248/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΦέρονται προς συζήτηση η από 13-10-2017 (με αριθμό καταθέσεως 49/2017 ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας) αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, καθώς και οι από 12-12-2017 παραδεκτώς και εμπροθέσμως (ΚΠολΔ 569) ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι της αναιρεσείουσας κατά του ίδιου αναιρεσιβλήτου και κατά της 247/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, οι οποίοι πρέπει να συνεκδικαστούν (ΚΠολΔ 246).
Legislator headnote
AI generated248/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 576 παρ.2).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 248 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 248/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα .
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμφιτρίτη Καραβίδα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Σ. Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν η 6/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 247/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-1-10-2017 αίτησή της και τους από 12-12-2017 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Φέρονται προς συζήτηση η από 13-10-2017 (με αριθμό καταθέσεως 49/2017 ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας) αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, καθώς και οι από 12-12-2017 παραδεκτώς και εμπροθέσμως (ΚΠολΔ 569) ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι της αναιρεσείουσας κατά του ίδιου αναιρεσιβλήτου και κατά της 247/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, οι οποίοι πρέπει να συνεκδικαστούν (ΚΠολΔ 246).
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή αν κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 142/2016). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις ….3 Β/12-12-2017 και …6 Β/23-1-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Ε. Κ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων αντίστοιχα, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλειά της, στον αναιρεσίβλητο(ΚΠολΔ 128 παρ.4). Κατά την παραπάνω δικάσιμο, όμως, κατά την οποία η υπόθεση(αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι αυτής λόγοι) εκφωνήθηκαν από την σειρά του οικείου πινακίου, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε.
Συνεπώς, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 576 παρ.2).
3. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 470/2018, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1529/2001).
Επομένως η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 536 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς ο εφεσίβλητος ν` ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση (εκτός αν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και δικάσει την υπόθεση κατ` ουσίαν). 4. Στη προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 18-11-2012 και με αριθ. κατάθεσης 115/23-11-2012 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ο ενάγων-εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος απασχόληση αυτού με την ειδικότητα του ελασματουργού στην επιχείρηση συντήρησης-καθαρισμού σκαφών θαλάσσης και ναυπήγησης πλοίων, της εναγομένης εταιρίας και ήδη εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, δυνάμει καταρτισθείσας τον Αύγουστο του 2007 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε λόγω άκυρης καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως την 27-9-2012, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας αυτής, να αναγνωριστεί, (μετά την μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό) η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από τον Οκτώβριο 2012 έως και τον Φεβρουάριο 2013, πλέον επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2012.
Περαιτέρω ισχυριζόμενος ότι διατηρεί κατά της εναγομένης αξιώσεις για τις καθόλο το επίδικο διάστημα πραγματοποιηθείσες ώρες υπερεργασίας, υπερωρίας για τη μη χορήγηση αναπληρωματικών ημερών ανάπαυσης, για προσαυξήσεις λόγω εργασίας του κατά τις ημέρες της Κυριακής, για αποδοχές και επιδόματα αδείας καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα των ετών 2007-2012 και Χριστουγέννων των ετών 2007-2011, ζήτησε μετά από περιορισμό κατά ένα μέρος του αρχικώς καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 18.362 ευρώ, που αντιστοιχεί στις αιτούμενες αποδοχές και επιδόματα αδείας και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει τα λοιπά αξιούμενα με την αγωγή για τις άνω αιτίες ποσά, όπως αυτά εξειδικεύονται στο αγωγικό δικόγραφο, κυρίως μεν βάσει της σύμβασης εργασίας του, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τον νόμιμο τόκο, αφότου κάθε μερικότερη αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Με την 6/2014 απόφαση του Πρωτοβαθμίου άνω Δικαστηρίου, η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά το ειδικότερο κονδύλιο της αγωγής που αφορούσε το δώρο Πάσχα 2012(720 ευρώ), τις αποδοχές αδείας έτους 2012(1248 ευρώ) καθώς και το επίδομα αδείας του 2012(624 ευρώ), απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η δια των προτάσεων ασκηθείσα ανταγωγή της εναγομένης, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της εγκυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και την κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ απόδοση του ποσού των 289 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος λόγω υπέρτερης αποζημίωσης απόλυσης, κρίθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν έγκυρη και δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας και επίσης το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεχθέν ως ουσιαστικά βάσιμη την καταλυτική της αγωγής ένσταση εξωδίκου συμβιβασμού, που πρότεινε η εναγομένη, απέρριψε την αγωγή κατά τα κονδύλια που αφορούσαν αξιώσεις του ενάγοντα για υπερωριακή απασχόληση, υπερεργασία και προσαύξηση 75% για εργασίας τις Κυριακές, για το μέχρι την σύναψη του εξωδίκου αυτού συμβιβασμού χρόνο(26-3-2012), (ήτοι από 1-1-2007 έως 26-3-2012), και για το επόμενο χρονικό διάστημα από 26-3-2012 έως 24-4-2012, την απέρριψε ως αναπόδεικτη, όσον αφορά τα κονδύλια αυτά.
Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τους διαδίκους. Ο ενάγων τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης του παραπονέθηκε με λόγο έφεσης μόνο για την παραδοχή εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης συμβιβασμού, που υποβλήθηκε από την εναγομένη και την απόρριψη επέκεινα ως αβασίμων των αξιώσεων αυτού για υπερεργασία, και υπερωρίες, για προσαυξήσεις λόγω εργασίας κατά τις Κυριακές και για τη μη χορήγηση αναπληρωματικών ημερών ανάπαυσης για όλο το επίδικο διάστημα από Αύγουστο 2007 έως 26-3-2012.
Η δε εναγομένη εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα με την έφεσή της, ζήτησε την απόρριψη ολόκληρης της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκδίκασε τις άνω εφέσεις και ερευνώντας, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 3 μείζονα σκέψη, αυτεπάγγελτα ως είχε εξουσία σύμφωνα με τα άρθρα 522, 525 και 536 ΚΠολΔ, το ορισμένο και την νομική βασιμότητα της αγωγής σχετικά με τις αγωγικές άνω αξιώσεις του ενάγοντος για αποδοχές υπερεργασίας, υπερωριών, για προσαυξήσεις λόγω εργασίας κατά τις Κυριακές και για τη μη χορήγηση αναπληρωματικών ημερών ανάπαυσης για όλο το επίδικο διάστημα από Αύγουστο 2007 έως 26-3-2012, οι οποίες(αξιώσεις αυτές), ερευνηθείσες, απερρίφθησαν από το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως ουσιαστικά αβάσιμες, έκρινε ότι η κρινόμενη αγωγή ως προς τις αξιώσεις αυτές κατέστη αόριστη λόγω του επιγενομένου με δήλωση του ενάγοντος που καταχωρίστηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας απόφασης ασαφούς περιορισμού του αιτήματος αυτών, που εμποδίζει την συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς που άχθηκε σε δικαστική κρίση.
Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τη σχετική της διάταξη και απέρριψε την αγωγή ως προς τα άνω κονδύλια ως αόριστη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εφ' όσον ο αναιρεσίβλητος ενάγων προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ότι με σχετικό λόγο της έφεσής του παραπονείτο με την έφεσή του για την κατ'ουσίαν απόρριψη της αγωγής του ως προς τις αξιώσεις του αυτές λόγω πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είχε κρίνει αντιθέτως και ζήτησε τη παραδοχή της αγωγής και ως προς αυτές, η δε αναιρεσείουσα-εναγομένη με την έφεσή της είχε ζητήσει την απόρριψη της αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 522, 525 και 536 ΚΠολΔ, διότι είχε μεταβιβαστεί το κεφάλαιο αυτό της αγωγής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και κατά συνέπεια είχε αυτό αυτεπάγγελτα την εξουσία από τα άρθρα αυτά να ερευνήσει το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής.
Εξάλλου κατ'άρθρο 536 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, εφόσον ο εφεσίβλητος έχει ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων και ο περί τούτου κατ'εκτίμηση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης και πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.
5. Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται, ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του κατά τους όρους του νόμου ή του καταστατικού του είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Σε αγωγή εναντίον νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση ανειλημμένης με σύμβαση υποχρέωσης του, δεν απαιτείται ν` αναφέρεται το όνομα του φυσικού προσώπου που σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό του εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά την κατάρτιση της σύμβασης, διότι το στοιχείο αυτό δεν ανάγεται στην νομιμοποίηση αλλά στο κύρος της σύμβασης, εάν όμως αμφισβητηθεί από το τελευταίο το κύρος της λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, ο ενάγων πρέπει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση να προτείνει και ν` αποδείξει την συνδρομή των στοιχείων, στα οποία θεμελιώνεται η εξουσία του ενεργήσαντος ως αντιπροσώπου του, το δε δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφαση του το φυσικό πρόσωπο που ανέλαβε για λογαριασμό του νομικού προσώπου και εκπροσώπησε αυτό νόμιμα στην συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων.
Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή παρά την ρητή αυτή αμφισβήτηση ο μεν ενάγων δεν προβεί στην σχετική συμπλήρωση και διευκρίνιση της αγωγής με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις κατ` άρθρο 224 εδ. β` Κ.Πολ.Δ. η αγωγή καθίσταται απαράδεκτη λόγω αοριστίας και δημιουργείται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 14 του αρ. 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης( ΑΠ 361/2009).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (Ολ.
Α.Π. 15/2000). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή(ΑΠ 656/2018).
Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωριστούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).
Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). 6. Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο, τέταρτο(εσφαλμένα αναγραφόμενο ως πέμπτο) και έβδομο λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 14 Κ.Πολ.Δ.
και συγκεκριμένα ότι, κατά την απόρριψη του παραδεκτά προταθέντος πρωτοδίκως και κατ` έφεση ισχυρισμού της με τον οποίο 1) αμφισβητήθηκε απ'αυτήν το ζήτημα της εκπροσώπησής της και επέκεινα το κύρος της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας και ότι ο ενάγων ούτε με δήλωση που να καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ούτε με τα δικόγραφα της εφέσεως και των προτάσεών του του πρώτου και δεύτερου βαθμού κατονόμασε φυσικό πρόσωπο της εταιρίας, με το οποίο συμβλήθηκε, και 2) προτάθηκε πρωτοδίκως και κατ'έφεση η ένσταση εξοφλήσεως των επιδικασθέντων με την πρωτοβάθμια απόφαση ποσών για επίδομα αδείας 2012(677,17 ευρώ) και αποδοχές αδείας 2012(1358,77 ευρώ), το εφετείο:
α) παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 61,67,68 και 70 ΑΚ(τρίτος και τέταρτος λόγοι) και 416 ΑΚ(έβδομος λόγος) β) στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ` αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα (έβδομος λόγος) γ) δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δ)αγνόησε προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία και ε) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδείξεων πληρωμής.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως διότι η αναιρεσείουσα επικαλείται μεν ότι προέβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως και κατ` έφεση τους ισχυρισμούς επί των οποίων οι λόγοι αυτοί στηρίζονται, όμως από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης προκύπτει ότι αυτή α) όσον αφορά τον ισχυρισμό της ότι αυτή αμφισβήτησε το κύρος της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος λόγω μη νόμιμης εκπροσώπησής της(εταιρίας) κατά την κατάρτισή της, δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό με συνοπτική έστω καταχώρησή του στα προαναφερθέντα πρακτικά(βλ. 2 και 3 σελίδα πρακτικών της 6/2014 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που προβάλλει συνοπτικώς όλους τους ισχυρισμούς του), στις δε από 20-11-2013 έγγραφες προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αναφέρει αυτολεξί " η παντελής έλλειψη αναφοράς στο αγωγικό δικόγραφο, του φυσικού προσώπου-νομίμου εκπροσώπου, με το οποίο ο ενάγων κατάρτισε την ένδικη σύμβαση, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί η εγκυρότητα ή ακυρότητα αυτής και οι εφαρμοστέες κατά περίπτωση διατάξεις", χωρίς δηλαδή να θέτει θέμα νόμιμης εκπροσώπησης της εταιρίας και επομένως ακυρότητας της σύμβασης και με τον ένατο λόγο της από 10-2-2014 έφεσής της, ισχυρίζεται ότι αμφισβητεί την εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, χωρίς όμως να επικαλεσθεί κάποιο λόγο παραδεκτής βραδείας προβολής του ισχυρισμού της αυτού, και β) όσον αφορά τον ισχυρισμό της περί εξοφλήσεως των επιδικασθέντων με την πρωτοβάθμια απόφαση ποσών για επίδομα αδείας 2012(677,17 ευρώ) και αποδοχές αδείας 2012(1358,77 ευρώ), δεν προέβαλε ομοίως τέτοιο ισχυρισμό με συνοπτική έστω καταχώρησή του στα προαναφερθέντα πρακτικά(βλ. 2 και 3 σελίδα πρακτικών της 6/2014 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που προβάλλει συνοπτικώς όλους τους ισχυρισμούς του), στις δε από 20-11-2013 έγγραφες προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αναφέρει αορίστως ότι " η είσπραξη από τον αντίδικο, πλέον ειδικώς, των δώρων εορτών, αποδοχών και επιδομάτων αδείας που αναλογούσαν στην εκάστοτε διάρκεια των εργασιακών του συμβάσεων" και με τον πρώτο λόγο της από 10-2-2014 έφεσής της, ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει στον ενάγοντα το επίδομα αδείας 2012 εξ 677,17 ευρώ και τμηματικώς τις αποδοχές αδείας του ίδιου έτους εκ 1.358,77 ευρώ, χωρίς όμως και πάλι να επικαλεσθεί κάποιο λόγο παραδεκτής βραδείας προβολής του ισχυρισμού της αυτού. 7.
Κατά το άρθρο 201 του ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης), κατά δε το άρθρο 207 παρ.1 του ιδίου ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης που τέθηκε σε δικαιοπραξία καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματα της, επομένως δε και ότι β)όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία το οποίο εξαρτήθηκε με αυτήν (δικαιοπραξία) από αναβλητική αίρεση, που πληρώθηκε ή που την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης (πλασματική πλήρωση), αυτός (που ασκεί το δικαίωμα) οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξίας, κατά τα προεκτεθέντα.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 202 ΑΚ "αν με την δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση". Επίσης κατά το άρθρο 871 Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μη έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενόμενη (Α.Κ. 174 και 180).
Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζομένου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται, πως αντιβαίνει ο συμβιβασμός στ` άρθρα 679 Α.Κ., 8 Ν 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι, έτσι, αποφεύγει ο εργαζόμενος ν` αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης.
Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνον από τον ένα των συμβαλλόμενων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, τυχόν, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό.
Ο συμβιβασμός που καταρτίζεται εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης, αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της παρ. 1 του άρθρου 293 του Κ.Πολ.Δικ., φέρει τον χαρακτήρα εξωδίκου συμβιβασμού και κρίνεται κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 871 του Α.Κ., με την σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση.
Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι ο εξώδικος συμβιβασμός, κρινόμενος, εφόσον συντρέχουν οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις, δεν καταργεί την δίκη, αλλά μπορεί να θεμελιώσει ένσταση ανατρεπτική, η οποία, αν προταθεί και αποδειχθεί, υποχρεώνει το δικαστήριο της ουσίας να ρυθμίσει το διατακτικό της αποφάσεώς του σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού και αποφανθεί, περαιτέρω, ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της δίκης.
Εξ άλλου, από την προεκτεθείσα αυτή διάταξη, συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για σύμβαση συμβιβασμού, αλλά ή για δωρεά, εάν υφίστανται οι γι' αυτήν απαιτούμενοι όροι (άρθρα 496, 498 Α.Κ.) ή για άφεση χρέους (άρθρο 454 Α.Κ.).
Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών δεν λαμβάνονται με την στενή τεχνική έννοια του όρου, αλλά υπό την ευρεία έννοια των συναλλαγών. Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους.
Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία. Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση.
