Supreme Court dismisses appeal in inheritance dispute, upholding lower court's assessment of evidence and facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Court of Appeal in Evvia regarding an inheritance dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider her claims regarding lack of consent for a declaration and did not address specific allegations of perjury. The court ruled that the appeal arguments were inadmissible as they merely denied the lower court's findings rather than establishing new grounds, and the appeal was baseless because the appellate decision already referenced the relevant facts without requiring verbatim citation of the indictment. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was forfeited, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 571, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a lower court's evaluation of evidence and factual findings is inadmissible if it merely denies those findings without establishing independent grounds, and is baseless if the appellate decision has already addressed the relevant facts and circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 248 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 248/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. Ρ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Νικολαρόπουλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Γ. του Δ. και Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Τσακανίκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 315/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-12-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 16-12-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 16/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την από 26-10-2017 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Ε. Κ., κατά της αριθμ. 315/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που είχε απορρίψει ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την από 16-6-2014 εισαχθείσα ενώπιον του αγωγή της, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί το δικαίωμα της ως νομίμου μεριδούχου επί της κληρονομιαίας περιουσίας της αποβιωσάσης φυσικής μητέρας της Σ. Γ., να αναγνωριστεί ότι η νόμιμη μοίρα της επί της πλασματικής και πραγματικής κληρονομιαίας περιουσίας της Σ. Γ. προσβάλλεται κατά το ποσό των 22.437,50 ευρώ, επίσης ν' ανατραπεί ως άστοργη η αναφερόμενη γονική παροχή της ως άνω αποβιωσάσης προς την εναγόμενη κατά ποσοστό 14,95%, και να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το ποσό των 2.421,90 ευρώ που αφορά στα ωφελήματα που αντιστοιχούν στο ποσοστό της νόμιμης μοίρας της επί της μισθωτικής αξίας του ακινήτου που της μεταβιβάστηκε με την προαναφερόμενη γονική παροχή. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙ.α. Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 ΠΚ). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑK. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων.
Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.
ΚΠολΔ, 57 ΚΠΔ, 197 ΚΔΔ). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας.
Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως.
Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του ΚΠολΔ, θα καθίστατο κενό γράμμα.
Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού.
Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 ΚΠΔ), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων, ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 ΚΠολΔ).
Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, και να την δεχθεί κατ' ουσίαν.
Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Επίσης, απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα.
Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, ενώ στην πολιτική δίκη για την κατάφαση αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες.
Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών.
Έτσι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται.
Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι: 1) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, 2) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, 3) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, 4) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά.
Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ.ΑΠ4/2020, ΑΠ 1332/2021).
β. Από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1839 και 1843 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι ο δικαιούμενος νόμιμη μοίρα τη λαμβάνει και εναντίον της θέλησης του διαθέτη, αλλ` ο τελευταίος, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, μπορεί να στερήσει το δικαιούχο της νόμιμης μοίρας του και μόνο για ορισμένους λόγους, οι οποίοι περιοριστικώς αναφέρονται στο νόμο (αποκλήρωση υπό στενή έννοια) και οι οποίοι πρέπει να υπάρχουν κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη.
Ειδικότερα ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον κατιόντα του για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1840 ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται (με αριθμό 3) και η περίπτωση που ο κατιών έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση, κατά του διαθέτη ή του συζύγου του. Δεν απαιτείται μεν και καταδίκη από το ποινικό δικαστήριο, αλλά το δικαστήριο που εξετάζει το λόγο της αποκλήρωσης, τον οποίο οφείλει να αποδείξει εκείνος που την επικαλείται, πρέπει να εξετάσει παρεμπιπτόντως την ύπαρξη των στοιχείων κακουργήματος ή πλημμελήματος.
Με βάση την κρατούσα εκάστοτε ηθική και κοινωνική αντίληψη κρίνεται πότε το πλημμέλημα είναι "σοβαρό", το ζήτημα δε αν τα επικαλούμενα και δεκτά γενόμενα γεγονότα φέρουν ή μη χαρακτήρα "σοβαρού" πλημμελήματος, είναι νομικό (Α.Π 22/2019, Α.Π 5/2019, ΑΠ 1406/2012, ΑΠ 146/2009). Στην έννοια του σοβαρού πλημμελήματος εντάσσεται και η ψευδής καταμήνυση και η συκοφαντική δυσφήμηση κατά του διαθέτη ή του συζύγου του.
Εξάλλου, για να είναι έγκυρη η αποκλήρωση με την στενή έννοια, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) να γίνει με διάταξη τελευταίας βούλησης (διαθήκη), β) να υπάρχει βούληση του διαθέτη να στερήσει τον κατιόντα του από τη νόμιμη μοίρα του, η οποία μπορεί να έχει διατυπωθεί ρητά (με τον όρο "αποκληρώνω" ή άλλη παρεμφερή έκφραση, όπως π.
χ. "στερώ από τη νόμιμη μοίρα") ενδέχεται, όμως, και να προκύπτει ερμηνευτικά από το περιεχόμενο της διαθήκης, γ) να συντρέχει λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ, των οποίων αποκλείεται η διεύρυνση ή η αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του κατιόντος προς το διαθέτη και την οικογένεια του, δ) να αναφέρεται ο λόγος αποκλήρωσης στη διαθήκη, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου, ως προς το ποιον από τους προβλεπόμενους λόγους αποκλήρωσης εννοεί ο διαθέτης, ε) να υφίσταται ο λόγος αποκλήρωσης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι το θάνατο του διαθέτη και στ) να μην έχει δοθεί συγγνώμη εκ μέρους του τελευταίου.
Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως συμβαίνει, όταν η αποκλήρωση έγινε χωρίς νόμιμο λόγο ή όταν ο λόγος της αποκλήρωσης που αναφέρεται στη διαθήκη δεν είναι αληθινός ή έγινε για λόγο, για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη, η αποκλήρωση είναι άκυρη και ισχύει ως αποκλεισμός του μεριδούχου από την εξ αδιαθέτου διαδοχή.
Κατά συνέπεια, ο αποκληρωθείς λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, αλλά όχι πλέον αυτής, διότι κατά το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις της διαθήκης, εφόσον δεν γίνεται επίκληση και δεν αποδεικνύεται νόμιμος λόγος ακυρότητας ή ακυρώσιμου της διαθήκης (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 1349/2005).
γ. Κατά το άρθρο 229 παρ. 1 του ΠΚ το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως τελεί όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι` αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε- σκόπευε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.
Κατά δε το άρθρο 363 εδ. α' σε συνδ. με το άρθρο 362 εδ.α του Π.Κ., το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης τελεί όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, το οποίο γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται ο ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.
δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (Α.Π 1332/2021).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους, για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (Α.Π 781/2020).
Ακόμη κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π 59/2020, ΑΠ 1420/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 2-7-2012 απεβίωσε στην ...
η Σ. χήρα Δ. Γ., το γένος Μ. και Γ. Φ., κάτοικος εν ζωή .... Η ως άνω αποβιώσασα κατέλειπε κατά το χρόνο του θανάτου της ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς της τα τρία τέκνα της και, ειδικότερα, την εναγόμενη, την Α. Γ. και τον Κ. Γ.. Η ενάγουσα τυγχάνει φυσικό τέκνο της ανωτέρω αποβιωσάσης που υιοθετήθηκε από τον Δ.
Κ. και την Ε. σύζ. Δ. Κ. δυνάμει της υπ' αριθμό 23.421/1967 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ως εκ τούτου διατηρεί κληρονομικό δικαίωμα επί της κληρονομιάς της ανωτέρω αποβιωσάσης φυσικής μητέρας της σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2447/1996, εφόσον αυτή υιοθετήθηκε ενώ ετύγχανε ανήλικη πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του Ν. 2447/1996 και δεν προκύπτει ότι εντάχθηκε πλήρως στην οικογένεια των θετών γονέων της κατά τη διαδικασία που προβλέπεται από την προαναφερόμενη διάταξη....Περαιτέρω, η ως άνω αποβιώσασα κατέλειψε την υπ' αριθμό ...
δημόσια διαθήκη της που συντάχθηκε από τον συμβολαιογράφου ... Β. Π. (και η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμό ... πρακτικό του Ειρηνοδικείου ...) σύμφωνα με την οποία εγκατέστησε ως κληρονόμους της τα τέκνα της και, πιο συγκεκριμένα, όρισε ότι: "...Α) Στον υιό μου Κ. αφήνω α) την υπ' αριθμόν ... δασική έκταση στη θέση "..." εμβαδού έξι [6] στρεμμάτων και β) αυτό που του έχω δώσει κατά το παρελθόν δια συμβολαίου.
Β) Στην θυγατέρα μου Μ. δεν αφήνω κάτι διότι της έχω αφήσει ακίνητη περιουσία κατά το παρελθόν δια συμβολαίου και εκτός των άλλων, συγκεκριμένα και οικόπεδο με οικία εντός οικισμού ... ... Εύβοιας. Την οικία αυτή την έχει κατασκευάσει εξ ολοκλήρου η θυγατέρα μου Μ. με δικά της χρήματα και έξοδα. Γ) Στην θυγατέρα μου Α.
δεν αφήνω κάτι διότι της έχω αφήσει ακίνητη περιουσία κατά το παρελθόν δια συμβολαίου και εκτός των άλλων, συγκεκριμένα και οικόπεδο με οικία εντός οικισμού ... Εύβοιας. Την οικία αυτή, η οποία είναι παλαιά την συντηρεί εξ ολοκλήρου για πολλά χρόνια με δικά της έξοδα η θυγατέρα Α. Δ) Στη θυγατέρα μου Ε. δεν αφήνω κάτι και την αποκληρώνω διότι με έχει ψευδώς μηνύσει για πλαστογραφία και απάτη, με συκοφαντεί στο χωριό που μένω, δεν με φροντίζει και δεν ενδιαφέρεται για εμένα καθόλου και γι' αυτό την θεωρώ αχάριστη και είμαι πολύ δυσαρεστημένη από αυτήν ....".
Από τα παραπάνω προκύπτει με σαφήνεια ότι κληρονομούμενη αποκλήρωσε την ενάγουσα με την ως άνω διάταξη της διαθήκης της στην οποία αναφέρεται ως δικαιολογητικός λόγος της αποκλήρωσης η συνδρομή λόγων από εκείνους που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1840 αρ. 3 και 4 Α.Κ.. Σχετικά με τη συνδρομή των ανωτέρω λόγων αποκλήρωσης αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα είχε υποβάλει ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας την από 24-2-2011 μήνυσή της κατά της ως άνω μητέρας της, της εναγομένης και των έτερων φυσικών αδελφών της, Α.
και Κ., καθώς επίσης και κατά του τότε αντιδημάρχου του Δήμου ... Κ. Π., με την οποία ζήτησε την ποινική δίωξη των μηνυμένων για τα αδικήματα της πλαστογραφίας με χρήση, της απάτης, της ψευδούς βεβαίωσης και της χρήσης αυτής και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση. Ειδικότερα, με την προαναφερόμενη μήνυση η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι η μητέρα της και τα αδέλφια της πλαστογράφησαν από κοινού την υπογραφή της στην από 10-5-2007 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 που υπέβαλαν στον Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων ("Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.") προκειμένου να αποδεχθούν και στη συνέχεια να μεταβιβάσουν στη μητέρα τους Σ.
