Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling substantive facts and evidence evaluation are not reviewable on appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a corporate dispute. The appellants argued that the appellate court failed to consider specific documents proving their share ownership and the respondent's tax status. The court rejected these claims, stating that the lower court had duly considered all evidence and that factual assessments are not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; Appeals are limited to procedural defects and do not permit re-examination of the evaluation of substantive facts or evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 248 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 248/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. - Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Ν. - Λ. - Σ. Μ. - Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Μαραβέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "EVITAMOR S.A.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ντέσκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2486/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5367/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/1/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 15.01.2019 και με αριθμό κατάθεσης 35/16.01.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 5367/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία επί της ασκηθείσας από τους εναγόμενους έφεσης κατά της 2486/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της από 01.07.2015(με αριθμό κατάθεσης 2481/10.07.2015)αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση των διαδίκων (άρθρο 68 ΚΠολΔ), η παράβαση των οποίων αφορά ουσιαστικό απαράδεκτο (ΑΠ 1728/2009, ΑΠ 2001/2009) και ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 προβλεπόμενο λόγο (ΟλΑΠ 25/2008,ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 932/2018, ΑΠ 1938/2017).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή της ενάγουσας αλλοδαπής εταιρείας, αφού αυτή κατά την άσκησή της δεν είχε έννομο συμφέρον και δεν νομιμοποιείτο προς τούτο, ούτε είχε νόμιμη εκπροσώπηση ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά ουσιαστικό και όχι δικονομικό απαράδεκτο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενό του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 1401/2008, ΑΠ 654/2007).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 717/2018).
Έτσι αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το εφετείο απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί στο εφετείο νόμιμα (ΑΠ 1169/2019).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία εκείνος που ισχυρίζεται ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος, που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση.
Για τη νομιμοποίηση δηλαδή αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ' αρχήν να ασκεί επιρροή, αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αναληθής. Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του άρθρου 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ, "όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος". Επίσης κατά το άρθρο 64 παρ.2 ΚΠολΔ, τα νομικά πρόσωπα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η ανώνυμη εταιρεία, παρίστανται στο δικαστήριο με όποιον τα εκπροσωπεί.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το πρώτο σκέλος των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο κρίνοντας την αγωγή της αντιδίκου τους εταιρείας παραδεκτή, δεχόμενη ότι αυτή είχε έννομο συμφέρον και ότι νομιμοποιείτο στην άσκησή της και ότι είχε και νόμιμη εκπροσώπηση ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, καθόσον δεν ελήφθησαν υπόψη οι ισχυρισμοί τους ότι οι μετοχές της ενάγουσας εταιρείας ανήκουν στην αποκλειστική τους κυριότητα, νομή και κατοχή ήδη από το 1996, και ως εκ τούτου παράνομα εμφανίζεται ο πρώην σύζυγος (της πρώτης) και θετός πατέρας (του δεύτερου) Κ.Κ., κύριος των μετοχών και ελέγχων την ενάγουσα εταιρεία, η οποία, είτε ως παναμέζικη εταιρεία, είτε εφόσον ήθελε εκληφθεί ως ελληνική εταιρεία, με βάση την πραγματική της έδρα στην Ελλάδα, στερείται νόμιμης εκπροσώπησης ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, αφού βάσει του ελληνικού δικαίου, θεωρούμενη ανυπόστατη ως ανώνυμη εταιρεία και ως "εν τοις πράγμασι" (de facto) ομόρρυθμη εταιρεία, δεν μπορεί να υφίσταται ως μονοπρόσωπη (μη κεφαλαιουχική) εταιρεία.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι. Και τούτο διότι οι εν λόγω ισχυρισμοί, όπως παρατίθενται στο αναιρετήριο, όπως από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, δεν προτάθηκαν στο πρωτόδικο δικαστήριο, ούτε στο Εφετείο με λόγο έφεσης.
Επομένως, εφόσον οι ισχυρισμοί αυτοί προτείνονται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να υπάγονται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ούτε για ισχυρισμούς που δεν μπορούν να προβληθούν στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 138 εδ. α', 139 και 180 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Εικονική, συνεπώς, είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος.
Έτσι στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, συμβαλλομένων, για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 382/2009).
Ειδικότερα στην εικονικότητα της σύμβασης πώλησης ακινήτου δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός, για τον οποίο έγινε η ελαττωματική δήλωση, εκτός αν υποκρύπτεται άλλη δικαιοπραξία, ενώ καμία επιρροή δεν ασκεί στο κύρος της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης, το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο.
Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πώλησης είναι εικονική ή όχι, συνεκτιμώντας στοιχεία, όπως ο σκοπός και η καταβολή ή μη του τιμήματος (ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 218/2010). Ακόμη, σύμφωνα με όσα γίνονται δεκτά, για την κατάφαση της εικονικότητας δικαιοπραξίας, απαιτείται ο εικονικώς δηλών να μην επιθυμεί στην πραγματικότητα την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της πραγματοποιηθείσας δικαιοπραξίας.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Κ. Κ. είναι ναυτιλιακός επιχειρηματίας και κύριος μέτοχος της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) εταιρείας. Το έτος 1976 αγόρασε στο όνομα της ενάγουσας εταιρείας του τα υπό στοιχεία Β1 και Β2 διαμερίσματα της πολυκατοικίας που ευρίσκεται στον Πειραιά...
Ο Κ. Κ. από το έτος 1981 είχε συνδεθεί συναισθηματικά με την πρώτη των εναγομένων (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), με την οποία τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο... Το έτος δε 1997 υιοθέτησε τον δεύτερο εναγόμενο-φυσικό τέκνο της πρώτης από τον πρώτο της γάμο (και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα)... Ήταν μέτοχος ναυτιλιακών εταιρειών και διέθετε από την αρχή της γνωριμίας του με την πρώτη εναγομένη σημαντική κινητή και ακίνητη περιουσία, εν αντιθέσει με αυτή, η οποία δεν είχε προσωπικά εισοδήματα παρά μόνο ένα διαμέρισμα στην Γλυφάδα από τους γονείς της.
Ο ανωτέρω δεν ήθελε να διατηρεί προσωπική περιουσία λόγω των κινδύνων που διέτρεχε συνεπεία τυχόν ναυτιλιακών ατυχημάτων. Οι αγοραπωλησίες δε ακινήτων συντελούνταν μέσω εταιρειών συμφερόντων του ή φυσικών προσώπων της εμπιστοσύνης του. Μετά την ψήφιση του νόμου 3091/2002, με τον οποίο επιβλήθηκε ειδικός φόρος σε ακίνητα εξωχωρίων εταιρειών, που ευρίσκονται στην Ελλάδα, ο ως άνω έκρινε ότι ήταν οικονομικά ασύμφορη η διατήρηση της κυριότητας επί των εν λόγω διαμερισμάτων από την ενάγουσα εταιρεία, πλην όμως δεν επιθυμούσε για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, την μεταβίβαση των εν λόγω ακινήτων στο δικό του όνομα.
Για τον λόγο αυτό αποφασίσθηκε μεταξύ των διαδίκων η εικονική μεταβίβαση αυτών στους εναγόμενους. Έτσι καταρτίσθηκε το υπ' αριθμ…./2003 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Λαμπρινής Σταμάτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο η ενάγουσα δια του νομίμου αντιπροσώπου της Γ. Β. μεταβίβασε τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες λόγω πώλησης, κατά μεν την επικαρπία στην πρώτη εναγομένη, κατά δε την ψιλή κυριότητα στον δεύτερο εναγόμενο.
Η εν λόγω πώληση όμως είναι εικονική καθόσον οι δηλώσεις αμφοτέρων των συμβληθέντων μερών, του αντιπροσώπου της ενάγουσας Γ. Β. και των εναγομένων δεν έγιναν στα σοβαρά αλλά φαινομενικά, το γεγονός δε αυτό γνώριζαν όλα τα συμβληθέντα μέρη. Ως τίμημα της πώλησης ορίσθηκε το ποσό των 351.088 ευρώ, ίσο με την αντικειμενική αξία των ακινήτων, το οποίο δεν καταβλήθηκε από τους εναγομένους, όπως συνομολογείται.
Τους φόρους των εν λόγω διαμερισμάτων τους κατέβαλε πάντοτε ο Κ. Κ., καθόσον η πρώτη εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε δεν διέθετε προσωπικά εισοδήματα, πάντοτε δε αυτά ευρίσκοντο στην σφαίρα της εξουσίας του, διότι ήδη πριν από την ως άνω εικονική πώλησή τους κατοικούσαν σ' αυτά οι γονείς του μέχρι τα έτη 2007 και 2012 που απεβίωσε αντίστοιχα καθένας εξ αυτών.
