Legislator Case Law & Legislation
248/2015 AI generated

248/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 248/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

248/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο 5 της ανωτέρω Κλαδικής ΣΣΕ, για τους υπαγομένους στο πεδίο εφαρμογής της βάσει του ανωτέρω άρθρου 1 αυτής, ισχύει πλέον και η υπ` αρ. 2/83422/0022/5-12-2000 Κοινή Υπουργική απόφαση Υπουργών Εσωτερικών Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης & amp Οικονομικών, εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 5§3 Ν. 2685/1999, σύμφωνα με την οποία χορηγείται από 1/3/2000 εφάπαξ αποζημίωση του προσωπικού των ΟΤΑ πρώτης βαθμίδας ποσού δραχμών 396.000 το χρόνο.

Keywords

AI generated
household work capacity off-duty activities of public servants leave for youth work suspension of unemployment benefits rural migration mutual administrative legal assistance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 248 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 248/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Δήμου Ρόδου (ΔΕΥΑΡ) που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, υπεισελθούσα ως καθολική διάδοχος του συγχωνευθέντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Ρόδου", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σάββα Παπαγεωργίου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: Α.-1.Θ. Χ. του Μ. έως και 162.-Β. Ξ. του Β., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κοντογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2014 αίτησή της Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 30-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν τα αντίδικα μέρη στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.

Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς ήτοι, όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή Ν.Π.Δ.Δ.

και η άλλη σε Ν.Π.Ι.Δ. ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα. Εξάλλου, το άρθρο 1 της από 21-12-2000 Κλαδικής ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου προσωπικού των ΟΤΑ", που υπεγράφη μεταξύ των εκπροσώπων, αφ` ενός του Δημοσίου και του τότε "Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης" και αφ` ετέρου της "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Προσωπικού Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΠΟΠ - ΟΤΑ)", ορίζει ότι "στις διατάξεις της, υπάγεται το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλων των κατηγοριών και ειδικοτήτων που απασχολείται στους Δήμους, στις Κοινότητες, στους Συνδέσμους, στα Ιδρύματα και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, των Δήμων και Κοινοτήτων και σε Οργανισμούς, που εξαρτώνται ή επιχορηγούνται από τους Δήμους ή τις Κοινότητες, με συμβάσεις εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου και εφαρμόζεται αποκλειστικά στα μέλη των σωματείων που ανήκουν μόνο στη δύναμη της ΠΟΠ - ΟΤΑ ...".

Με το άρθρο 5 της ανωτέρω Κλαδικής ΣΣΕ, για τους υπαγομένους στο πεδίο εφαρμογής της βάσει του ανωτέρω άρθρου 1 αυτής, ισχύει πλέον και η υπ` αρ. 2/83422/0022/5-12-2000 Κοινή Υπουργική απόφαση Υπουργών Εσωτερικών Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης & amp Οικονομικών, εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 5§3 Ν. 2685/1999, σύμφωνα με την οποία χορηγείται από 1/3/2000 εφάπαξ αποζημίωση του προσωπικού των ΟΤΑ πρώτης βαθμίδας ποσού δραχμών 396.000 το χρόνο.

Ακολούθως εκδόθηκαν και άλλες "ΚΥΑ Υπ ΕΔΔΑ & Υπ Οικ.", δυνάμει της ίδιας εξουσιοδοτικής διάταξης (αρ. 5§3 Ν. 2685/1999), που επαύξησαν το ποσό της εφάπαξ αποζημίωσης αυτής, ήτοι εκδόθηκαν η ΚΥΑ 2/71516/0022/12-12-2001 (αύξηση σε δραχμές 480.000 από 1/1/2001), η ΚΥΑ 2/31607/0022/17-6-2002 (αύξηση σε € 2.112 από 1/1/ 2002), η ΚΥΑ 2/6771/0022/5-2-2004 (αύξηση σε € 206 μηνιαίως από 1/1/ 2004) και η ΚΥΑ 2/35576/0022/13-7-2005 (αύξηση σε € 238 μηνιαίως από 1/1/2005, σε € 270 από 1/7/2005 και σε 325 ευρώ από 1-7-2006, αντίστοιχα.

Επίσης, με το Ν. 1069/1980 προβλέφθηκε η σύσταση δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) και παράλληλα ορίσθηκε ότι το προσωπικό των επιχειρήσεων αυτών θα συνδέεται με αυτές με συµβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ οι εργασιακές σχέσεις, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών, θα διέπονται από Οργανισµό Εσωτερικής Υπηρεσίας, ανά επιχείρηση.