τα δικαιώματα ενιαίας ενίσχυσης από την καλλιέργεια ελαιόδεντρων που λάμβανε ο αποβιώσας κατά το έτος 2006 πατέρας τους Δ. Γ. ενώ, ακολούθως κατέθεσαν την παραπάνω υπεύθυνη δήλωση στον αρμόδιο υπάλληλο του "Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε." και κατ' αυτό τον τρόπο πέτυχαν να εισπράξουν παράνομα το ποσό των 633,00 ευρώ το οποίο αναλογούσε στα ανωτέρω δικαιώματα οικονομικής ενίσχυσης για τα έτη 2007 έως 2010 με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας της μηνύτριας εφόσον η τελευταία εμφανίστηκε ότι αποδεχόταν τη γενόμενη μεταβίβαση του αναλογούντος σ' αυτήν ποσοστού της ως συγκληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της στα δικαιώματα ενιαίας ενίσχυσης.
Παράλληλα, με την ίδια μήνυση μηνύθηκε και ο Κ. Π. για το λόγο ότι βεβαίωσε ψευδώς το γνήσιο της υπογραφής της μηνύτριας στην προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση υπό την ιδιότητα του αντιδημάρχου του Δήμου ... πράξη που τελέστηκε, κατά τους ισχυρισμούς της μηνύτριας κατόπιν προτροπής των λοιπών μηνυόμενων. Βάσει της ανωτέρω μήνυσης ασκήθηκε αρμοδίως ποινική δίωξη σε βάρος των ως άνω μηνυόμενων για τα αδικήματα της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού, της απάτης από κοινού, της ψευδούς βεβαίωσης της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση από κοινού και της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης από κοινού και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας το οποίο με την υπ' αριθμό 3752, 3763/2013 απόφαση του:
α) έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί σε βάρος της μητέρας της ενάγουσας Σ. Γ. λόγω του θανάτου της τελευταίας στις 2-7-2012, β) κήρυξε αθώους τους Α. Γ., Κ. Γ. και Μ. Γ. εφόσον έγινε δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα ως άνω πρόσωπα είχαν πλαστογραφήσει την υπογραφή της ενάγουσας στην προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση αλλά και σε κάθε περίπτωση επειδή δεν προέκυψε η στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης των ανωτέρω αδικημάτων ενόψει του ότι υπήρχε η σιωπηρή τουλάχιστον συναίνεση της ενάγουσας για τη θέση της υπογραφής της στην επίμαχη υπεύθυνη δήλωση από τρίτο πρόσωπο και γ) κήρυξε ένοχο τον Κ.
Π. για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης καθόσον έγινε δεκτό ότι κατά την ημέρα που βεβαίωσε, υπό την πιο πάνω ιδιότητα του, το γνήσιο της υπογραφής της ενάγουσας στην υπεύθυνη δήλωση, η ενάγουσα δεν ήταν παρούσα και ως εκ τούτου δεν έθεσε την υπογραφή της ενώπιόν του. Ωστόσο, μετά από άσκηση έφεσης κατά της ανωτέρω απόφασης, ο κατηγορούμενος Κ.
Π. κηρύχθηκε αθώος με την υπ' αριθμό 64/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνταν η υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία είχε κηρυχθεί ένοχος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Περαιτέρω, με αφορμή την υποβολή της ανωτέρω μήνυσης η μητέρα της ενάγουσας, Σ.
Γ., υπέβαλε σε βάρος της θυγατέρας της την από 21-6-2012 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με την οποία ζήτησε την ποινική δίωξη της τελευταίας για τα ποινικά αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμισης και της ψευδορκίας αναφορικά με τα πραγματικό περιστατικό που η ενάγουσα ανέφερε στην προγενέστερη από 24-2-2011 μήνυσή της.
Με βάση την παραπάνω έγκληση της Σ. Γ. ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της ενάγουσας για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και κατόπιν παραπομπής της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκδόθηκε η υπ' αριθμό 1519/2017 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας σύμφωνα με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης με την αιτιολογία ότι η έγκληση είχε υποβληθεί μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπεται στο νόμο και κατά τα λοιπά αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ λόγω της απουσίας των μαρτύρων.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ' αριθμό ... απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας με την οποία η ενάγουσα κηρύχθηκε αθώα για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα με την αιτιολογία ότι αυτή δεν είχε δόλο τέλεσης των πράξεων για τις οποίες κατηγορούνταν. Από όλα τα παραπάνω και ανεξάρτητα από την έκβαση που είχαν οι ως άνω ποινικές υποθέσεις οι οποίες εκδικάστηκαν μετά το θάνατο της κληρονομούμενης και στα πλαίσια της παρεμπίπτουσας εξέτασης από το δικαστήριο τούτο της τέλεσης ή μη σοβαρού πλημμελήματος σε βάρος της κληρονομούμενης ώστε να κριθεί η βασιμότητα του λόγου αποκλήρωσης που αναφέρεται στην ως άνω δημόσια διαθήκη, προκύπτει ότι η ενάγουσα τέλεσε σε βάρος της μητέρας της την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης εφόσον το περιεχόμενο της ως άνω από 24-2-2011 μήνυσής της ήταν ψευδές αναφορικά με την εκ μέρους της μητέρας της διάπραξη των ποινικών αδικημάτων της πλαστογραφίας με χρήση, της απάτης, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και σε χρήση ψευδούς βεβαίωσης.
