Legislator Case Law & Legislation
248/2010 AI generated

248/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 248/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Μισθολογικές διαφορές εργαζομένου (καθαριστή) σε νοσηλευτικό ίδρυμα. (Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΛΑΪΚΟ"). Δεδικασμένο. Μεταβολή νομικού καθεστώτος της 42/81 ΔΔΔΔ Πειραιώς από την 22-12-1988 ΕΣΣΕ. Αίτηση αναίρεσης αποφάσεως με τα αναίρεση προηγούμενης που έκρινε ότι υπήρχε δεδικασμένο. Λόγοι αναίρεσης από το άρ. 559 αρ. 1,8,14,16,19 ΚΠολΔ. Ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της περί απορρίψεως ως απαραδέκτου της έφεσης λόγω αντιφατικότητας των λόγων της και αφετέρου παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση. Ο από τον αρ. 19 λόγος αναίρεσης δ)Δεν ιδρύεται ότι η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στην σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη (ΑΠ 1005/08). Λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη δεδικασμένου. Ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τη μεταβολή του νομικού καθεστώτος της ΔΑ 42/1981, χωρίς να προταθεί. Για παράβαση άρ. 106, ΚΠολΔ και 6 ΕΣΔΑ. Απόρριψη των λόγων αναίρεσης.

Legislator headnote

AI generated

248/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων των μισθωτών για την περίοδο εκείνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 248 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Μισθολογικές διαφορές εργαζομένου (καθαριστή) σε νοσηλευτικό ίδρυμα. (Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΛΑΪΚΟ"). Δεδικασμένο. Μεταβολή νομικού καθεστώτος της 42/81 ΔΔΔΔ Πειραιώς από την 22-12-1988 ΕΣΣΕ. Αίτηση αναίρεσης αποφάσεως με τα αναίρεση προηγούμενης που έκρινε ότι υπήρχε δεδικασμένο. Λόγοι αναίρεσης από το άρ. 559 αρ. 1,8,14,16,19 ΚΠολΔ. Ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της περί απορρίψεως ως απαραδέκτου της έφεσης λόγω αντιφατικότητας των λόγων της και αφετέρου παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση. Ο από τον αρ. 19 λόγος αναίρεσης δ)Δεν ιδρύεται ότι η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στην σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη (ΑΠ 1005/08). Λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη δεδικασμένου. Ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τη μεταβολή του νομικού καθεστώτος της ΔΑ 42/1981, χωρίς να προταθεί. Για παράβαση άρ. 106, ΚΠολΔ και 6 ΕΣΔΑ. Απόρριψη των λόγων αναίρεσης.

Αριθμός 248/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "..., (Ν.Π.Δ.Δ.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 728/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 6385/2000 μη οριστική και 4401/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι διάδικοι με τις από 31-7-2001 και 20-9-2001 αντίστοιχες αιτήσεις αναιρέσεως, επί των οποίων εκδόθηκαν οι 528/2003 και 529/2003 αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Η τελευταία απόφαση του Αρείου Πάγου έκανε δεκτή την αναίρεση και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 6810/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-2-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 18-9-2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν απ' αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων των μισθωτών για την περίοδο εκείνη.

Έτσι, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ.

Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ. του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίσθηκε ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη - εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της υπ' αριθ. 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΑΥΕ 17.663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο του βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).

Το νομικό καθεστώς των ως άνω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17.853/1989 και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως συμπληρώθηκαν με το Ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων, που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.

Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές απ' αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ ΑΠ 10/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων εξέθετε με την από 9-3-1998 αγωγή του ότι προσελήφθη στις 23.4.1981 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ... (Ν.Π.Δ.Δ.) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως καθαριστής και ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1994 έως 31.12.1997, με βάση την προϋπηρεσία του και την ιδιότητα του ως εγγάμου με τρία άγαμα και άνεργα τέκνα, έπρεπε να του καταβάλει τις αναφερόμενες στην αγωγή του μισθολογικές διάφορές, σύμφωνα με τις κατά νόμο Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α. , οι οποίες προέκυπταν, λόγω μη υπολογισμού του βασικού του μισθού, βάσει του εκάστοτε κατωτάτου ορίου ημερομισθίου (ημερομισθίου ασφαλείας) των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και του 8ώρου της εργασίας και μη χορήγησης των επιδομάτων τριετιών εκ ποσοστού 50% του βασικού του μισθού και της αμοιβής των δύο (2) ωρών ημερησίως του ν. 201/75, και λόγω μη υπολογισμού της προσαυξήσεως 30% του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 1057/80 επί του συνόλου των αποδοχών του, αλλά μόνο επί του βασικού του μισθού, καθώς και λόγω μη εφαρμογής ως εκ τούτου του άρθρου 9 της από 10.10.1989 Ε.Σ.Σ.Ε καθώς και μισθολογικές διαφορές από την τακτικώς παρεχόμενη εργασία του κατά τις Κυριακές και αργίες όπως και από την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία του.

Ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο του οφείλει για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 51.784.974 δραχμών και να υποχρεωθεί από το ποσό αυτό να του καταβάλει 1.000.000 δραχμές. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 728/1999 απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι οφείλεται στον ενάγοντα από το εναγόμενο το ποσό των 6.625.188 δραχμών, υποχρεώνοντας την εκ του ποσού αυτού καταβολή 1.000.000 δραχμών.

Επί των αντιθέτων εφέσεων που ασκήθησαν εκδόθηκε η 4401/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτές τις συνεκδικασθείσες εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, ότι ο αναιρεσείων εργάζεται από το έτος 1981 στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο ως καθαριστής, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, και ότι με τις 5145/1990, 3808/1995 και 1405/1997 αποφάσεις του ίδιου Εφετείου, που εκδόθηκαν επί προηγούμενων αγωγών του για επιδίκαση σ' αυτόν μισθολογικών διαφορών για το συνολικό χρονικό διάστημα από 1-1-1985 έως 31-12-1993, κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας του αναιρεσείοντος διέπεται από την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς και μετά την 1-7-1988, που άρχισε να ισχύει η Ε.Σ.Σ.Ε της ΠΟΕΔΗΝ, και επιδικάστηκαν έτσι σ' αυτόν μισθολογικές διαφορές του παραπάνω χρονικού διαστήματος με βάση τη Δ.Α. 42/1981 και το βασικό ημερομίσθιο ασφαλείας εργατοτεχνίτη, στο οποίο παραπέμπει ο όρος 28 της άνω Δ.Α.

Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις παράγεται δεδικασμένο για τις ασκούμενες με την ένδικη από 9-3-1998 αγωγή όμοιες αξιώσεις του αναιρεσείοντος του επίδικου από 1-1-1994 έως 31-12-1997 μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο δεν είχε μεταβληθεί το νομικό καθεστώς και οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, και αφού απέρριψε ως παραγεγραμμένες τις αξιώσεις αυτού από προσαυξήσεις αμοιβής του για την εργασία που παρείχε κατά τις Κυριακές και αργίες μέχρι το τέλος του έτους 1995, δέχθηκε, κατά τα λοιπά, την ένδικη αγωγή, λόγω του άνω δεδικασμένου, ως νόμω και· ουσία βάσιμη.

Επί αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε το εναγόμενο εκδόθηκε η 529/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω 4401/2001 απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε ότι για τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος υπάρχει δεδικασμένο από τις παραπάνω τελεσίδικες αποφάσεις και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, ενώ αντίθετα απορρίφθηκε, με την 528/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, αίτηση αναιρέσεως του ενάγοντος κατά της ίδιας απόφασης για το απορριφθέν κεφάλαιο αυτής που αφορούσε τις αιτούμενες διαφορές για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες των ετών 1993, 1994 και 1995, λόγω παραγραφής.