Περαιτέρω, αν για την έννομη σχέση έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, δεν χωρεί συμβιβασμός, διότι ελλείπει ουσιώδες στοιχείο αυτού. Είναι δε το στοιχείο αυτό η φιλονικία ή η αβεβαιότητα για την ύπαρξη της έννομης σχέσεως που κρίθηκε. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..." και κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα "η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
8. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης και τον τρίτο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο μέρος του προσάπτει στην προσβαλλομένη(κατ'εκτίμηση ως προς τον πρόσθετο άνω λόγο) την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσής του και την ένσταση του συμβιβασμού κατ'ουσία παρά τον νόμο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου 202 και 871 ΑΚ, εκ των οποίων την πρώτη εφάρμοσε, καίτοι δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της.
Ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ότι με τη περιεχομένη στο από 26-3-2012 δελτίο εργατικής διαφοράς συμφωνία των διαδίκων, μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις λύθηκε η μεταξύ τους σοβαρή αβεβαιότητα με τη συμφωνία να καταβληθεί στον ενάγοντα ποσό 2000 ευρώ μέχρι την 15-4-2012 για όλες τις αξιώσεις του μέχρι την ημερομηνία αυτή(26-3-2012) και ότι η επίμαχη συμφωνία συνιστά έγκυρο εξώδικο συμβιβασμό κατά την έννοια του ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να έχει εξαρτηθεί η εγκυρότητα του συμβιβασμού αυτού από την διαλυτική αίρεση του ως άνω ποσού μέχρι την 15-4-2012, μετά την παρέλευση της οποίας τα αποτελέσματα του άνω συμβιβασμού ματαιώνονται, λόγω πληρώσεως της διαλυτικής αίρεσης, και ότι η προσβαλλομένη κατά παράβαση των άνω διατάξεων, δέχθηκε ότι πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση και ανατράπηκαν τα αποτελέσματα του εν λόγω συμβιβασμού, επειδή σε εκτέλεση της άνω συμφωνίας η πληρωμή ποσού 800 ευρώ στον ενάγοντα έλαβε χώρα σε αδιευκρίνιστο χρόνο και η πληρωμή του υπολοίπου ποσού 1200 ευρώ την 18-6-2012, ήτοι μετά την παρέλευση της 15-4-2012. 9.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικώς με το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, θέμα, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής και δη στις 03.02.2012 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας …. και ανέφερε όλες τις από την εργασία του αξιώσεις που διατηρούσε σε βάρος εναγόμενης μέχρι τον άνω χρόνο της προσφυγής, που περιλαμβάνει και το μεγαλύτερο μέρος του επιδίκου διαστήματος.
Ότι συγκεκριμένα στη μετ' αναβολήν συζήτηση της προκειμένης διαφοράς των διαδίκων την 16.02.2012 ο ενάγων, πλην των λοιπών αξιώσεων που προέβαλε για υπερεργασίες, υπερωρίες για, προσαυξήσεις λόγω εργασίας κατά τις Κυριακές και για μη χορήγηση αναπληρωματικών ημερών ανάπαυσης, αξιώσεις, οι οποίες ήδη κρίθηκαν απορριπτέες ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας τους, ανέφερε ότι διεκδικεί αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας για όλο το ανωτέρω διάστημα πλην του έτους 2011, καθώς και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα για όλα τα έτη απασχόλησής του στην εναγομένη.
Ότι κατ' αυτή τη συζήτηση δεν επήλθε συμφωνία, ενόψει του ότι ο παριστάμενος νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης Κ. Κ. δεν αναγνώρισε ότι οφείλει οιοδήποτε ποσό έναντι των άνω αξιώσεων του εργαζομένου. Ότι την 26.03.2012, όμως, επανήλθαν τα διάδικα μέρη και ενώπιον του κοινωνικού επιθεωρητή εργασίας Κ. Μ., με την παρουσία και του προέδρου του Συνδικάτου Μετάλλου Γ.
Ρ., μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις, συμφώνησαν να καταβληθεί στον προσφεύγοντα (ενάγοντα) έναντι όλων των ανωτέρω εκτεθεισών αξιώσεών του το ποσό των 2.000 ευρώ μέχρι στις 15.04.2012, ο δε προσφεύγων δήλωσε ότι με την καταβολή του άνω ποσού μέχρι την ως άνω ημερομηνία δεν θα έχει καμμία άλλη απαίτηση από τον εργοδότη του για τις ανωτέρω αιτίες.