Ειδικότερα, μέχρι και το έτος 2009 οι σχέσεις της ενάγουσας με τη μητέρα της Σ. Γ. (αλλά και με την εναγόμενη και τα άλλα αδέλφια της) ήταν καλές, με την ενάγουσα να επισκέπτεται τακτικά τη μητέρα της και να φιλοξενείται στην οικία της τελευταίας στην .... Στα πλαίσια των ως άνω αρμονικών σχέσεων τους η ενάγουσα είχε εμπιστοσύνη στη μητέρα και τα αδέλφια της και για το λόγο αυτό υπέγραφε διάφορα έγγραφα που της υποδείκνυαν η μητέρα και τα αδέλφια της και μάλιστα κατά το παρελθόν είχε θέσει την υπογραφή της ακόμη και σε λευκό χαρτί προκειμένου η μητέρα της να λάβει κάποιο επίδομα (βλ.
απολογία της ενάγουσας στα υπ' αριθμό 2594/2017 πρακτικά και απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας). Επιπλέον, στα ίδια ως άνω πλαίσια των καλών σχέσεων που διατηρούσε έως και το καλοκαίρι του έτους 2009 με τα ως άνω συγγενικά της πρόσωπα, η ενάγουσα δεν είχε κανένα πρόβλημα να δίνει τη συναίνεση της και να υπογράφουν για λογαριασμό της διάφορα έγγραφα όπως και την επίμαχη υπεύθυνη δήλωση την οποία σε κάθε περίπτωση θα υπέγραφε αν είχε ενημερωθεί προς τούτο (βλ.
ανωμοτί κατάθεση της ενάγουσας υπό την ιδιότητα της ως πολιτικώς ενάγουσας στα υπ' αριθμούς ... πρακτικά και απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας και στα υπ' αριθμό 64/2015 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας). Ωστόσο, οι σχέσεις της ενάγουσας με την μητέρα της και τα αδέλφια της διαταράχθηκαν μετά την κατάρτιση του υπ' αριθμό ...
συμβολαίου γονικής παροχής με το οποίο η μητέρα της ενάγουσας μεταβίβασε στη θυγατέρα της Α. Γ. το οικόπεδο με την οικία και τα λοιπά κτίσματα που αναφέρονται στο πιο πάνω συμβόλαιο, πράξη που προφανώς δυσαρέστησε την ενάγουσα η οποία εκδήλωσε τη δυσαρέσκεια της με την επίδοση προς την εναγόμενη και στα έτερα αδέλφια της, Α.
Γ. και Κ. Γ., της από 31-7-2009 εξώδικης γνωστοποίησης και δήλωσης της με την οποία γνωστοποιούσε την πρόθεση της να μην απεμπολήσει τα κληρονομικά δικαιώματα της επί της κληρονομιάς του αποβιώσαντος κατά το έτος 2006 πατέρα τους Δ. Γ. και παράλληλα, διαμαρτυρόταν για την ανέγερση εκ μέρους της εναγόμενης οικοδομής σε κληρονομιαίο, κατά τους ισχυρισμούς της, ακίνητο ζητώντας από την τελευταία χρήματα προκειμένου να της μεταβιβάσει το επικαλούμενο ποσοστό συγκυριότητας που διέθετε επί του ακινήτου ως συγκληρονόμος του αποβιώσαντος πατέρα τους.
Κατόπιν των ανωτέρω, κατά την ίδια χρονική περίοδο (καλοκαίρι του έτους 2009) η ενάγουσα απευθύνθηκε στον "Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε." από τον αρμόδιο υπάλληλο του οποίου έμαθε ότι τα δικαιώματα της για λήψη οικονομικής ενίσχυσης ως συγκληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της είχαν μεταβιβαστεί στη μητέρα της (βλ. ανωμοτί κατάθεση της ενάγουσας υπό την ιδιότητα της ως πολιτικώς ενάγουσας στα υπ' αριθμούς ...
πρακτικά και απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας), γεγονός που υποδηλώνει ότι τουλάχιστον από το καλοκαίρι του έτους 2009 η ενάγουσα γνώριζε τα σχετικά με τη φερόμενη πλαστογραφία της υπογραφής της από τη μητέρα της στην ως άνω υπεύθυνη δήλωση που στη συνέχεια υποβλήθηκε προς τον "Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε." για τη λήψη της αντίστοιχης οικονομικής ενίσχυσης.
Ωστόσο, παρά τα παραπάνω, η ενάγουσα επέλεξε μετά από ενάμιση και πλέον έτος και αφού είχε μεσολαβήσει και η κατάρτιση του υπ' αριθμό ... συμβολαίου γονικής παροχής (με το οποίο η μητέρα της ενάγουσας μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην εναγόμενη το περιγραφόμενο στο εν λόγω συμβόλαιο οικόπεδο), να υποβάλει σε βάρος της μητέρας της την από 24-2-2011 μήνυσή της προκειμένου αυτή να αποτελέσει μέσο πίεσης για τη διευθέτηση των διαφορών που θεωρούσε ότι υπήρχαν σχετικά με την κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα της αλλά και επειδή προφανώς αισθανόταν αδικημένη από το γεγονός ότι η μητέρα της είχε αρχίσει να διαθέτει την περιουσία της στα άλλα αδέλφια της με σκοπό αποκλεισμού της ίδιας.
