Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for failing to cite specific articles and missing procedural requirements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding bank loans. The appellant argued that the lower court erred in evaluating evidence and failed to consider a defense of concurrent fault by the banks, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the appeal lacked the specific legal citations required under Article 560 of the Code of Civil Procedure and did not properly reiterate the defense in the second instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to cite the specific articles of the law violated and does not reiterate the defense in the second instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 247 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 247/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Ε., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Καβουρίνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Α. Π., η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Α. Χ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2017 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-9-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 1η και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 94/2023). Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο, παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 244/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 7397/6-12-2021 και 7387/6-12-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Ι. Ν. Π., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 28-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ..., αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3-3-2023) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.
Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (3-3-2023), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της τέταρτης εφεσίβλητης και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία (τέταρτη εφεσίβλητη) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς την ανωτέρω τέταρτη αναιρεσίβλητη, περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 εδαφ. α' και β' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14-8-2015), [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 31-1-2017 αίτηση της αναιρεσείουσας, για την υπαγωγή της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 23-2-2017, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του], ορίζεται ότι "1.
Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Εξάλλου, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018). Περαιτέρω, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 539/2022, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν ( άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμός 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021).
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από άμεσο δόλο ή και από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) το ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει και οφείλει, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, γνώριζε ή προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 991/2023).
Περαιτέρω, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Ειδικότερα, με το άρθρο 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι: " Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όταν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, τούτο έχει ως κύρια συνέπεια ότι οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Επομένως, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, όπου ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, η προβολή της ένστασης από έναν πιστωτή ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς αυτόν χρηματικών του οφειλών από δόλο, εφόσον κριθεί βάσιμη, επάγεται την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αίτησης του οφειλέτη, όχι μόνο έναντι του πιστωτή, που πρότεινε τη ένσταση αυτή, αλλά και έναντι των λοιπών πιστωτών, οι οποίοι δεν πρότειναν το σχετικό ισχυρισμό, ή δεν το πρότειναν κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, καθόσον η πορεία της δίκης πρέπει να είναι ενιαία για όλους τους πιστωτές και δεν νοείται διάσπασή της.
Επίσης, ενόψει της, κατά τα προεκτιθέμενα, σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας, που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ένας πιστωτής να προβάλει το σχετικό περί δόλου ισχυρισμό και άλλος πιστωτής να τον αποδείξει, όπως επίσης είναι δυνατό ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος, με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή (ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά, που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, περί απόφασης ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ), ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ.
ΑΠ 16/2013, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης (όπως και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559), πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλαδή που εντοπίζεται η παραβίαση και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 9/2016, Ολ. ΑΠ 20/2005, Ολ. ΑΠ 28/1998, Ολ. ΑΠ 32/1996, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 945/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (29.9.2021), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).
Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (AΠ 1943/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 545/2021, ΑΠ 701/2020).
Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:
α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.
ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013). Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.
ΑΠ 28/1998, ΑΠ 662/2022, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 965/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007). Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 560 αριθμός 1 και 6 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 778/2022, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.
ΑΠ 14/2004, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ' αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 634/2022, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον ίδιο στο Εφετείο με λόγο έφεσής του, ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (Ολ.
ΑΠ 15/2000, ΑΠ 634/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015). Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος ΑΠ 1295/2022, AΠ 999/2022, ΑΠ 609/2022), αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1290/2022, ΑΠ 717/2018), ενώ αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 983/2021, ΑΠ 416/2022, ΑΠ 81/2020).
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015, ΑΠ 168/2015).
Το κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 και 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 336/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 171/2020ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 31-1-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9417/366/23-2-2017) αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους καθ' ων η αίτηση - πιστωτές της, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της, κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου, καθώς και την πλήρη απαλλαγή της από τις οφειλές της, στις οποίες ενέχεται ως εγγυήτρια.
Οι πρώτη, δεύτερη και τρίτη των καθ' ών η αίτηση και ήδη πρώτη, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, πρότειναν παραδεκτά ενώπιον του άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... απόφαση του του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι η αιτούσα περιήλθε από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών της και κατόπιν αυτού, δέχθηκε την ανωτέρω ένσταση των πιστωτριών τραπεζών και απέρριψε την ένδικη αίτηση της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης η αιτούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27-12-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... έφεσή της. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. ... απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και αφού έκρινε ότι η προβληθείσα, από τις ανωτέρω καθ' ων η αίτηση - πιστώτριες τράπεζες, ένσταση περί δόλου της αιτούσας - αναιρεσείουσας, την οποία (ένσταση) αυτές επανέφεραν ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, δέχθηκε την ένσταση αυτή ως και κατ' ουσία βάσιμη και κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η αιτούσα περιήλθε από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, απέρριψε την έφεσή της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Ειδικότερα, όσον αφορά την προταθείσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας σε αδυναμία πληρωμών, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. ... απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι καθών η αίτηση παριστάμενες τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες με τις επωνυμίες "...", "... ...." και "... (ήδη πρώτη, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων) ισχυρίζονται, επαναφέροντας την πρωτόδικως προβληθείσα ένστασή τους (με σχετική δήλωση περιληφθείσα στις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις τους και καταγραφείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), ότι η αιτούσα (ήδη αναιρεσείουσα) περιήλθε με ενδεχόμενο τουλάχιστον δόλο σε αδυναμία πληρωμής των ήδη ληξιπρόθεσμων χρεών της, επικαλούμενες ότι η τελευταία προέβη στη σύναψη των προαναφερόμενων δανειακών συμβάσεων, μέρος μάλιστα των οποίων προορίζονταν για καταναλωτικές της ανάγκες, αν και εξ αρχής γνώριζε ότι με βάση τα αναφερόμενα στην αίτησή της εισοδήματα, σε συνδυασμό με τα συνήθη έξοδα διαβίωσής της, θα ήταν αδύνατο να τα αποπληρώσει.