Από τον Απρίλιο δε του έτους 2014 διαμένει σ' αυτά ο ίδιος λόγω της διάσπασης της έγγαμης συμβιώσεώς του με την πρώτη εναγομένη. Τα εν λόγω ακίνητα ποτέ δεν τα διαχειρίστηκαν οι εναγόμενοι, ούτε αυτά ποτέ βρέθηκαν στην κατοχή τους, καθόσον σ' αυτά, όπως προαναφέρθηκε κατοικούσαν οι γονείς του. Η δε ως άνω πώληση έγινε προς διευκόλυνσή του και ποτέ δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί η εντύπωση στους εναγομένους-εκκαλούντες ότι αυτά (διαμερίσματα) ανήκουν σ' αυτούς.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός αυτών περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας εταιρείας του για την άσκηση της ένδικης αγωγής, τον οποίον πρότειναν ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ήδη επαναφέρουν με σχετικό λόγο έφεσης.... Τα αναφερόμενα από την ενάγουσα στα εν λόγω δικόγραφα...
εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο και δεν δύνανται να οδηγήσουν αυτό (Δικαστήριο) στην κρίση ότι κάτω από την εικονική πώληση καλύπτεται δωρεά, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι τα μέρη ήθελαν αυτή (δωρεά). Ο Κ. Κ. εμπιστευόμενος τους εναγόμενους, οι οποίοι αποτελούσαν την οικογένειά του, τους πώλησε εικονικά δια της ενάγουσας εταιρείας του τα ανωτέρω διαμερίσματα, μη δυνάμενος ποτέ να διανοηθεί ότι αυτοί ενεργούντες τόσο αγνωμόνως και αχαρίστως θα προσπαθούσαν εκμεταλλευόμενοι την αγάπη του και την εμπιστοσύνη του προς αυτούς να διεκδικήσουν τα δύο αυτά ακίνητα, με τα οποία δεν είχαν καμία σχέση.
Το μέγεθος δε της κακοπιστίας τους αποδεικνύεται από την προαναφερόμενη συμπαιγνία τους με τον φερόμενο ως δανειστή τους Α. Α.... με μόνο σκοπό να εκδιώξουν τον Κ. Κ. από αυτά και να τα καρπωθούν κατόπιν οι ίδιοι υπό το πρόσχημα ότι αυτά τους τα δώρησε ο Κ. δια της ενάγουσας εταιρείας του. Ο αδελφός της πρώτης εναγομένης...
με πειστικότητα και σαφήνεια κατέθεσε ότι η ένδικη πώληση ήταν εικονική και οι εναγόμενοι δεν είχαν καμία σχέση με τα επίδικα, ούτε ποτέ έμειναν σ' αυτά, ούτε τα εκμεταλλεύθηκαν, ούτε τα μίσθωσαν σε τρίτους, πραγματική κυρία αυτών ήταν η ενάγουσα εταιρεία συμφερόντων του Κ. Κ.. Η πρώτη εναγομένη δεν είχε δικά της εισοδήματα...
όλα της τα προσέφερε πλουσιοπάροχα ο Κ., του οποίου την μεγάλη προσφορά τόσον προς την ίδια όσον και προς τον υιόν της ... ποτέ δεν αναγνώρισαν οι εναγόμενοι και η συμπεριφορά τους προς αυτόν δεν ήταν η πρέπουσα". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη από 1-7-2015 αγωγή, με την οποία η αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η επίδικη σύμβαση είναι εικονική και άκυρη, είναι βάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 2486/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως (με την εφαρμογή της), την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη σχετική νομική σκέψη, εφόσον σύμφωνα με τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάφαση του εν λόγω κανόνα δικαίου, καθώς ειδικότερα παρακάτω εκτίθεται.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί εφαρμογής του άρθρου 138 ΑΚ, το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες).
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η επίδικη σύμβαση πώλησης και αναφέρει ρητώς αφενός ότι η επίδικη μεταβίβαση από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξωχώρια (παναμαϊκή) εταιρεία του ακινήτου της που βρίσκεται στην Ελλάδα, δια του νομίμου αντιπροσώπου της, προς τους ανωτέρω εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, δεν έγινε στα σοβαρά, αλλά φαινομενικά, και επομένως υπήρξε εικονική, και αφετέρου ότι το γεγονός αυτό το γνώριζαν όλα τα συμβληθέντα μέρη.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι, κατά το δεύτερο σκέλος τους, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι αναιρεσείοντες, επίσης, με τον ως άνω τρίτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλουν αιτιάσεις για αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι απαράδεκτες, διότι στο σύνολό τους αφορούν τα επιχειρήματα του Εφετείου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, και δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο για αντιφατικότητα (αιτιολογιών).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 403 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όταν συντρέχει λόγος εξαίρεσης του μάρτυρα, που δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά προβάλλεται κατ' ένσταση του αντιδίκου εκείνου του διαδίκου, που προσάγει το μάρτυρα προς εξέταση, πρέπει η ένσταση αυτή να προτείνεται πριν ορκισθεί ο μάρτυρας.