Από τα παραπάνω προκύπτει το συμπέρασμα ότι η ενάγουσα είχε σκοπό να καταμηνύσει ψευδώς τη μητέρα της με την υποβολή της ως άνω μήνυσης εφόσον γνώριζε ότι τα καταγγελθέντα με τη μήνυση περιστατικά ήταν ψευδή δεδομένου ότι: α) Υπέβαλε τη μήνυση ενάμιση και πλέον έτος μετά την εκ μέρους της γνώση (κατά τους ισχυρισμούς της ίδιας ως προς το χρόνο γνώσης της) των ως άνω ποινικών αδικημάτων που ισχυρίστηκε ότι είχε διαπράξει η μητέρα της και αφού είχαν διαταραχθεί κατά τα προεκτεθέντα οι σχέσεις τους και διαπίστωσε ότι η μητέρα της είχε αρχίσει τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων της προς τα αδέλφια της με ορατό τον κίνδυνο αποξένωσης της ίδιας από μέρος τουλάχιστον της περιουσίας αυτής, β) γνώριζε ότι είχε παράσχει τη σιωπηρή τουλάχιστον συναίνεση της για την υπογραφή της επίμαχης υπεύθυνης δήλωσης κατά το χρόνο της υπογραφής της (2007) αφού η ίδια κατέθεσε ότι: "Το 2007 είχα υπογράψει σε λευκό χαρτί προκειμένου τα αδέρφια μου να κάνουν κάποιες συναλλαγές τότε ίσως υπέγραφα να περάσει το επίδομα στη μητέρα μου." (βλ.
ανωμοτί κατάθεση της ενάγουσας υπό την ιδιότητα της ως πολιτικώς ενάγουσας στα υπ' αριθμό 64/2015 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας) και σε κάθε περίπτωση θα υπέγραφε την παραπάνω υπεύθυνη δήλωση αν της το ζητούσε η μητέρα της (βλ. την υπ' αριθμό .../1-12-2016 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Σ. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Κ. - Μ.), γ) δεν προκύπτει ότι από το χρόνο θανάτου του πατέρα της (2006) έως και την υποβολή της ανωτέρω μήνυσης είχε προβάλει οποιεσδήποτε αντιρρήσεις σχετικά με την είσπραξη της οικονομικής ενίσχυσης από τον "Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε." από τη μητέρα της παρά το ότι γνώριζε το γεγονός τούτο, δ) ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι δεν γνώριζε ότι η μητέρα της εισέπραττε την ανωτέρω οικονομική ενίσχυση και κατά το μέρος που αντιστοιχούσε στο ποσοστό της ίδιας (ενάγουσας) ως συγκληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της αλλά έμαθε γι' αυτό κατά το καλοκαίρι του έτους 2009, μπορούσε ευχερώς να επιδιώξει την εξωδικαστική διευθέτηση του ζητήματος τόσο στα πλαίσια των αρμονικών σχέσεων που διατηρούσε έως τότε με τη μητέρα της όσο και ενόψει του μικρού μέρους που αναλογούσε στην ίδια από την ως άνω οικονομική ενίσχυση βάσει του ποσοστού της επί της κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατέρα της (ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 633,00 ευρώ για τα έτη 2007 έως και 2010 όπως η ίδια αναφέρει στην από 24-2-2011 μήνυσή της) παρά να υποβάλει την παραπάνω μήνυση σε βάρος της μητέρας της που διένυε τότε το 82° έτος της ηλικίας της.
Παράλληλα, εκτός του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης με την υποβολή της ανωτέρω μήνυσης η ενάγουσα αποσκοπούσε στο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της μητέρας της μέσω της διάδοσης ψευδών γεγονότων αφού τα αναφερόμενα στη μήνυση ψευδή περιστατικά έγιναν γνωστά στη μικρή κοινωνία της ... όπου κατοικούσε η μητέρα της ενάγουσας και αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης από τρίτους με αποτέλεσμα να προκληθούν αρνητικά σχόλια σε βάρος της μητέρας της ενάγουσας αφού η τελευταία εμφανίστηκε ως πλαστογράφος και απατεώνας και κατ' αυτό τον τρόπο επλήγη η προσωπικότητα της (βλ.
την υπ' αριθμό .../30-11-2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ. Γ. ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Β. Π. και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα Α. Γ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου). Ενόψει των ανωτέρω η ενάγουσα τέλεσε σε βάρος της μητέρας της τα πλημμελήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμισης τα οποία, κατά τις κρατούσες ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις και υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκαν, είναι σοβαρά κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1840 αρ. 3 ΑΚ και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος αποκλήρωσης της ενάγουσας που περιλήφθηκε στην υπ' αριθμό ...
δημόσια διαθήκη της μητέρας της κρίνεται βάσιμος και, επομένως, η ενάγουσα νομίμως στερήθηκε του δικαιώματος νόμιμης μοίρας επί της κληρονομιάς της μητέρας της και τούτο σε συνδυασμό με το ότι δεν προέκυψε η παροχή συγγνώμης από τη διαθέτιδα (ούτε και προβλήθηκε τέτοια ένσταση από την ενάγουσα) μέχρι το θάνατο της εφόσον οι σχέσεις της με την ενάγουσα δεν βελτιώθηκαν αλλά, αντίθετα, μετά το καλοκαίρι του έτους 2009 η ενάγουσα έπαψε να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με τη μητέρα της, δεν ενδιαφέρθηκε για την κατάσταση της υγείας της παρά το ότι ήταν υπερήλικη και δεν παραβρέθηκε καν στην κηδεία της.
Με βάση τα παραπάνω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση που παραδεκτά και νόμιμα προέβαλε η εναγόμενη σχετικά με τη συνδρομή του ως άνω λόγου αποκλήρωσης της ενάγουσας και στη συνέχεια απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και, επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με το σχετικό λόγο της έφεσης θα πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα και, συνακόλουθα, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη στο σύνολό της η κρινόμενη έφεση εφόσον δεν υφίσταται προς εξέταση άλλος λόγος της.".
