από τις 30-10-2014 έως τις 28-09-2015, οπότε δεν υπήρχε διαχειριστής του ανωτέρω συγκροτήματος, ενεργούσε, ως συνιδιοκτήτης, όλες τις αναγκαίες διαχειριστικές πράξεις για την εκτέλεση των απαραίτητων εργασιών συντήρησης και επισκευής των κοινόχρηστων εγκαταστάσεων του συγκροτήματος, για την αποτροπή άμεσου κινδύνου καταστροφής ή βλάβης αυτών, καταβάλλοντας o ίδιος, τις απαιτούμενες δαπάνες, που ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 62.092,08 ευρώ.

Ότι η εναγομένη, η οποία είναι ιδιοκτήτρια του με αριθμό E-1 διαμερίσματος στο παραπάνω συγκρότημα κατοικιών, ενώ βάσει του ποσοστού συμμετοχής της στις αναγκαίες δαπάνες του κτιριακού συγκροτήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραπάνω κανονισμού, που ανέρχεται σε 36/000, βαρύνεται με το ποσό που της αναλογεί, ύψους 2.253,31 ευρώ, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, έχει καταβάλει σε αυτόν μέρος μόνο του ποσού, απομένοντος οφειλόμενου υπολοίπου 1.485,31 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, να του καταβάλει, με την ιδιότητά του ως συνιδιοκτήτη, νομιμοτόκως το ως άνω ποσό, με βάση τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 794 και 788 παρ. 2 ΑΚ, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων του ΑΚ, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του ίδιου Κώδικα.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 184/2016 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, ως προς όλες τις βάσεις της, την έκανε δεκτή εν συνεχεία, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς την κύρια βάση της, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.485,31 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους της εναγομένης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1762/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς την κύρια βάση της, επειδή, κατά την κύρια αιτιολογία της (προσβαλλόμενης), δεν γίνεται επαρκής προσδιορισμός όλων των κοινόχρηστων δαπανών, που διαλαμβάνονται στις σελίδες 8-14 της αγωγής, αλλά μόνο γενικόλογη αναφορά σε δαπάνες για ηλεκτρολόγο, υδραυλικό, μπετά, μερεμέτια, εργατικά, βαψίματα, οικοδομικά υλικά, σιδηρικά, χαρτικά, ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, αλλαγή λαμπών, φώτα, φορτωτική, Leroy Merlin κ.λπ., παραθέτοντας τις δαπάνες αυτές κατά ημερομηνίες και ποσά, χωρίς καμία άλλη εξειδίκευση, η οποία (γενικόλογη αναφορά) δεν αρκεί για να κριθεί, ότι οι εν λόγω δαπάνες αφορούν σε κοινόχρηστα μέρη του συγκροτήματος και είναι αναγκαίες, ενώ ακολούθως απορρίφθηκαν και οι επικουρικές βάσεις της αγωγής ως αόριστες, λόγω μη εξειδίκευσης των αιτούμενων επιμέρους δαπανών.

Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ κρίνοντας, ότι η αγωγή του πάσχει από νομική αοριστία, επειδή έπρεπε να αναφέρονται επιπλέον στοιχεία πέραν των κατ' ημερομηνία, είδος και ποσό καθεμίας από τις αξιούμενες κοινόχρηστες δαπάνες, καθώς και γιατί οι αναφερόμενες στην αγωγή δαπάνες ήταν αναγκαίες.

Ωστόσο, η ανωτέρω κριθείσα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αοριστία των κοινόχρηστων δαπανών αφορά ποσοτική και όχι νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συναρτάται με την ίδρυση της κατ' άρθρ. 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλην όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ τέτοιος λόγος κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτος, ενώ η αιτίαση, ότι κατά παράβαση του νόμου το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, αποφάνθηκε, ότι έπρεπε να εκτίθεται, για ποιο λόγο οι αναφερόμενες στην αγωγή δαπάνες ήταν αναγκαίες, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, ότι εξαιτίας της αοριστίας των κοινόχρηστων δαπανών δεν μπορεί να κριθεί, αν ήταν αναγκαίες αυτές (οι δαπάνες) και όχι γιατί ήταν αναγκαίες.