Συγκεκριμένα, σύµφωνα µε το άρθρο 1§1 εδ. α` και β` του ανωτέρω νόµου, "Δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της Χώρας, εξαιρέσει των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των µειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται κατά την παράγραφον 3 του παρόντος άρθρου εις έκαστον Δήµον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήµων ή Κοινοτήτων ή Δήµων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως.

Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νοµικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, κοινωφελούς χαρακτήρος, διεπόµενα υπό των κανόνων της Ιδιωτικής οικονομίας, εφ` όσον δεν ορίζεται άλλως υπό νόµου". Με το άρθρο 7§1 του ιδίου Νόµου ορίσθηκε ότι "Δι` Οργανισµού Εσωτερικής Υπηρεσίας, συντασσομένου δι` αποφάσεως του Διοικητικού Συµβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό το Υπουργού Εσωτερικών µετά γνώµην των οικείων Δηµοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρµοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθµός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού, αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά µισθολογικά κλιµάκια κατανοµή των θέσεων του προσωπικού καθ` οµάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρµόδιον προς τούτο όργανον", ενώ µε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι "το κατά την προηγουμένην παράγραφον προσωπικόν της επιχειρήσεως συνδέεται µετ` αυτής δια συµβάσεως εργασίας Ιδιωτικού δικαίου ...".

Εξάλλου, µε την από 7/7/1998 Κλαδική Συλλογική Σύµβαση Εργασίας, "για τη ρύθµιση των όρων αµοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ΔΕΥΑ όλης της χώρας", η οποία υπεγράφη μεταξύ εκπροσώπων της Ένωσης Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στις ΔΕΥΑ και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ` αρ. 12074/14-10-1998 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1042/Β/6-10-1998, καθορίσθηκαν τα μισθολογικά κλιμάκια και τα επιδόματα, που καταβάλλονται στους εργαζομένους των ΔΕΥΑ.

Ακολούθως υπεγράφησαν οι Κλαδικές ΣΣΕ της 1/6/2001, της 7/8/2003, 26/3/2004 και της 19/5/2005, με ανάλογες διατάξεις. Με βάση το άρθρο 7 αυτών, ως ημέρες αργίας των εργαζομένων στις ΔΕΥΑ, ορίζονται οι ισχύουσες στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Επίσης το άρθρο 13§1 επαναλαμβάνει την αρχή της ευνοίας υπέρ των εργαζομένων, ορίζοντας ότι τυχόν ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι εργασίας, αποδοχές ή επιδόματα, που προβλέπονται από Νόμους, ΣΣΕ, Διαιτητικές Αποφάσεις, έθιμα ΟΕΥ των ΔΕΥΑ, δεν θίγονται από τις Κλαδικές ΣΣΕ των ΔΕΥΑ (ΑΠ 15/2013, ΑΠ 903/2013, ΑΠ 1292/2013, ΑΠ 2257/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ` αριθμ. 53/2010 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ρόδου, δέχθηκε τα εξής: << Η εναγόμενη - εκκαλούσα δημοτική επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Ρόδου (ΔΕΥΑΡ) αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, κοινωφελούς χαρακτήρα, που συστήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 109 παρ.1 του Ν.3852/2010 και τις διατάξεις του Ν.1069/1980 << Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως>> με σκοπό την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης, άρδευσης, αποχέτευσης, επεξεργασίας λυμάτων, τηλεθέρμανσης, φυσικού αερίου, εμφιάλωσης νερού και ανανεώσιμων Πηγών ενέργειας του Δήμου Ρόδου (ΦΕΚ Β 786/09-05-2011).

Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι της υπό στοιχ. Α ενότητας απασχολούνταν στην εναγόμενη - εκκαλούσα (προσληφθέντες την 03/12/2003 και απολυθέντες την 31/05/2005), με συμβάσεις (18 μηνών) εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, μέσω επιδοτούμενων προγραμμάτων - του Ο.Α.Ε.Δ., με τις αναφερόμενες στο εισαγωγικό μέρος της παρούσας ειδικότητες για τον καθένα.

Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι της υπό στοιχ. Β ενότητας απασχολούνταν και αυτοί στην εναγόμενη - εκκαλούσα, με τις αναφερόμενες ομοίως στο εισαγωγικό μέρος ειδικότητες, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και στον παρόντα χρόνο είναι συνταξιούχοι. Τέλος, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι της υπό στοιχ.