Ότι η ανωτέρω συμφωνία αποτελεί συμβιβασμό κατά την έννοια του ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με τις αιτιολογίες της νομικής σκέψης που προηγήθηκε και δη εξώδικο, εφόσον κατ' αυτόν τον τρόπο λυόταν σοβαρή αβεβαιότητα των διαδίκων σε σχέση με τις πραγματικές προϋποθέσεις των αξιώσεων του προσφεύγοντος και με αμοιβαίες υποχωρήσεις αυτές επιλύθηκαν.
Ότι η σοβαρή αβεβαιότητα αναφερόταν στην ουσιαστική βασιμότητα των αξιώσεων του προσφεύγοντος και ήδη ενάγοντος - εφεσίβλητου - εκκαλούντος και στη δυσχέρεια απόδειξης των ουσιαστικών προϋποθέσεων αυτών λόγω της φύσης τους (υπερωριακή εργασία κ.λπ.), ενώ οι αμοιβαίες υποχωρήσεις τους συνίστανται για μεν τον ενάγοντα στο ότι παραιτήθηκε από το πέραν των 2.000 ευρώ μέρος των επίδικων αξιώσεων, το πραγματικό ύψος των οποίων τότε δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να προσδιορίσει, όπως ο ίδιος δήλωσε, για δε την εναγόμενη στο ότι αναγνώρισε ένα μέρος από αυτές, ήτοι 2000 ευρώ, καίτοι θεωρούσε αβάσιμο το σύνολο των διεκδικούμενων από τον προσφεύγοντα αξιώσεων.
Ότι η εγκυρότητα του συμβιβασμού αυτού εξαρτήθηκε από τη διαλυτική αίρεση της καταβολής του άνω ποσού μέχρι στις 15.04.2012, η οποία αποδεικνύεται ότι πληρώθηκε. Ότι ειδικότερα αποδεικνύεται μεν καταβολή ποσού 800 ευρώ, χωρίς όμως να προκύπτει η ημερομηνία καταβολής του, αφού στη σχετική απόδειξη που προσκομίζεται δεν υπάρχει ημερομηνία, καθώς και η καταβολή ποσού 1.200 ευρώ μεταγενέστερα και δη την 18.06.2012.
Ότι από την διατύπωση της άνω έγγραφης συμφωνίας σαφώς προκύπτει ότι πρόκειται περί διαλυτικής και όχι αναβλητικής αίρεσης καταβολής του άνω ποσού σε οιοδήποτε χρόνο, οπότε, με την πάροδο άπρακτης της τελευταίας καθορισθείσας προθεσμίας για την καταβολή, κατ' άρθρο 202 ΑΚ, έπαυσε η ενέργεια της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ήτοι του συμβιβασμού και τα διάδικα μέρη επανήλθαν στην προηγούμενη κατάσταση.
Ότι η εναγόμενη με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της ένδικης αγωγής, καταχωρισθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης, όλως αορίστως προέβαλε την ένσταση συμβιβασμού, αφού, κατ' άρθρο 262 ΑΚ, μόνη η αναφορά επιγραμματικά της άνω ένστασης χωρίς να εκτίθενται με σαφήνεια τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν και ιδιαίτερα ακόμη και χωρίς προσδιορισμό του ποσού στο οποίο συμβιβάστηκαν τα διάδικα μέρη και τις αμοιβαίες υποχωρήσεις που έγιναν, δεν μπορεί να καταστήσει ορισμένη την ως άνω ένσταση.
Ότι απαράδεκτα με την προσθήκη επί των προτάσεων της, που κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση επιχείρησε η εναγόμενη να καταστήσει την άνω ένσταση ορισμένη και ότι ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε παραδεκτή την άνω ένσταση και προχώρησε στην κατ' ουσίαν διερεύνηση αυτής, κάνοντας στη συνέχεια αυτή δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή ως βάσιμων κατ' ουσίαν αμφοτέρων των λόγων της έφεσης του ενάγοντος.
