Legislator Case Law & Legislation
248/2009 AI generated

248/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 248/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Ιανουαρίου 1991 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Α κατά του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/1992 προδικαστική, 110/1999 οριστική του ιδίου δικαστηρίου, 685/2001 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία αναιρέθηκε με την 410/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου και 504/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί εκ νέου ο αναιρεσείων με την από 25 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

248/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): της συμβολαιογράφου Σπάρτης Ανθής Αλεξοπούλου). Αβάσιμος, επίσης, είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με αιτίαση εκ του ιδίου, ως άνω, αριθμού και άρθρου (11, 559 ΚΠολΔ), ότι εσφαλμένως το Εφετείο έλαβε υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις των Ψ και της συζύγου τη Γ, αφού αυτοί νομίμως δεν είχαν νομίμως γνωστοποιηθεί.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 248 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 248/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μαντζαβράκο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πέτρο Τζαννετάκο, με δήλωση κατ' αρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Ιανουαρίου 1991 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Α κατά του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/1992 προδικαστική, 110/1999 οριστική του ιδίου δικαστηρίου, 685/2001 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία αναιρέθηκε με την 410/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου και 504/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί εκ νέου ο αναιρεσείων με την από 25 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 27 Απριλίου 2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το πρώτο λόγο αναιρέσεως εκ του αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, ότι έλαβε υπόψη της την ...... ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Σκάλας-Λακωνίας Δημητρίου Αλικάκου, χωρίς, όμως, να μνημονεύεται υπό ποίου δοθείσαν, καθότι μόνο σ' αυτήν αναφέρεται το όνομα του ιερέως Γράμμουσας (Β), ο οποίος φέρεται, ότι παρενέβη στην όλη υπόθεση για να επηρεάσει τον εναγόμενο και αναιρεσείοντα, ώστε να αλλάξει στάση έναντι του αρχικού ενάγοντα και εκ διαθήκης κληρονομηθέντα από τον αναιρεσίβλητο δωρεοδότη παππού του.

Και τούτο, διότι προ της εφαρμογής του ν. 2207/1994, οπότε και είχε εισαχθεί η υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, οι ένορκες βεβαιώσεις ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσον (ΑΠ 410/2004). Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος, αφού δεν προκύπτει ότι ελήφθη ειδικώς υπόψη ως ιδιαίτερον αποδεικτικό μέσον, εκ μόνης δε της αναφοράς στην αναιρεσιβαλλόμενη ως αποδειχθέντος του εν λόγω γεγονότος δεν συνεπάγεται αναγκαίως ότι ελήφθη και η ένορκη αυτή βεβαίωση υπόψη, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση και άλλα αποδεικτικά μέσα.

Αλλά και καθό μέρος αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση, με βάση τα περιστατικά αυτά, πλημμέλεια εκ του αρ. 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη συμμορφώθηκε πλήρως με την 410/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε, κατ' άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, προηγούμενη απόφαση (685/2001) του ίδιου, ως η προσβαλλόμενη, Εφετείου επί της αυτής έννομης διαφοράς και δεν έχει λάβει υπόψη του τη συγκεκριμένη ένορκη βεβαίωση (......

της συμβολαιογράφου Σπάρτης Ανθής Αλεξοπούλου). Αβάσιμος, επίσης, είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με αιτίαση εκ του ιδίου, ως άνω, αριθμού και άρθρου (11, 559 ΚΠολΔ), ότι εσφαλμένως το Εφετείο έλαβε υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις των Ψ και της συζύγου τη Γ, αφού αυτοί νομίμως δεν είχαν νομίμως γνωστοποιηθεί.

Και τούτο, διότι κατά την ισχύουσα τότε διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 397 του ΚΠολΔ, ο αρχικώς ενάγων, ως διεξάγων την απόδειξη, είχε υποχρέωση ("όφειλε") να έχει γνωστοποιήσει στον αναιρεσείοντα, τα ονόματα των προς εξέταση μαρτύρων τουλάχιστον 24 ώρες πριν από την ημέρα εξετάσεώς τους, περί παραλείψεως δε της υποχρεώσεώς του αυτής δεν διατείνεται ο αναιρεσείων, ούτε δε εκ της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης υπ' αυτού 45/1998 εκθέσεως εξετάσεως μαρτύρων προκύπτει, ότι η γνωστοποίηση των ανωτέρω μαρτύρων έγινε μετά την έναρξη εξετάσεως άλλων μαρτύρων, ώστε να εφαρμοσθεί εν προκειμένω η παρ. 2 του αυτού άρθρου περί εκπτώσεως από του δικαιώματος της εκατέρωθεν γνωστοποιήσεως.

Περαιτέρω, και όσον αφορά τον επόμενο τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά τον οποίον, υπό την επίκληση αιτιάσεως από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη της, υπό τη μορφή "πράγματος", τον παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί μή λήψεως υπόψη των καταθέσεων των ανωτέρω δύο μαρτύρων, και ειδικότερα του μεν πρώτου γιατί ήδη έλαβε τη θέση του αρχικού ενάγοντα ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος του, της δε δεύτερης ως συζύγου του και συνεπώς έχουσας προφανές συμφέρον από την υπέρ του πρώτου έκβαση της δίκης και επομένως ήσαν και οι δύο εξαιρετέοι κατ' άρθρο 403 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί και αυτός ως αβάσιμος.