Αν δε προτείνεται μετά την όρκιση και δεν αποδεικνύεται εγγράφως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, για το παραδεκτό δε του σχετικού λόγου της αναίρεσης για μη κήρυξη απαράδεκτης ή άκυρης της κατάθεσης μάρτυρα, για τον οποίο συνέτρεχε ο σχετικός λόγος αποκλεισμού του, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι τηρήθηκαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις για το παραδεκτό προβολής του λόγου μη εξέτασης του μάρτυρα (ΑΠ 263/1989 ΕλλΔνη 31.527).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με την παρ.3 του άρθρου 1 άρθρο δεύτερου Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016, κατά τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ. 4 του ίδιου Νόμου, "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, "1.Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.
Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση". Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, μοναδική προϋπόθεση για το παραδεκτό της λήψης υπόψη ως αποδεικτικών μέσων των ενόρκων βεβαιώσεων, αποτελεί η προηγούμενη, πριν από δύο(2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κλήτευση του αντιδίκου του προκαλέσαντος την εξέταση διαδίκου.
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενώ κατά την παρ. 2 της ίδιας διάταξης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά τη κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στη πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρεία αμέλεια.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι ο διάδικος μπορεί να επικαλεσθεί και προσκομίσει για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και νέα αποδεικτικά μέσα, όπως ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομοτύπως, ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 280/2000), κατά μείζονα δε λόγο εάν αυτές λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προς προσθήκη και αντίκρουση ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου μετά τη συζήτηση και πριν την έκδοση της οριστικής του απόφασης.
Εξ άλλου το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να διαλάβει αιτιολογία του λόγου για τον οποίο δέχεται αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, η δε από αυτό λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων εμπεριέχει σιωπηρά την παραδοχή ότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δεν συνέτρεχε περίπτωση στρεψοδικίας ή βαρείας αμέλειας του προσκομίσαντος αυτά διαδίκου (ΑΠ 927/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο που την εξέδωσε, παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη την ένορκη κατάθεση ως μάρτυρος του Κ. Κ. που εξετάστηκε στις 2-3-2017 στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τον οποίο συνέτρεχε ο επικαλούμενος λόγος αποκλεισμού του ως έχοντος άμεσο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, ενώ έλαβε υπόψη του και τη δοθείσα από τον ίδιο υπ' αριθμ.
…/…-5-2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Άννας-Κλαύδιας Εράσμου Κωνσταντίνου, που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη, προς αντίκρουση των ενόρκων βεβαιώσεων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το σκέλος που αφορά την εξέταση του ως άνω μάρτυρος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο λόγος εξαιρέσεώς του είχε προβληθεί πριν από την όρκιση του, ενώ και από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης δεν προκύπτει ότι οι εναγόμενοι πρότειναν ως ένσταση τον λόγο της μη εξέτασης του συγκεκριμένου μάρτυρα πριν αυτός ορκιστεί.
Σε κάθε περίπτωση δε, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι στο σύνολό του απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον τόσο κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (2-3-2017), όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης στο Εφετείο(17-5-2018), με την παρ. 1 του άρθρου 1 άρθρου δεύτερου του ν. 4335/2015 είχε ήδη καταργηθεί ο αριθμ.3 του άρθρου 400 του ΚΠολΔ, που όριζε ότι δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα, που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη, και συνεπώς δεν υφίστατο νόμιμος λόγος εξαίρεσης εξέτασης του ως άνω μάρτυρος της αναιρεσίβλητης.
Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να λάβει υπόψη του την μετ' επικλήσεως προσκομισθείσα από την εφεσίβλητη - ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, υπ' αριθμ. …/…-5-2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς, η οποία, δόθηκε και προσκομίσθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριό του, εντός της τριήμερης προθεσμίας προσθήκης - αντίκρουσης(άρθρ.524 παρ.1 εδ.
β' ΚΠολΔ), ύστερα από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εκκαλούντων-εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, και εφόσον επέτρεψε τούτο το Δικαστήριο προς αντίκρουση των ενόρκων βεβαιώσεων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι τελευταίοι, αφενός δεν παραβίασε κάποιο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφετέρου δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Επομένως, ο τέταρτος από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τόσο την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου του παραπάνω μάρτυρος, όσο και την προσκομισθείσα στο Εφετείο ένορκη βεβαίωση του ίδιου μάρτυρος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ σημειώνεται ότι ο λόγος αυτός, ως προς την αιτίαση περί εσφαλμένης κρίσης ως προς το ότι ο άνω μάρτυρας δεν ήταν εξαιρετέος, επειδή αφορά δικονομικού δικαίου διάταξη, η εσφαλμένη εφαρμογή δεν ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με το σχετικό τμήμα του λόγου τούτου αναίρεσης από τους αναιρεσείοντες είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.