Ότι παραδεκτά, όμως, η ένσταση αυτή, η οποία απαραδέκτως προβλήθηκε στον πρώτο βαθμό, προβάλλεται ήδη ενώπιον του παρόντος κατ' έφεση δικάζοντος δικαστηρίου, εφόσον αφενός αποδεικνύεται εγγράφως και αφετέρου προβάλλεται από την εναγόμενη προς υπεράσπιση της, κατά της έφεσης του αντιδίκου της. Ότι πρόκειται για νόμιμη ένσταση, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ, πλην κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδεικνύεται ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού, ενόψει της πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης από την οποία τα μέρη είχαν εξαρτήσει τα έννομα αποτελέσματα του συμβιβασμού, ήτοι, εφόσον δεν καταβλήθηκε το ποσό των 2.000 ευρώ, στο οποίο είχαν συμβιβαστεί τα διάδικα μέρη μέχρι την 15.04.2012, έπαυσε η ισχύς της δικαιοπραξίας αυτής και ότι επομένως έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο μετά την παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν της ένστασης συμβιβασμού προχώρησε στην κατ' ουσίαν διερεύνηση των αγωγικών κονδυλίων μόνον της μεταγενέστερης από Φεβρουάριο 2012 και εντεύθεν χρονικής περιόδου.
Μετά τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη εκεί απόφαση στο σύνολό της κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς τις λοιπές αξιώσεις του ενάγοντος(πλην των όσων κρίθηκαν απαράδεκτες λόγω αοριστίας τους από την προσβαλλομένη), ήτοι δίκασε την αγωγή ως προς τις αποδοχές και επιδόματα αδείας, καθώς και ως προς τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα όλης της επίδικης περιόδου και αφού απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη σχετικά με τις αιτούμενες αποδοχές και το επίδομα αδείας του έτους 2011, έκανε δεκτή την αγωγή ως προς τις αξιώσεις του για τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας των ετών 2007 και 2012, καθώς και ως προς τις αξιώσεις του για τις αποδοχές αδείας των ετών 2008, 2009 και 2010, και τα επιδόματα αδείας των ετών 2008 και 2010.
Επίσης ως προς τις αξιώσεις του για τα επιδόματα εορτών έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς το επίδομα Χριστουγέννων του έτους 2007 και το αντίστοιχο επίδομα του έτους 2008 καθώς και το επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2008 και στην συνέχεια υποχρέωσε να καταβάλει η εναγομένη στον ενάγοντα για την πρώτη αιτία(αποδοχές και επιδόματα αδείας) το ποσό των 6480 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.441,28ευρώ για τα επιδόματα εορτών.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 201 και 202 ΑΚ, που καθορίζουν την έννοια της αιρέσεως (προσθήκη στη δικαιοπραξία γεγονότος, με την οποία η επέλευση ή η ανατροπή των αποτελεσμάτων αυτής εξαρτάται από γεγονός μελλοντικό και αντικειμενικά αβέβαιο), με περαιτέρω παράγωγο αποτέλεσμα να εφαρμόσει λανθασμένα και το άρθρο 871 ΑΚ.
Ειδικότερα από την επιτρεπτή επισκόπηση της από 26-3-2012 συμφωνίας των διαδίκων, που κρίθηκε από το Εφετείο ότι πρόκειται περί εξωδίκου συμβιβασμού η οποία αυτολεξί αναφέρει "Σήμερον στις 26-3-2012 και ώρα 10.00'προσήλθαν ενώπιον εμού τόσο ο προσφεύγων, όσο και ο εργοδότης κος Κ. Κ.. Στην συζήτηση παρευρίσκεται και ο πρόεδρος του Συνδικάτου Μετάλλου κος Γ.
