Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of contractor's claim due to statute of limitations defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a contractor's claim based on the statute of limitations. The contractor argued that the five-year limitation period under Article 250 of the Civil Code had expired, while the defendants contended the claim was time-barred. The Court found the lower court erred in rejecting the contractor's defense of interruption of the limitation period, which was properly raised during the proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 249, 250, 251, 253 of the Civil Code; The five-year limitation period for claims by contractors for work execution begins only after the expiration of the year in which the claim arises, and valid defenses of interruption must be properly raised to prevent expiration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 247 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 247/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Γ. του Η. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Πρόκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Γ. , δικηγόρου, κατοίκου ... , για την ίδια ατομικά και υπό την ιδιότητά της ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της Γ. Σ. του Σ. , 2) Ε. Σ. του Γ. , κατοίκου ... , για την ίδια ατομικά και υπό την ιδιότητά της ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της Γ. Σ. του Σ. και 3) Ο. χήρας Γ. Σ. το γένος Ε. Κ. , κατοίκου ... , υπό την ιδιότητά της ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος συζύγου της Γ. Σ. του Σ. Η πρώτη παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρος. Οι δεύτερη και τρίτη εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01-10-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15991/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2280/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-05-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παραστάσα για τον εαυτό της ως και πληρεξούσια της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 28.5.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, και κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 2280/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 249 του ΑΚ, "Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια", κατά δε, το άρθρο 250 του ίδιου Κώδικα σε πέντε χρόνια παραγράφονται μεταξύ άλλων οι αξιώσεις: "1. των εμπόρων, των βιομηχάνων και των χειροτεχνών, για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν". Επομένως οι αξιώσεις του εργολάβου από την εκτέλεση του έργου που εκτέλεσε, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του αρθρ. 250 αριθ. 1 ΑΚ, η οποία κατά τα άρθρα 251 και 253 του ίδιου Κώδικα αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή, η δικαστική της επιδίωξη (ΑΠ 537/2016, ΑΠ 768/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 παρ. 1 εδ. α' του ΑΚ " την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής", ενώ κατά το άρθρο 263 του ιδίου κώδικα, "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή".
Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι, οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της (ΑΠ 113/2019, ΑΠ 172/2018, ΑΠ 802/2018, ΑΠ 252/2016).
Ως νέα έγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγόμενου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 943/2025, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 1221/2011), ώστε, η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 113/2019, ΑΠ 768/2016, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 215/2011, ΑΠ 190/2008) ενώ το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής δεν επηρεάζεται από τον περιορισμό του αιτήματος της νέας αγωγής, ούτε από την υποβολή με αυτήν προσθέτου ή διαφόρου αιτήματος, το οποίο συνάπτεται με τη δικαστική νομιμοποίηση των διαδίκων και δεν διαφοροποιεί την ταυτότητα της διαγνωστέας αξίωσης (ΑΠ 504/2023, ΑΠ 505/ 2020).
Εξ άλλου, για την πληρότητα της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, δεν αρκεί μόνον η έκθεση γεγονότων που γίνεται προς θεμελίωση άλλου ισχυρισμού ή ένστασης, καθώς απαιτείται, αναγκαίως, να αναφέρεται και το αίτημα αυτής, για απόρριψη της ένστασης παραγραφής λόγω διακοπής και μη συμπλήρωσης αυτής (ΑΠ 1497/2008). Το αίτημα αυτό είναι δυνατόν να καλυφθεί από το περιεχόμενο, κατά κανόνα στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του ενισταμένου ή αντενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 212/2019, ΑΠ 1357/2010, ΑΠ 496/2007), ενώ παραδεκτώς υποβάλλεται αυτή (αντένσταση) και με την αγωγή του έχοντος δικαίωμα προς προβολή της ( ΑΠ 1775/2025, ΑΠ 683/2025, ΑΠ 504/2023, ΑΠ 737/2011, ΑΠ 777/1991).
Εξάλλου, όταν η διαδικασία εκδίκασης της διαφοράς είναι προφορική και γραπτή, όπως όταν η αγωγή συνεζητείτο πριν την αλλαγή του ΚΠολΔ με τον ν. 4335/2015 και εντεύθεν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, για την παραδεκτή προβολή αυτοτελών ισχυρισμών, έπρεπε αυτοί να περιέχονται στις προτάσεις και επιπλέον να γινόταν σχετική δήλωση πριν από την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο και καταχώριση αυτής στα πρακτικά, ενώ, κατά το άρθρο 237 παρ. 3 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, στις 2.10.2012 και πριν την τροποποίησή του με τον ν. 4335/2015) με την προσθήκη των προτάσεων προβάλλονταν παραδεκτά νέοι ισχυρισμοί (αντενστάσεις) μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών (ενστάσεων) που είχαν ήδη προβληθεί με τις προτάσεις (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 999/2010, ΑΠ 1253/2004).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 920/2023, ΑΠ 270/2015) και με αυτόν ελέγχεται και η απόρριψη από το δικαστήριο ισχυρισμού ότι προβλήθηκε απαράδεκτα (ΑΠ 920/2023, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 98/2015, ΑΠ 1387/2011, ΑΠ 1146/2011).