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση η οποία δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την καταλυτική της αγωγής ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ότι η διαθέτης μητέρα και των δύο διαδίκων με την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη της, αποκλήρωσε την ενάγουσα διότι αυτή τέλεσε εις βάρος της τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης τα οποία κατά τις κρατούσες ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις και υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκαν, είναι σοβαρά κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1840 αρ. 3 Α.Κ και απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την υπό κρίση αγωγή.
ΙΙΙ. ι. Η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε, παραβιάζοντας το υπέρ αυτής τεκμήριο αθωότητας, διότι έκρινε ότι τέλεσε εις βάρος της διαθέτιδας φυσικής μητέρας της τα σοβαρά πλημμελήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ενώ ως προς το πρώτο αδίκημα έχει αθωωθεί δυνάμει της 2594/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας και ως προς το δεύτερο έχει παύσει η ποινική δίωξη εξαιτίας του εκπροθέσμου της εγκλήσεως της πράξης δυνάμει της 1519/2017 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου και επομένως τεκμαίρεται αθώα.
Επίσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές των προαναφερόμενων ποινικών αποφάσεων, θεωρώντας ότι αυτή (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) τέλεσε τα σοβαρά αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, εις βάρος της διαθέτιδας μητέρας της, κρίνοντας βάσιμο τον λόγο αποκλήρωσης της κατ'άρθ. 1840 παρ. 3 του Α.Κ κατ' αποδοχή της σχετικής ένστασης της εναγομένης και ήδη αναιρεσήβλητης.
Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός της ένδικης αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές των αμετάκλητων αποφάσεων δυνάμει των οποίων η ενάγουσα - αναιρεσείουσα αθωώθηκε για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως και έπαυσε η ποινική δίωξη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.
Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση, καθόσον ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις ως άνω αποφάσεις, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία τους ως προς τους λόγους απαλλαγής της ενάγουσας (τότε κατηγορουμένης) και ήδη αναιρεσείουσας, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή της, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του παραγομένου τεκμηρίου αθωότητάς της για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε και αθωώθηκε για την μία και έπαυσε η ποινική δίωξη για την άλλη. ii.
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης και με τον τέταρτο λόγο αυτής η αναιρεσείουσα, προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 1840 παρ. 3 Α.Κ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 229 παρ.1 και 363, 362 Π.Κ. (όπως ο Π.Κ είχε πριν την τροποποίηση με τον Ν. 4619/2019) και 216 παρ. 1 του Π.Κ., ως προς την αποδοχή του ισχυρισμού της εναγομένης περί αποκλήρωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας από την μητέρα της, λόγω διαπράξεως εις βάρος της (διαθέτιδας) των αναφερόμενων σοβαρών πλημμελημάτων.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές που έχουν εκτεθεί, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, πλην αυτής του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ., η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του και με τον τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αναίρεσης είναι αβάσιμα.
Τούτο δε διότι σχετικά με την συνδρομή των λόγων αποκλήρωσης σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είχε υποβάλει ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας την από 24-2-2011 μήνυσή της κατά της μητέρας της, με σκοπό να την καταμηνύσει ψευδώς για τα αδικήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, της απάτης, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και σε χρήση ψευδούς βεβαίωσης, αν και γνώριζε ότι τα καταγγελθέντα με την μήνυση περιστατικά ήταν ψευδή, καθόσον η μητέρα της ενάγουσας είχε τουλάχιστον την σιωπηρή συναίνεσή της να προβεί στην υπογραφή της επίμαχης υπεύθυνης δήλωσης, για λογαριασμό της (ενάγουσας), προκειμένου να λάβει αυτή το σύνολο των δικαιωμάτων ενιαίας ενίσχυσης που είχε όσο ζούσε ο πατέρας της.
Παρατίθενται επίσης στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης τα όσα εν γνώσει της ψευδή γεγονότα διέλαβε στην προαναφερόμενη μήνυσή της, η ενάγουσα - αναιρεσείουσα σε βάρος της μητέρας της τα οποία έγιναν γνωστά στην μικρή κοινωνία της ... όπου κατοικούσε η τελευταία και τα οποία ήταν πρόσφορα και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της, καθώς και ότι αποσκοπούσε να μειώσει την τιμή και την υπόληψη της μητέρας της μέσω της διάδοσης των προαναφερόμενων ψευδών γεγονότων.
Δεν είναι δε αντιφατικές οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ενάγουσα είχε υπογράψει στο παρελθόν άλλα έγγραφα που της υπεδείκνυε η μητέρα της και ταυτόχρονα ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα να δίνει την συναίνεσή της και να υπογράφει για λογαριασμό της όταν της το ζητούσε η μητέρα της και ταυτόχρονα ότι είχε παράσχει σιωπηρή συναίνεση προς την μητέρα της για την υπογραφή του επίμαχου εγγράφου, διότι δεν αλληλοαναιρούνται μεταξύ τους, αλλά είναι δυνατόν να συντρέχουν συγχρόνως.
Τέλος, η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι δεν γνώριζε ότι η μητέρα της εισέπραττε την ανωτέρω οικονομική ενίσχυση και κατά το μέρος που αντιστοιχούσε στο ποσοστό της ίδιας (ενάγουσας) ως συγκληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της, αλλά έμαθε γι' αυτό κατά το καλοκαίρι του έτους 2009, μπορούσε ευχερώς να επιδιώξει την εξωδικαστική διευθέτηση του ζητήματος τόσο στα πλαίσια των αρμονικών σχέσεων που διατηρούσε έως τότε με τη μητέρα της όσο και ενόψει του μικρού μέρους που αναλογούσε στην ίδια από την ως άνω οικονομική ενίσχυση βάσει του ποσοστού της επί της κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατέρα της, δεν στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά είναι πλεοναστική προς ενίσχυση της παραδοχής ότι η ενάγουσα είχε σκοπό να καταμηνύσει την μητέρα της.