Γ ενότητας, εκτός των υπ αριθμ. 9, 18, 19, 20, 43, 44, 47, 52, 58 και 88, απασχολούνται στον παρόντα χρόνο στην εναγόμενη - εκκαλούσα, με τις αναφερόμενες στο εισαγωγικό μέρος ειδικότητες, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ενώ οι προαναφερόμενοι υπ αριθμ. 9, 18, 19, 20, 43, 44, 47, 52, 58 και 88 ενάγοντες - εφεσίβλητοι, οι οποίοι απασχολούνταν στην εναγόμενη - εκκαλούσα με τις ίδιες ως άνω συμβάσεις, είναι στον παρόντα χρόνο συνταξιούχοι.

Οι αποδοχές των ανωτέρω εργαζομένων ρυθμίζονταν με τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ του φορέα στον οποίο εργαζόταν, συναρτώμενες όμως κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας και με τα ισχύοντα στον αναφερόμενο σε αυτήν Εσωτερικό Κανονισμό της εναγόμενης - εκκαλούσας και στις ΣΣΕ των ΟΤΑ, καθώς και με την υπ' αριθμ. 12074/07-09-1998 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1042/Β της 06/10/1998, με την οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 07/0711 998 ΣΣΕ για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης όλης της χώρας. 'Ηδη, δυνάμει της υπ αριθμ. 499/2013 απόφασης της εναγόμενης - εκκαλούσας (αριθμός πρακτικού 47/09-12-2013) περί τροποποίησης του ΟΕΥ.

της τελευταίας, τα ζητήματα κατανομής των θέσεων του προσωπικού στα μισθολογικά κλιμάκια με βάση την κατηγορία εκπαιδευτικής βαθμίδας, τους κλάδους, τις ειδικότητες κ.λ.π., καθώς και ο καθορισμός των αποδοχών του "ορίζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν σε ΟΤΑ. πρώτου βαθμού".

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με τις αναφερόμενες και στη μείζονα σκέψη υπουργικές αποφάσεις, χορηγήθηκε στους εργαζόμενους ΟΤΑ χωρίς διάκριση ειδικότητας ή άλλων ιδιαίτερων βάσει της εργασίας καθενός από αυτούς προϋποθέσεων, αποζημίωση γιο τα έξοδα κίνησης, καταβαλλόμενη αρχικά εφάπαξ ετησίως και στη συνέχεια από 01/01/2004 καταβαλλόμενη κατά μήνα, ανερχόμενη στο ποσά των 206 ευρώ μέχρι τις 31/12/2004, δυνάμει της υπ αριθμ. 2/6771/0022 υπουργικής απόφασης, στο ποσό των 238 ευρώ από 01/01/2005 έως 30/06/2005 και στο ποσό των 270 ευρώ από 01/07/2005 έως 30/06/2006, δυνάμει της υπ αριθμ. 2/35576/0022 απόφασης και στο ποσό των 325 ευρώ από 01/07/2006 και εφεξής, δυνάμει της υπ αριθμ. 50025/0022/03-10-2006 απόφασης.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να τονισθεί, όπως αναφέρθηκε και στην μείζονα σκέψη της παρούσας, ότι η καταβολή της ανωτέρω αποζημίωσης αποτέλεσε αντικείμενο των ΣΣΕ της Π.Ο.Ε-ΟΤΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Ο.Τ.Α., την οποία (παροχή) και ενσωμάτωσε στον μισθό των εργαζομένων στους ΟΤΑ.

και κατά συνέπεια και των εργαζομένων στις επιχειρήσεις που ανήκουν στους ανωτέρω ΟΤΑ. (βλ. την από 21/12/2000 ΣΣΕ της Π.Ο.Π.-Ο.Τ.Α., άρθρα 1 και 5). Η επίδικη παροχή καταβάλλεται και στους υπαλλήλους του Δήμου Ρόδου (βλ. την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων - εφεσιβλήτων, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά).

Ενόψει λοιπόν του γενικού χαρακτήρα της επίδικης παροχής, που προσαυξάνει τον μισθό των υπάλλήλων και των όμοιων συνθηκών απασχόλησης των εναγόντων - εφεσίβλητων με τους εργαζόμενους στον Δήμο Ρόδου, πρέπει η επίδικη παροχή να χορηγηθεί και στους ενάγοντες - εφεσίβλητους καθώς η μη χορήγησή της σε αυτούς καθιερώνει δυσμενή μεταχείριση, ανεπίτρεπτη μισθολογική διάκριση και αντισυνταγματική ρύθμιση σε βάρος τους, προς αποκατάσταση δε της διαταραχθείσας ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία - άρθρο 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος), θα πρέπει να λάβουν αυτήν (παροχή).