Όσον αφορά δε στις αιτιάσεις του με τον ίδιο λόγο αναίρεσης σχετικά με την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης κατά την έρευνα της κύριας βάσης της αγωγής, ότι δηλαδή δεν προσδιορίζεται για όλες τις εκτιθέμενες δαπάνες, ποιος ήταν ο επικείμενος κίνδυνος βλάβης, που συνέτρεχε, για την αποτροπή του οποίου ενήργησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, αυτές (οι αιτιάσεις) είναι απορριπτέες ως αλυσιτελείς, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στηρίζει την απόφασή του αυτοτελώς στην ανωτέρω κύρια αιτιολογία του περί αοριστίας του προσδιορισμού των ένδικων κοινόχρηστων δαπανών, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης.

Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο πρώτος λόγος αναίρεσης. Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει στον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζει, ότι με την πληττόμενη απόφαση δεν λήφθηκαν υπόψη οι αγωγικοί ισχυρισμοί του σε σχέση με το κονδύλιο της εκκένωσης βόθρου, που παρότι αναφερόταν κατά ημερομηνία, αριθμό βυτίων, ποσό και ποσοστό συμμετοχής της εναγομένης, απορρίφθηκε ως αόριστο, ενώ απορρίφθηκαν ως αόριστες και οι εκτιθέμενες στο αναιρετήριο δαπάνες (κούρεμα και πότισμα φυτών και δένδρων, απολύμανση χώρων και κοινόχρηστων χώρων, αποφράξεις), χωρίς ειδικότερη μνεία στο σκεπτικό της.

Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος ομοίως απαραδέκτως βάλλουν κατά της ποσοτικής αοριστίας της αγωγής, η οποία δεν ερευνάται αναιρετικά κατ' άρθρο 560 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα. Με τον ίδιο λόγο ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα από την αντίδικό του και δη ότι η αγωγή είναι αόριστη, διότι δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της, αφενός μεν α) γιατί οι αξιούμενες με την αγωγή κοινόχρηστες δαπάνες ήταν αναγκαίες, αφετέρου δε β) ποιος ήταν ο επικείμενος κίνδυνος, προς αποτροπή του οποίου ενήργησε ο ενάγων τις αξιούμενες δαπάνες.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι μη νόμιμες, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν περιορίζεται από το περιεχόμενο του περί αοριστίας λόγου έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, καθόσον η αοριστία του δικογράφου της αγωγής λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Προσέτι, η α' αιτίαση στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενώ η β' αιτίαση αφορά στην επάλληλη αιτιολογία περί αοριστίας της προσβαλλόμενης και προβάλλεται αλυσιτελώς, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στον πρώτο λόγο.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο δεύτερος λόγος αναίρεσης. Ο από τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώληση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο (ΑΠ 981/2020).

Αντίθετα, δεν αποτελούν πράγματα, με την έννοια της παραπάνω διάταξης, τα αποδεικτικά μέσα, όπως η επίκληση δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας (ΑΠ 131/2019, ΑΠ 111/2010). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρ. 339 και 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ η δικαστική ομολογία, που αφορά στην ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, αποτελεί αποδεικτικό μέσο, που όταν γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε.

Όταν δε το δικαστήριο, παρότι τη δικαστική αυτή ομολογία επικαλέσθηκε ο ωφελούμενος διάδικος, δεν την έλαβε υπόψη κι έτσι κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από αυτήν, ιδρύεται ο από το άρθρ. 559 αρ. 11γ' του ίδιου κώδικα λόγος αναίρεσης (ΑΠ 990/2011), αντίστοιχος του οποίου δεν προβλέπεται με το άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση με την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία της εναγομένης με τις πρωτόδικες προτάσεις της περί της καταβολής από τον ενάγοντα των ένδικων κοινόχρηστων δαπανών, την οποία (δικαστική ομολογία της αντιδίκου του) επικαλέσθηκε ο τελευταίος στην κατ' έφεση δίκη.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η δικαστική ομολογία δεν συνιστά πράγμα, αλλά αποδεικτικό μέσο, από δε τη μη λήψη υπόψη αυτού δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατ' άρθρο 560 του ΚΠολΔ, πέραν του ότι στην προκειμένη περίπτωση το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης και για την εκφορά του απορριπτικού πορίσματός του δεν στηρίχθηκε στην εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06-07-2021 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 136/10-09-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1762/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