Στο σημείο τούτο πρέπει ν'αναφερθεί ότι οι αιτιάσεις στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ότι στην μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης δεν περιλαμβάνονται οι διατάξειςτων άρθρων 229 παρ.1 , 363 και 362 και 216 παρ. 1 του Π.Κ., δεν αρκούν από μόνες τους, για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα παρατίθενται στην υπό στοιχ.
ΙΙβ νομική σκέψη.
ΙV. Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 εδάφιο α` του άρθρου 529 ΚΠολΔ, στην κατ`έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά τη κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια.
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας ότι στην κατ` έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα εγγράφων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα έγγραφα τα οποία προσάγονται για πρώτη φορά σε αυτό, εάν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια.
Η κρίση αυτή του Εφετείου περί παραδεκτής ή μη προσκομιδής νέων αποδεικτικών μέσων, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π 120/2022, ΑΠ 809/2020, ΑΠ 670/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, σε σχέση με την .../22-11-2018 ένορκη βεβαίωση, που συντάχθηκε μετά την πρωτόδικη δίκη ενώπιον του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στο ..., δέχθηκε, ανέλεγκτα αναιρετικά, ότι δεν λαμβάνεται υπόψη, διότι αποτελεί απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, καθόσον μπορούσε να προσκομισθεί στην πρωτόδικη δίκη αλλά από βαρειά αμέλεια της εκκαλούσας δεν προσκομίστηκε.
Συνεπώς, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα αναιρετικά, ότι η παράλειψη προσκομιδής της άνω ένορκης βεβαίωσης στην πρωτόδικη δίκη και η προσκόμισή της για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη οφείλεται σε βαριά αμέλεια της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια α. της παρά το νόμο μη λήψεως υπόψη της άνω προσαχθείσας με επίκληση, ένορκης βεβαίωσης και β.
της κήρυξης απαραδέκτου του εν λόγω αποδεικτικού μέσου και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ και 14 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ως αναγόμενος στη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα. V. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.
γ' του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που λήφθηκαν υπόψη.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 306/2021, ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 259/2009). Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα (Α.Π 181/2020).
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που, με επίκληση, προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, αν αυτό έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 964/2020, ΑΠ 1203/2013, ΑΠ 847/2011), δηλαδή, ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, το δε αποδεικτικό αυτό μέσο (κυρίως έγγραφο) δεν αντικρούεται ούτε σχολιάζεται στην απόφαση (ΑΠ 970/2017, ΑΠ 1700/2011, ΑΠ 507/2010).
Ειδικώς, η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ναι μεν δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή του αθωωθέντος από την αστική ευθύνη, ακόμη και αν ταυτίζονται τα πραγματικά περιστατικά της αστικής δίκης με αυτά της προηγηθείσας ποινικής τοιαύτης, το πολιτικό δικαστήριο, όμως, έχει υποχρέωση, να συνεκτιμήσει την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, λόγω της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου και να την αξιολογήσει, ως ισχυρό τεκμήριο, χωρίς να διαλαμβάνει κρίσεις που να σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε ερμηνεία ως προς τους λόγους απαλλαγής του κατηγορουμένου, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως της ορθότητας της απαλλακτικής απόφασης, σύμφωνα και με όσα στην υπό στοιχ.
ΙΙα νομική σκέψη έχουν αναφερθεί (ΟλΑΠ 4/2020, Α.Π 862/2022, ΑΠ 964/2020, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 365/2019, ΑΠ 125/2018, ΑΠ 808/2017, ΑΠ 806/2017). Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρθρου 559 αριθμ. 11γ Κ.Πολ.Δ και ειδικότερα διότι δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα α) την υπ'αριθμ. 2594/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας μετά του πιστοποιητικού αμετακλήτου αυτής, με την οποία κρίθηκε αθώα για την ψευδή καταμήνυση της μητέρας της Σ.
Γ., διότι δεν υπήρχε πρόθεση αυτής να προκαλέσει την ποινική της δίωξη. β) την από 21-11-2011 έκθεση εξέτασης χωρίς όρκο της Σ. Γ. στο Α.Τ Λίμνης Ευβοίας μετά του από 21-11-2011 σημειώματος της προς παροχή εγγράφων εξηγήσεων επί της από 24-2-2011 μήνυσης της (αναιρεσείουσας). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγομένης και της χωρίς όρκο κατάθεση της ενάγουσας που εξετάστηκαν νομότυπα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου, τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την ενάγουσα υπ' αριθμούς ...
ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Αιγάλεω Ν. Αττικής Ε. Κ. μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης, τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την εναγόμενη υπ' αριθμούς ... ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που δόθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Β. Π. μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας και όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι μη αμφισβητηθείσες από τους διαδίκους φωτογραφίες, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (για ορισμένα από τα οποία γίνεται ειδικότερη αναφορά χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της κρινόμενης διαφοράς), σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα της αποδοχής ως κατ'ουσία βασίμου του ισχυρισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης περί αποκληρώσεως της ενάγουσας από την διαθέτιδα μητέρα του δυνάμει της αναφερόμενης δημόσιας διαθήκης της, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλα τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και τα ανωτέρω έγγραφα δηλαδή την από 21-11-2011 έκθεση εξέτασης χωρίς όρκο της Σ.