Και συγκεκριμένα, όσον αφορά το Ψ, αυτός την ιδιότητα του διαδίκου την απέκτησε μετά την εξέτασή του, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για τον αποκλεισμό του (Ολομ. Α.Π. 1328/1977, Α.Π. 1361/2005), ως προς δε τη σύζυγό του Γ, γιατί ναί μεν κατά την εξέτασή της ήταν και τότε σύζυγος του ήδη νομίμως λαβόντος τη θέση του διαδίκου προηγουμένου μάρτυρος, πλην, όμως, αυτή και μόνη η ιδιότητά της, που αποβλέπει, κατά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, στην "αυτονόητη επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου συζύγου της με θετικό οικονομικό αντίκτυπο στην οικογένεια αυτού, στην οποία ανήκει και αυτή" δεν μπορεί να της αποδώσει τη συνδρομή στο πρόσωπό της του "άμεσου" συμφέροντος από την έκβαση της δίκης.

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και στη δεύτερη περίπτωση οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως (και το πρώτο μέρος του) προβάλλεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, μετ' απόρριψη ασκηθείσας εφέσεως κατά της 110/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 505 και 512 ΑΚ έκρινε, ότι η προς τον αναιρεσείοντα γενόμενη δωρεά από τον αρχικό ενάγοντα με το ......

δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σπάρτης Δημητρίου Αλικάκου, νομίμως μεταγεγραμμένο, ανακλήθηκε νομίμως και δεν είναι αμετάκλητη ως γενομένη εξιδιαιτέρου. ηθικού καθήκοντος, ενώ τη δέχθηκε και ως νόμω και ουσία αβάσιμη την αγωγή του αρχικού δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος. Δεν αναφέρονται, όμως, για την πληρότητα των λόγων αυτών κατά το προσβαλλόμενο μέρος, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η παραδοχή της ως νόμω και εν συνεχεία ως ουσία αβάσιμης συνιστά ή όχι παραβίαση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί, έτσι όπως διατυπώνονται στο πρώτο μέρος τους, πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι. Αλλά και κατά το δεύτερο μέρος τους οι ίδιοι αυτοί λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, όμως, διότι βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Καθό μέρος δε ο πέμπτος λόγος με το τρίτο μέρος του μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη, ότι είναι αναιρετέα απλά και μόνο "για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ", χωρίς καμμία άλλη περαιτέρω εξειδίκευση της εν λόγω παράβασης σε έλλειψη παντελώς αιτιολογιών ή ύπαρξη αντιφατικών ή ανεπαρκών τοιούτων, ώστε το δικαστήριο να λάβει περί αυτού θέση, αυτός είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 510 του Α.Κ. "η ανάκληση αποκλείεται, άν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή άν πέρασε ένα έτος, αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης. Δεν επιτρέπεται ανάκληση ύστερα από το θάνατο του δωρεοδόχου". Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, η τιθέμενη με αυτή ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς δεν αρχίζει, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν το λόγο της αχαριστίας είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι τη πράξη ανάκλησης της δωρεάς, η οποία, μπορεί να λήγει και με την άσκηση της αγωγής ανάκλησης, διότι στη περίπτωση αυτή τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από τη τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (Α.Π. 982/2004, Α.Π. 1043/2000).

Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μή υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολομ.

Α.Π. 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, άν ο ισχυρισμός, που προβλήθηκε ή τον οποίον αφορά ο λόγος εφέσεως, είναι μή νόμιμος, αφού ως τέτοιος δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ολομ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 1000/2005). Στη προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στη προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατείνεται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την έφεσή του, και ειδικότερα τον συναφή λόγο (εφέσεως), κατά τον οποίον παρήλθε έτος από τότε που ο δωρεοδότης πληροφορήθηκε το λόγο ανακλήσεως μέχρι και πού άσκησε το εν λόγω δικαίωμά του με την από 26-1-1990 εξώδικη αυτή δήλωση που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 15-2-1990.

Κατά τις παραδοχές, όμως, τού Εφετείου η συνιστώσα την αχαριστία αντικοινωνική συμπεριφορά του εναγομένου, δηλαδή τα συνιστώντα το λόγο της αχαριστίας υπαίτια παραπτώματα αυτού ήσαν αντικοινωνικά και έφθαναν μέχρι τη πράξη ανάκλησης της δωρεάς, που έγινε με την επιδοθείσα στον εναγόμενο εξώδικη δήλωση.

Επομένως, κατά τις παραδοχές αυτές, μεταξύ του τελευταίου παραπτώματος και της ανάκλησης της δωρεάς δεν παρήλθε έτος. Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο έλαβεν υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος το λόγο εφέσεως, σύμφωνα με τον οποίο από τότε που ο δωρητής πληροφορήθηκε το λόγο ανακλήσεως μέχρι που άσκησε το άνω δικαίωμα με την εξώδικη δήλωση παρήλθε έτος και έτσι αποκλείσθηκε η ανάκληση κατά το άρθρο 510 ΑΚ και άρα δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και, ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.

Ενόψει όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, όπως στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-1-2006 αίτηση για αναίρεση της 504/2005 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