Η μη χορήγηση της ως άνω αποζημίωσης στους ενάγοντες - εφεσίβλητους, οι οποίοι τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας με τους εργαζομένους του Δήμου Ρόδου, έχουν τα ίδια προσόντα με αυτούς και παρέχουν την ίδια εργασία, εκτελώντας τα αυτά καθήκοντα και παρέχοντες τις αυτές υπηρεσίες, συνιστά άδικη διάκριση σε βάρος τους, αφού η επίδικη χρηματική παροχή λόγω του είδους της που αφορά αποζημίωση εξόδων κίνησης συναρτάται με την φύση της εργασίας τους και όχι με τον τρόπο αμοιβής τους και με το μισθολογικό καθεστώς στο οποίο υπάγονται, για τα οποία (τρόπος αμοιβής και μισθολογικό καθεστώς) σε κάθε περίπτωση Ισχύουν τα προαναφερόμενα.

Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, οι οποίοι παρείχαν και παρέχουν την εργασία τους στην εναγόμενη - εκκαλούσα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου δικαιούνται της επίδικης παροχής, δεδομένου ότι α) η επίδικη χρηματική αποζημίωση προβλέφθηκε να δοθεί και δόθηκε σε όλους τους εργαζομένους των ΟΤΑ., στους οποίους ανήκει κατά τα προαναφερόμενα και η ΔΕΥΑΡ, β) η ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης γίνεται με ΣΣΕ, που υπογράφονται μεταξύ της Ένωσης Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης - Αποχέτευσης (Ε.Δ.Ε.Υ.Α.) και της Πανελλήνιος Ομοσπονδίας εργαζομένων στις δημοτικές επιχειρήσεις ύδρεσης - αποχέτευσης και έχουν ουσιαστικά ενιαίο μισθολογικό καθεστώς με το Προσωπικό που απασχολείται στους Ο.Τ.Α.

με σχέση εργασίας Ιδιωτικού δικαίου και γ) στις προαναφερόμενες ΚΥΑ, δεν γίνεται καμία ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της, αναγόμενη λ.χ. στο είδος ή την ένταση ή τις εργασιακές ιδιαιτερότητες των δικαιούχων ή σε λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος που να δικαιολογούν την επιλεκτική καταβολή και δεν διακρίνει μεταξύ συμβάσεων ορισμένου και αορίστου χρόνου, αλλά αντίθετα επιβάλλει την καταβολή αυτής σε όλους τους συνδέσμους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στους Ο.Τ.Α., είτε αυτή είναι ορισμένου χρόνου, είτε αορίστου, με προφανή σκοπό την οικονομική ενίσχυση των εν λόγω μισθωτών>>.

Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή, με βάση την από το άρθρο 4 του Συντάγματος προβλεπόμενη αρχή της ισότητας και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, τα ως άνω χρηματικά ποσά.

Με την κρίση του, όμως, αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου παραβίασε τη διάταξη 4 του Συντάγματος, καθώς και αυτές των προαναφερόμενων Υπουργικών Αποφάσεων, καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση, καθόσον αφορά την επίδικη παροχή, δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι ενάγοντες, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων των ΟΤΑ, και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., στους οποίους χορηγείται η επίμαχη παροχή (ΑΠ 15/2013, ΑΠ 903/2013, ΑΠ 1292/2013, ΑΠ 2257/2013).

Επομένως, η ένδικη αίτηση, με την οποία και με το σύνολο των λόγων της, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του άνω δικαστηρίου η σχετική από τον αριθμό 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ << Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές>>.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι << οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν >> συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκειμένη περίπτωση , εφ' όσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση των εναγόντων -αναιρεσβλήτων είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι' αυτό επιβάλλεται η παραδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας ,η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου , η οποία δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και η απόρριψή της από τον Άρειο Πάγο, ως μη νόμιμης.

Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας , ως ηττώμενοι διάδικοι (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 77/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

Δέχεται κατ' ουσία την έφεση.

Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 53/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου.

Απορρίπτει την από 15-12-2006 με αριθμ. καταθ. 204/2006 ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Και .

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