Συνεπώς, ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και είχαν προσκομισθεί σε άλλη πολιτική ή ποινική δίκη, δεδομένου ότι αυτές, εφόσον δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίηση τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που ελήφθησαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 5/2020,ΑΠ 736/2016,ΑΠ 897/2014, ΑΠ 254/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη του, μεταξύ των άλλων, και την υπ' αριθμ. …/…-11-2015 ένορκη βεβαίωση του αδελφού της πρώτης αναιρεσείουσας Μ. Σ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά Ζαφειρίας Σουρή, χήρας Εράσμου Κωνσταντίνου, που προσκόμισε με επίκληση η αναιρεσίβλητη, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προς προσθήκη και αντίκρουση ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου μετά τη συζήτηση και πριν την έκδοση της οριστικής του απόφασης, προς αντίκρουση των ενόρκων βεβαιώσεων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, και η οποία (ένορκη βεβαίωση) δόθηκε στο πλαίσιο άλλης προηγούμενης δίκης μεταξύ των διαδίκων και την οποία συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Με τον προβαλλόμενο δε πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αριθμ. 11 α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την ανωτέρω υπ' αριθμ. …/…-11-2015 ένορκη βεβαίωση, χωρίς να αναφέρει ότι αυτή είχε ληφθεί μετά από νόμιμη κλήτευσή τους, κάνοντας μνεία και της σχετικής έκθεσης επιδόσεως από την οποία να προκύπτει ότι αυτοί πράγματι είχαν κλητευθεί νόμιμα, και, επίσης, ότι κακώς εκτίμησε αυτήν ως δικαστικό τεκμήριο.
Ο άνω λόγος είναι απαράδεκτος, αφού το δικαστήριο της ουσίας νομίμως έλαβε υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, που είχε προσκομισθεί σε προηγούμενες δίκες μεταξύ των διαδίκων, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι αυτή είχε ληφθεί χωρίς κλήτευση των αναιρεσειόντων.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ` όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου καθενός, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 253/2018).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 569/2017, ΑΠ 188/2017).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη από το Εφετείο νομίμως ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα των ισχυρισμών των τελευταίων ότι οι μετοχές της αναιρεσίβλητης εταιρείας ανήκουν στην αποκλειστική τους κυριότητα, νομή και κατοχή από το έτος 1996, ότι η αντίδικός τους αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν ήταν φορολογικά ενήμερη στις αρμόδιες αρχές της έδρας της στον ...
μέχρι τουλάχιστον και το έτος 2014 και ότι η πρώτη των αναιρεσειόντων διέθετε δική της ακίνητη περιουσία. Ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα εξής έγγραφα: α)την από 15.06.1995 απόδειξη παράδοσης στην πρώτη αναιρεσείουσα είκοσι πέντε(25)μετοχικών τίτλων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, β)ένα πιστοποιητικό των αρμοδίων αρχών του ... (με τη νόμιμη μετάφρασή του) για τη (μη) φορολογική ενημερότητα της αντίδικης εταιρείας και γ)τα από 12-7-2011 και 19-7-2012 αντίγραφα εντύπου Ε2, που υποβλήθηκαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
για την ακίνητη περιουσία της πρώτης αναιρεσείουσας. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι ελήφθησαν υπ' υπόψη "... και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι...", αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν στους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για την απόδειξη των οποίων ρητά επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ` όψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναιρέσεως, έστω και μη ειδικώς μνημονευόμενα.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση, ότι η εκτίμηση από το Εφετείο των ανωτέρω εγγράφων, οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, απ` αυτό που εδέχθη το εν λόγω δικαστήριο, και συγκεκριμένα, αφενός, ότι ο Κ. Κ. δεν είναι κύριος μέτοχος της αναιρεσίβλητης εταιρείας και, αφετέρου, ότι υπήρχε πραγματική πρόθεση μεταβίβασης των ακινήτων της εταιρείας στους αναιρεσείοντες, είναι απαράδεκτος, καθ` όσον πρόκειται περί εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται, κατά τα προεκτεθέντα, σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής(άρθρ.176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.01.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5367/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