Γ. στο Α.Τ Λίμνης Ευβοίας μετά του από 21-11-2011 σημειώματος της προς παροχή εγγράφων εξηγήσεων επί της από 24-2-2011 μήνυσης της (αναιρεσείουσας) και την υπ' αριθμ. 2594/2017 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, της οποίας μάλιστα γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση (στις σελίδες 9 και 10), χωρίς να αμφισβητείται η ορθότητα της σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν κατά την απόρριψη του πρώτου κατά το πρώτο σκέλος του λόγου αναίρεσης.
VI. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ.
ΑΠ25/2003, Ολομ.ΑΠ3/1997, Ολομ.ΑΠ11/1996). Υπό την έννοια δε αυτή, πράγμα αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, αφού αποτελεί παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως που θεμελιώνει την έφεση (ΑΠ 1640/2009). Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (Ολομ.ΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625, ΑΠ 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης .
Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (Ολομ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 15/2020, Α.Π 1154/2015, ΑΠ 701/2008).
Επίσης, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ.
ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 230/2016, ΑΠ 571/2004). Περαιτέρω η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ορισμένο ή αόριστο ένστασης, ως προς την έκθεση σ` αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του επικαλουμένου κανόνα δικαίου (ποσοτική αοριστία), υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένο ή αόριστο τον ισχυρισμό, λαμβάνοντας υπόψη στην πρώτη περίπτωση γεγονότα καίτοι δεν διαλαμβάνονταν στο προβληθέντα ισχυρισμό ή μη λαμβάνοντας στη δεύτερη περίπτωση υπόψη γεγονότα που διαλαμβάνονταν σ` αυτόν (Α.Π 1289/2019, ΑΠ 1096/2008).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, διότι ως προς την προβαλλόμενη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ένσταση περί αποκληρώσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατ'άρθ. 1840 παρ. 3 Α.Κ, το Εφετείο έκρινε αυτή ορισμένη λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα τα οποία δεν διαλαμβάνονται στον πιο πάνω ισχυρισμό και ειδικότερα ότι δεν περιγράφονται τα περιστατικά τα οποία συγκροτούν τα αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφήμησης και δεν κήρυξε απαράδεκτο ως αόριστο τον ισχυρισμό αυτό.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι η προβαλλόμενη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση περί αποκληρώσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας την οποία επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου, μετά από παραδεκτή επισκόπηση κατ'άρθ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ των προτάσεων, περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1840 παρ.3 Α.Κ., όπως στην υπό στοιχ.
ΙΙβ και ΙΙγ νομική σκέψη αναφέρονται και ειδικότερα ότι η αποκλήρωση της ενάγουσας έγινε με την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη της μητέρας της Σ. Γ. με την οποία εκφράστηκε η βούληση της να στερήσει από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα την νόμιμη μοίρα της, διότι η τελευταία είχε διαπράξει εις βάρος της μητέρας της, (χωρίς να απαιτείται καταδίκη από ποινικό δικαστήριο) τα σοβαρά πλημμελήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Περαιτέρω, περιγράφονται τόσο ο τόπος και ο χρόνος όσο και τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τα πιο πάνω πλημμελήματα. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι προς θεμελίωση της κρίσης της περί αποδοχής της πιο πάνω ενστάσεως περί αποκληρώσεως, της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, καθόσον αυτή διέπραξε εναντίον της διαθέτιδος μητέρας της τα αναφερόμενα πλημμελήματα της συκοφαντικής δυσφημίσεως και της ψευδούς καταμηνύσεως, δεν έλαβε υπόψη της τα όσα αναφέρονται στο δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου εφέσεως της με τον οποίο αρνείτο αιτιολογημένα την πιο πάνω ένσταση.
Ειδικότερα με τον λόγο αυτό κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν έλαβε υπόψη τα προτάθέντα από αυτήν με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου εφέσεως της ότι δεν υπήρξε ποτέ συναίνεση της για την υπογραφή της επίμαχης υπεύθυνης δήλωσης την οποία (συναίνεση) ποτέ δεν επικαλέστηκε η μητέρα της και κατά το δεύτερο σκέλος του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προτάθέντα από αυτήν με τον ίδιο λόγο έφεσης ότι δεν αναφέρονται τα περιστατικά που περιλαμβάνονται στην μήνυση της και ποια εξ αυτών ήταν ψευδή.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι ο σχετικός λόγος έφεσης δεν θεμελιώνει αυτοτελή ισχυρισμό κατά της ασκηθείσας δια της προβληθείσας υπό της εναγομένης ενστάσεως περί αποκληρώσεως της ενάγουσας, αλλά αποτελεί άρνηση της ενστάσεως αυτής και κρίσεις της τελευταίας που αντλεί κατά την εκτίμησή της από τις αποδείξεις.
Κατά το δεύτερο σκέλος του ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το τελεσθέν από την ενάγουσα κατά της μητέρας της πλημμέλημα της ψευδούς καταμήνυσης, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται κατά την απόρριψη του τέταρτου λόγου αναίρεσης, χωρίς ν'απαιτείται η παράθεση αυτολεξεί της υποβληθείσας από την ενάγουσα μήνυσης.
Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται σε όλους τους πιο πάνω λόγους, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανέλεγκτα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι αξιολογήσεις των αποδεικτικών μέσων, οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που εξάγει η ίδια από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και που αναφέρονται στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την μη υποκειμένη σε αναίρεση εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ).
Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 16-12-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 16/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 16-12-2020 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Εύβοιας.
VΙΙ Τέλος, στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείβλητης κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της, το οποίο η τελευταία νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-12-2020 αίτηση για αναίρεση της 16/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