Το Εφετείο Αθηνών, μετά την παραπομπή της υποθέσεως σε αυτό με την προαναφερόμενη 529/03 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την προσβαλλόμενη ήδη απόφασή του, έκρινε, ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο αναιρεσείων υπαγόταν στο μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, η οποία έχει κηρυχθεί υποχρεωτική για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους με την 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ως εκ τούτου ορθώς το αναιρεσίβλητο υπολόγισε τις αποδοχές της με βάση τις διατάξεις της τελευταίας αυτής ΣΣΕ.

Ούτε, εξάλλου, έκρινε το Εφετείο, οι αιτούμενες διαφορές αποδοχών συνιστούν διαφορές μεταξύ των ανώτερων αποδοχών που ελάμβανε στις 30-6-1988 με βάση το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς και των τυχόν κατώτερων που από 1-7-1988 της καταβλήθηκαν με βάση το νέο μισθολογικό καθεστώς, αλλά διαφορές μεταξύ των κάθε φορά καταβαλλόμενων κατά την αντίστοιχη χρονική περίοδο και των κάθε φορά δικαιούμενων ανώτερων αποδοχών με βάση τις διατάξεις του προϊσχύσαντος μισθολογικού καθεστώτος, το οποίο σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα εξακολούθησε να ισχύει και μετά την κατά την 1-7-1988 έναρξη ισχύος της άνω από 22-12-1988 ΣΣΕ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 αυτής, η οποία, όμως, δεν έχει την έννοια που της αποδίδει ο αναιρεσείων.

Περαιτέρω, το Εφετείο, απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι με τις 5145/1990, 3808/1995 και 1405/1997 τελεσίδικες αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου που εκδόθηκαν επί προηγουμένων συναφών αγωγών του για επιδίκαση σ'αυτόν μισθολογικών διαφορών για το συνολικό χρονικό διάστημα από 1- 1-1985 έως 31-12-1993, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι η σχέση εργασίας του με το εναγόμενο δεν διέπεται από το μισθολογικό καθεστώς της εν λόγω από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, αλλά από εκείνο της 42/1981 του ΔΔΔΔ Πειραιώς, διότι, όπως έκρινε το Εφετείο, το απορρέον από τις αποφάσεις αυτές δεδικασμένο περιορίζεται στο ζήτημα που κρίθηκε για την περίοδο στην οποία αναφέρονται οι εν λόγω αποφάσεις και δεν εκτείνεται και σε μεταγενέστερες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, αφού οι νέες αυτές αξιώσεις θεμελιώνονται σε νέο νομικό καθεστώς και συγκεκριμένα στις ισχύουσες για το επίδικο χρονικό διάστημα από 21-3-1994 και 2-4-1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε και ως εκ τούτου δεν υφίσταται η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα της νομικής αιτίας και, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια τη δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσία βάσιμη, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος- αναιρεσείοντος και δέχθηκε την έφεση του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου Νοσοκομείου ως και κατ' ουσία βάσιμη, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο, δεύτερο μέρος, από τους αριθμούς 8 περ. β και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι αφενός παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του περί απορρίψεως ως απαραδέκτου της έφεσης, λόγω αντιφατικότητας των λόγων της και αφετέρου παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση.Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, είναι αβασίμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με το να δεχθεί την έφεση κατ' ουσία μετά από εξέταση του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων της, έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε και, επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του αριθμού 8 περ.

β του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επίσης απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι ο αυτός λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε ως απαράδεκτους τους λόγους της έφεσης, λόγω αντιφατικότητας αυτών (παραγραφή ανύπαρκτων απαιτήσεων, επίκληση μισθολογικού καθεστώτος, το οποίο ισχυρίζεται το εκκαλούν - αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο ότι δεν εφαρμόζεται), εφόσον η διάταξη αυτή αναφέρεται στις ενώπιον του δικαστηρίου ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις που καθιστούν άκυρα ή απαράδεκτα τα εισαγωγική της δίκης έγγραφα, όπως η έφεση (εκπρόθεσμη άσκηση, προσβλητό ή όχι με έφεση απόφασης, ποιοι δικαιούνται σε άσκηση έφεσης) και όσες ακυρότητες, απαράδεκτα ή εκπτώσεις δημιουργούντα κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία.

