Supreme Court quashes appeal court ruling on equal pay for similar work under good faith principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the appeal court's decision regarding a miner's claim for an additional allowance. The court found the lower court violated the principle of equal treatment by failing to provide sufficient factual reasoning on why the plaintiff's job conditions differed from those of other operators. Consequently, the case was remanded for retrial with a different panel to properly assess the similarity of work and working conditions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 288 of the Civil Code; Articles 4(1), 4(2) and 22(1) of the Constitution; Article 14 of the Treaty on the Functioning of the European Union: The employer must extend benefits to all employees performing identical work under identical conditions unless justified by an objective reason, and appellate courts must provide adequate reasoning to allow for effective review of this principle's application.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 248 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 248/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.
Των αναιρεσίβλητων: 1)....., 2)......., 3)......., 4)......., 5)........ και 6)........, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μπήινα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/2/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2006 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/5/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 28/11/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία, ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά ευρίσκει έρεισμα και στα άρθρα 4 παρ. 1 και 2, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 14 της Συνθήκης της ΕΕ, προκύπτει ότι στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως δεν επιτρέπεται η άνιση από τον εργοδότη μεταχείριση των μισθωτών της αυτής εκμεταλλεύσεως, που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός αν δικαιολογείται η απόκλιση εξαιτίας επαρκούς αντικειμενικού λόγου.
Βάσει αυτής της αρχής ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζόμενους που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες με τα αυτά προσόντα, τις μισθολογικές και άλλες υπηρεσιακές παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές είτε πρόκειται για παροχές που έχει αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων εργαζομένων (ΑΠ 1554/2004).
Η εν λόγω αρχή δεν παραβιάζεται όταν οι εξαιρούμενοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία εργαζομένων και δεν παρέχουν την ίδια εργασία. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είναι υπάλληλος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και εργάζεται ως χειριστής διατρητικών φορείων στο ορυχείο .......
από 1-1-2002. όντας κάτοχος αδείας χειριστού Α' τάξεως με ημερομηνία εκδόσεως ....... Η αναιρεσίβλητη με την υπ' αριθμ. ..... απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της χορήγησε από 1-5-1990 ειδικό επίδομα σε ποσοστό 20% επί του βασικού τους μισθού στους χειριστές και κατευθυντές βαρέων μηχανημάτων ηλεκτροκινήτων και διζελοκινήτων, που είναι κάτοχοι αδειών Α' τάξεως και εργάζονται στα λιγνιτικά κέντρα .... - .....
και ....... Σκοπός της οικειοθελούς αυτής παροχής ήταν η δημιουργία κινήτρων αυξήσεως της παραγωγικότητας, ενόψει των δυσχερών συνθηκών εργασίας των χειριστών τέτοιων μηχανημάτων στα λιγνιτωρυχεία, οι οποίες είχαν ως συνέπεια την απροθυμία των εργαζομένων να εργαστούν στις θέσεις αυτές. Ο αναιρεσίβλητος εξαιρέθηκε από τη χορήγηση του ως άνω επιδόματος χαρακτηριζόμενος ως χειριστής γεωτρυπάνων.
Τα γεωτρύπανα όμως δεν είναι βαρέα μηχανήματα σε αντίθεση με τα διατρητικά φορεία, που χειρίζεται ο αναιρεσίβλητος τα οποία είναι βαρέα και έχουν ιπποδύναμη άνω των 300 ίππων. Η χρήση δε των διατρητικών φορείων δεν είναι ίδια με εκείνη των γεωτρυπάνων, τα οποία ενεργούν ερευνητικές γεωτρήσεις και υδρογεωτρήσεις σε διάφορα σημεία της χώρας και όχι εντός των λιγνιτωρυχείων, γιατί αυτά, δηλαδή τα διατρητικά φορεία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στα ορυχεία και μάλιστα στο ίδιο έργο στο οποίο απασχολούνται και τα βαρέα μηχανήματα στους χειριστές των οποίων χορηγήθηκε το επίδικο επίδομα.
Εργάζονται δηλαδή στη διαδικασία εξορύξεως λιγνίτη ενεργώντας γεωτρήσεις και ανατινάξεις υπό συνθήκες περιβάλλοντος και αντικειμένου (θόρυβος, ωράριο, εργασία σε ορυχείο, πίεση για παραγωγή), ο οποίες δεν είναι διαφορετικές από αυτές υπό τις οποίες εργάζονται οι άλλοι χειριστές βαρέων μηχανημάτων των λιγνιτωρυχείων, αλλά είναι διαφορετικές από αυτές υπό τις οποίες εργάζονται οι χειριστές γεωτρυπάνων, οι οποίοι δεν εργάζονται σε ορυχεία, ούτε έχουν σχέση με τη διαδικασία εξορύξεως του λιγνίτη.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και των χειριστών και κατευθυντών βαρέων οχημάτων που λαμβάνουν το επίδικο επίδομα και οι οποίοι χειρίζονται μηχανήματα παρεμφερούς μεγέθους και ισχύος με τον αναιρεσίβλητο, εργαζόμενοι στον αυτό χώρο εργασίας, υπάρχει ομοιότητα τυπικών και ουσιαστικών προσόντων καθώς και συνθηκών εργασίας και κατά συνέπεια, η θέσπιση του οικονομικού κινήτρου που προαναφέρθηκε μόνο για τους χειριστές και κατευθυντές βαρέων οχημάτων και η μη επέκταση αυτού και στους χειριστές διατρητικών φορείων, είναι αδικαιολόγητη και αντίθετη προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλλει το εν λόγω επίδομα και στον αναιρεσίβλητο.Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 14 της συνθήκης της ΕΕ καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων για την εφαρμογή της παραπάνω αρχής, το οποίο είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.
Και τούτο διότι δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το αντικείμενο εργασίας των χειριστών βαρέων μηχανημάτων ηλεκτροκινήτων και διζελοκινήτων, στους οποίους χορηγήθηκε η πιο πάνω οικειοθελής παροχή, ούτε περιγράφονται τα βασικά χαρακτηριστικά των εν λόγω μηχανημάτων (ιπποδύναμη, όγκος κ.λ.π), ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά αν τόσο η εργασία όσο και οι συνθήκες παροχής αυτής των χειριστών των πιο πάνω βαρέων μηχανημάτων είναι ουσιωδώς όμοια με αυτές των χειριστών διατρητικών φορείων, στην κατηγορία των οποίων ανήκει και ο αναιρεσίβλητος.
Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως, κρινόμενοι ενιαίως και εκτιμώμενος ο πρώτος από αυτούς ως από τον αριθμό 19, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί δε η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 27/2006 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με σύνθεση από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