Στη προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 29.1.2008 (αρ. εκθ. κατ. .../2008) αγωγή του ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος επικαλούμενος σύμβαση έργου καταρτισθείσα μεταξύ αυτού ως εργολάβου και των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων ως εργοδοτών, ζήτησε την επιδίκαση του εργολαβικού του ανταλλάγματος.
Η αγωγή του αυτή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δυνάμει της με αριθμό 2219/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 27.4.2012, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ακολούθως, με την από 1.10.2012 (αρ. εκθ. κατ. ...2012) αγωγή του, που ασκήθηκε με την νομότυπη και εμπρόθεσμη επίδοσή της στους εναγομένους (ήδη αναιρεσιβλήτους) στις 2.10.2012, δηλαδή, εντός εξαμήνου από την έκδοση της προηγούμενης απορριπτικής απόφασης, διόρθωσε την αοριστία της αγωγής του, διαλαμβάνοντας τα αναγκαία για το ορισμένο της ιστορικής της βάσης περιστατικά, συμπληρώνοντας τις ασάφειες και τις ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, χωρίς μεταβολή της ταυτότητας της αξίωσης υπέρ της οποίας ζήτησε αυτός να παρασχεθεί δικαστική προστασία, ενώ διέλαβε στο υπό στοιχείο (5) της αγωγής του, επιγραφόμενο ως "επίλογος" ότι "...
επειδή η παρούσα αγωγή μου ασκείται κατ' άρθρο 263 ΑΚ εντός εξαμήνου από την έκδοση της με αριθμό 2219/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η απευθυνόμενη προς το αμέσως ανωτέρω Δικαστήριο με ημερομηνία 29 Ιανουαρίου 2008 και αρ. εκθ. κατ. .../2008 (ταυτοσήμου περιεχομένου προς εκείνο της παρούσας) αγωγή μου ως αόριστη...".
Οι εναγόμενοι κατά την διαδικασία στο ακροατήριο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επανέλαβαν την, και στις προτάσεις τους διαλαμβανόμενη, ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξίωσης κατ' άρθρο 250 του ΑΚ, ισχυριζόμενοι, ότι από την, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, παράδοση του έργου τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2006 έως την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 2.10.2012 είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της προβλεπόμενης στο άρθρο 250 του ΑΚ πενταετίας, και συνεπώς οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος εργολάβου είχαν υποπέσει σε παραγραφή, ακολούθως δε, ο ενάγων με την νομοτύπως και εμπροθέσμως υποβληθείσα προσθήκη των προτάσεών του, επαναλαμβάνοντας τα αμέσως ανωτέρω, προέβαλε ρητώς την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής αυτής.
Δεδομένου ότι τα ως άνω περιεχόμενα καθ' υποφοράν στην ένδικη αγωγή περιστατικά συγκροτούν την αντένσταση της διακοπής της υπόψη παραγραφής, συνοδεύονταν δε, από το γενικό απορριπτικό αίτημα της αγωγής και των προτάσεων, ακολούθως δε, η υπόψη αντένσταση προεβλήθη εκ νέου παραδεκτά με την προσθήκη των προτάσεων του ενάγοντος, προς αντίκρουση της ένστασης των εναγομένων, και του ότι η εκδίκαση της υπόθεσης έλαβε χώρα κατά την τακτική διαδικασία και όχι αυτή των εργατικών διαφορών, ή άλλης ειδικής διαδικασίας, που απαιτούν ρητή μνεία της αντένστασης παραγραφής στο ακροατήριο του δικάζοντος δικαστηρίου, το Εφετείο που απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφασή του, την αντένσταση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (και ακολούθως την αγωγή του τελευταίου λόγω παραγραφής), παρά τον νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, ώστε, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για τους αυτούς ως άνω λόγους, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος λόγου αυτού, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Στη συνέχεια, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) εκτός από εκείνον που δίκασε. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα, του προκαταβληθέντος από αυτόν παραβόλου (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, εις βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας των τελευταίων (αρθ. 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 2280/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