Ρ.. Μετά την γενομένη εκ νέου συζήτηση τα δύο μέρη μετά την παρέμβαση της Υπηρεσίας συνεφώνησαν να καταβληθούν μέχρι της 15-4-2012 το ποσό των 2000 ευρώ. Μετά την καταβολή του ποσού αυτού ο προσφεύγων δηλώνει ότι δεν θα έχει καμμία άλλη οικονομική απαίτηση από τον εργοδότη του" , σαφώς προκύπτει ότι η άνω συμφωνία συμβιβασμού των διαδίκων δεν εξαρτήθηκε από καμιά αίρεση, δηλαδή από γεγονός μελλοντικό και αντικειμενικά αβέβαιο, αλλά ήταν καθαρή και ευθεία.
Με την γραμματική δε διατύπωση "ότι το συμφωνηθέν ποσό των 2000 ευρώ θα καταβληθεί μέχρι την 15-4-2012 και ότι μετά την καταβολή του ποσού αυτού ο προσφεύγων δηλώνει ότι δεν θα έχει καμιά άλλη απαίτηση κατά του εργοδότη του", ουδόλως προκύπτει ότι τέθηκε στην συμφωνία των διαδίκων διαλυτική αίρεση, από την οποία εξαρτήθηκε το κύρος της συμφωνίας συμβιβασμού σε περίπτωση πλήρωσής της, και ότι συνεπώς από την παρέλευση της ημερομηνίας αυτής, εφόσον πληρώθηκε η αίρεση, έπαυσε η ενέργεια της συμφωνίας αυτής(του συμβιβασμού) και ότι τα διάδικα μέρη επανήλθαν στην προηγούμενη κατάσταση, ούτε επίσης προκύπτει ότι τέθηκε αναβλητική αίρεση.
Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας την προαναφερόμενη ένσταση της αναιρεσείουσας - εναγομένης ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, δεχόμενο ότι υπήρχε στην εν λόγω συμφωνία διαλυτική αίρεση, η οποία πληρώθηκε με την πάροδο της άνω ημερομηνίας και ανατράπηκε η ενέργεια της σύμβασης συμβιβασμού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 202 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, καίτοι δεν συνέτρεχε η πραγματική προϋπόθεση προς τούτο και υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Γι' αυτό ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως και ο τρίτος πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο μέρος του, κατ'εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προβάλλει η αναιρεσείουσα, πρέπει να γίνουν δεκτοί. 10. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο, της αίτησης, προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά τον νόμο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το ανταγωγικό της αίτημα, στηριζόμενο στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού περί επιστροφής του ποσού των 288,50 ευρώ με την αιτιολογία ότι η καταβολή του ποσού αυτού έλαβε χώρα εκ μέρους της εναγομένης οικεία βουλήσει και όχι από λογιστικό λάθος ή παραδρομή που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι είναι το ορθό.
Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι με αυτόν υπό την επίκληση ότι παραβιάστηκαν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904, 909 ΑΚ, πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων. 11. Κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ, τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου, επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου, που άσκησε τούτο, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176 - 182 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Επομένως, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, αφού η ρύθμιση των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 παρ.1, ΑΠ 476/2017).
Επομένως, ο ένατος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται από την αναιρεσείουσα, ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι αναιρετέα, επειδή του επέβαλε δικαστική δαπάνη, ενώ έπρεπε αυτή να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσίβλητου, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τις παραδοχές του, συμψήφισε εν μέρει τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, που κατά την ανέλεγκτη κρίση του θεώρησε ότι νίκησε, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, ανάλογα με την έκταση της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, αφού έγινε δεκτή η έφεσή του και εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και καλώς, σύμφωνα και με αυτά που ήδη αναφέρθηκαν, επιβλήθηκαν εν μέρει τα έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας στην ηττηθείσα αναιρεσείουσα, ανάλογα με την έκταση της εν μέρει νίκης και ήττας της στις αντίθετες εφέσεις. 12.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης και του τρίτου κατά το πρώτο μέρος του προσθέτου λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το άνω στη με αριθμό 10 σκέψη αναφερόμενο κεφάλαιό της, η εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης και του τρίτου κατά το δεύτερο μέρος του προσθέτου λόγου.
Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή, ενώ τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης πρέπει να συμψηφιστούν κατ'άρθρο 178 ΚΠολΔ μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 13-10-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 12-12-2017 πρόσθετους αυτής λόγους.
Αναιρεί την 247/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση. -Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