Το απαράδεκτο λόγου έφεσης δεν υπάγεται στην άνω διάταξη, αφού όταν αυτό συντρέχει, η έφεση απορρίπτεται κατ' ουσίαν και όχι ως απαράδεκτη.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στην σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη όπως έχει συμβεί στην προκείμενη περίπτωση κατά την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, ως νόμω αβάσιμη.

Συνεπώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες "επί του ασκούντος ουσιώδη επιρροήν εις την έκβασιν της δίκης ζητήματος της εφαρμογής του μισθολογικού καθεστώτος, αφού, εφαρμόζει ταυτοχρόνως και το μισθολογικό καθεστώς της 42/81 Αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

και το αντίθετον αυτού μισθολογικόν καθεστώς των Ν. 1505/84, 1810/88 κλπ. βάσει της από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ και ούτω δεν καθίσταται σαφές ποίου εκ των αντιθέτων τούτων μισθολογικών δέχεται την εφαρμογήν", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Με τον τρίτο, πρώτο, δεύτερο, τέταρτο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 16 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι " κατά παράβασιν των διατάξεων των άρθρων 106, 110, 322, 324, 330 και 331 του Κ.

Πολ. Δικ. και 6 παρ. 1 της δια του ΝΔ. 53/74 κυρωθείσης ΕΣΔΑ, άμα δε και κατ' εσφαλμένην ερμηνείαν κι' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 2, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1 και 10 παρ. 1 του Ν. 1876/90, εν συνδυασμώ προς τας διατάξεις των παραγράφων 28 της 42/81 Αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς και 12 και 13 της 74/82 Αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και των άρθρων 680 ΑΚ., 9 της από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε.

της ΠΟΕΔΗΝ, 1,2,3 και 14 της από 21.3.1994 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., και 1,2,3 και 18 της από 2.4.1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., κατ' εσφαλμένην εκτίμησιν των υπ' αριθμ. 5145/90, 3808/95 και 1405/97 αμετακλήτων αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και των υπό κρίσιν εφέσεων και αγωγής μου και των επ' αυτών εκδοθεισών 4401/01 Αποφ. του Εφετείου Αθηνών και 529/03 Αποφ. του Α.Π." και χωρίς να λάβει υπόψη του τα προταθέντα ενώπιον του Εφετείου από τον αναιρεσείοντα σχετικώς με την ύπαρξη δεδικασμένου εκ των αναφερομένων στην αίτησή του αποφάσεων και επί των μνημονευομένων σε αυτή θεμάτων, δε δέχθηκε ότι οι αποφάσεις αυτές παράγουν δεδικασμένο και για το ότι η ένδικη σχέση εργασίας διέπεται από το μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Πειραιώς και για το μεταγενέστερο κρίσιμο χρονικό διάστημα και όχι από εκείνο της από 22.12.1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ. Το Εφετείο, όμως, που δέχθηκε όσα πιο πάνω στην πρώτη σκέψη αναφέρθηκαν, και το οποίο, όπως προεκτέθηκε, έλαβε υπόψη του σχετικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις παραπάνω αποφάσεις, για τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος που αφορούν το μεταγενέστερο από 1-1-1994 έως 31-12-1997 χρονικό διάστημα, συμμορφούμενο, άλλωστε, και προς την πιο πάνω αναφερόμενη 529/2003 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου (άρ. 580 § 4και , 581 § 2 ΚΠολΔ), ενώ δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις, τις οποίες, κατά περίπτωση, ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε έκπτωση από το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να αμείβεται με βάση το προηγούμενο της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 ΔΑ και των οικείων ΕΓΣΣΕ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν πρόκειται για έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τη μεταβολή του νομικού καθεστώτος της ΔΑ 42/1981 με τις ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, χωρίς να προταθεί τούτο από το αναιρεσίβλητο.

Ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι η μεταβολή αυτή δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνεται υπόψη μόνο κατόπιν προτάσεως αυτής από τους διαδίκους. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 8 περ. β του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση στην έκβαση της δίκης, όπως την ύπαρξη δεδικασμένου, και όχι όταν, εφαρμόζοντας το νόμο, δέχεται αυτεπαγγέλτως την μη ύπαρξη δεδικασμένου.

Στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε την υποχρέωση να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομική βασιμότητα του προβαλλόμενου περί δεδικασμένου λόγου εφέσεως, συμμορφούμενο ταυτόχρονα με τα οριζόμενα σχετικώς με την 529/2003 παραπεμπτική 529/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου (αρ. 580 παρ.4 ΚΠολΔ). Η ρύθμιση αυτή δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, αφού η ίδια διάταξη προβλέπει περαιτέρω εξαίρεση από την καθιερούμενη με αυτήν αρχή της διαθέσεως της συζητήσεως "αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά".

Η αυτεπάγγελτη έρευνα από τα δικαστήρια για την ύπαρξη, ή όχι, δεδικασμένου και για την νομιμότητα της αγωγής ή των λόγων εφέσεως , είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 110 § 1 ΚΠολΔ, 4 § 1 και 20 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως, να αναπτύσσουν τις απόψεις τους και να δικάζονται δίκαια και αμερόληπτα.

Η διασφαλιζόμενη από τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση της νομιμότητας της αγωγής ή των λόγων εφέσεως από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν παραβλάπτει το δικαίωμα των αντιδίκων του Ν.Π.Δ.Δ. να προβάλλουν όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της κρίσεως αυτής του δικαστηρίου.

Επομένως , ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο μέρος από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 106 του Κ. Πολ. Δικ., που απαγορεύουν τη λήψη υπόψη ισχυρισμών, που δεν προβάλλονται από τους διαδίκους, το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επίδραση εις την έκβαση της δίκης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο, δεύτερο μέρος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 16 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο "κατ' εσφαλμένη ερμηνεία κι' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 3 του Ν. 201/75 και 19 του Ν. 1505/84 άμα δε και κατά παράβασιν του δεδικασμένου των υπ' αριθμ. 5145/90, 3808/95 και 1405/97 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, δέχθηκε ότι δεν εδικαιούτο την αμοιβήν των 2 ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/75 ....

ενώ, κατ' ορθήν ερμηνείαν κι' εφαρμογήν των διατάξεων τούτων και κατά μη παράβασιν του δεδικασμένου των αποφάσεων τούτων έδει να δεχθή ότι εδικαιούμην την αμοιβήν ταύτην". Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο μέρος που μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για τη μη λήψη υπόψη του πιο πάνω δεδικασμένου είναι απορριπτέος για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται και στο σχετικό τρίτο λόγο αναιρέσεως, όπου προβάλλονται οι ίδιες αιτιάσεις.

Κατά το πρώτο μέρος, που προβάλλεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο ερμήνευσε τις διατάξεις του άρ. 2 παρ.3 του ν. 201/75, ο λόγος αναίρεσης αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε στην πρώτη σκέψη, ο αναιρεσείων δεν ζητούσε με την αγωγή του διαφορές αποδοχών μεταξύ των ανώτερων αποδοχών που ελάμβανε στις 30-6-1988 με βάση το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς και των τυχόν κατώτερων, που από 1-7-1988 καταβλήθηκαν με βάση το νέο μισθολογικό καθεστώς, αλλά διαφορές μεταξύ των κάθε φορά καταβαλλόμενων κατά την αντίστοιχη χρονική περίοδο και των κάθε φορά δικαιούμενων ανώτερων αποδοχών με βάση τις διατάξεις του προϊσχύσαντος μισθολογικού καθεστώτος, το οποίο σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα εξακολούθησε να ισχύει και μετά την κατά την 1-7-1988.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-2-2008 αίτηση (αρ.καταθ.284/29-2-08) για αναίρεση της 6810/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