Η ως άνω ένσταση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, τυγχάνει ουσιαστικά βάσιμη, καθώς αποδείχθηκε ότι πράγματι η περιέλευση της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της οφείλεται σε ενδεχόμενο δόλο, καθώς αυτή εξ αρχής συμφώνησε με περισσότερους πιστωτές την απόλαυση διαφόρων τραπεζικών προϊόντων σημαντικού και δυσανάλογου προς τα εισοδήματά της ύφους, αλλά και τα εισοδήματα του μέσου Δικηγόρου αντίστοιχης ηλικίας και προϋπηρεσίας (πέντε ετών από την έναρξη άσκησης επαγγέλματος, προβλέποντας ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύφος των οφειλών της, θα την οδηγούσε αργά ή γρήγορα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό ...".
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν προσηκόντως και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον έλαβε υπόψη του και δέχθηκε την ένσταση δόλου, που πρότειναν οι πιστώτριες τράπεζες, παρά το γεγονός ότι η ένσταση αυτή δεν προτάθηκε, όπως ισχυρίζεται, προσηκόντως, διότι ήταν αόριστη.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των νομίμως κατατεθέντων από 14-12-2018, 13-12-2018 και 14-12-2018 προτάσεων της πρώτης, δεύτερης και τρίτης των καθ' ών η αίτηση - εφεσίβλητων και ήδη πρώτης, δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, προκύπτει ότι αυτές παραδεκτά επανέφεραν ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την επίσης παραδεκτά προταθείσα πρωτοδίκως ένστασή τους περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της.
Η ένσταση αυτή προτάθηκε από τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες - πιστώτριες τράπεζες κατά τρόπο επαρκώς σαφή και ορισμένο, γιατί περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία περιστατικά, κατ' άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ., που πληρούν το πραγματικό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 Α.Κ και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν νομικά την εν λόγω ένσταση.
Πιο συγκεκριμένα, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες - πιστώτριες τράπεζες στις προαναφερόμενες προτάσεις τους, όπως αυτές νόμιμα, σύμφωνα και με την οικεία νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλληλοσυμπληρώνονται και λαμβάνονται υπόψη συνδυαστικά μεταξύ τους [καθόσον λόγω της σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας που συνδέει τους πιστωτές της αιτούσας - οφειλέτριας και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομοδίκου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή ] μνημονεύουν, με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού περί δόλου και ειδικότερα αναφέρουν:
α) το ύψος των τραπεζικών προϊόντων, που η αιτούσα - αναιρεσείουσα έλαβε από τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριες τράπεζες, τα οποία προσδιορίζονται στο ποσό των 1.003.105 ευρώ από έντεκα (11) δανειακές συμβάσεις, β) το χρόνο λήψης των δανείων και δη από το έτος 2005 έως το έτος 2009, γ) τις οικονομικές δυνατότητες της αιτούσας κατά το χρόνο λήψης των δανείων και δημιουργίας των οφειλών, τις οποίες προσδιορίζουν στο ποσό των 2.038,82 ευρώ μηνιαίως και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα αυτή γνώριζε, ή προέβλεπε ότι ο υπερδανεισμός της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο της αιτούσας αναιρεσείουσας κατά την ανάληψη των χρεών της, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτής με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής της κατάστασης και της πρόθεσής της να μην αποπληρώσει τα δάνεια, ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής της ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης περί δόλου.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι η προταθείσα από τις ανωτέρω πιστώτριες τράπεζες ένσταση περί δόλου της αναιρεσείουσας, είναι ορισμένη και νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 του Α.Κ. και ορθά έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή, καθόσον προτάθηκε προσηκόντως. Επομένως, ο κρινόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το ανωτέρω μέρος του και δη από τους αριθμούς 1 και 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ... απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "Η αιτούσα, γεννηθείσα το έτος 1967, είναι άγαμη χωρίς τέκνα, όπως προκύπτει από το αρ.
πρωτ. 5878/2017 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου .... Ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου από το έτος 2000, ενώ σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της αίτησης, είχε καταρτίσει με τις πιστώτριες τις κάτωθι συμβάσεις, αναλαμβάνοντας τις ακόλουθες οικονομικές υποχρεώσεις. Ειδικότερα, από το έτος 1998 διατηρούσε πιστωτική κάρτα εκδοθείσα από την "Εμπορική Τράπεζα ΑΕ", διάδοχος της οποίας κατέστη η τέταρτη των καθών ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "....", (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη), για την κάλυψη καταναλωτικών αναγκών της.
Κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2006 προέβη στην αγορά πρώτης κατοικίας με τη λήψη στεγαστικού δανείου με προσημείωση υποθήκης, τμηματικά ποσού 380.000 ευρώ από την πρώτη των καθών ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", αναλαμβάνοντας δόση στεγαστικού δανείου 1.700 ευρώ περίπου μηνιαίως, έχοντας εισόδημα από την εργασία της, το οποίο ανερχόταν κατά το έτος 2005, όπως προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα και το έντυπο Ε3 του TAXIS του οικονομικού έτους 2006, που αφορά δηλωθέντα εισοδήματα του έτους 2005, στο ποσό των 24.465,84 ευρώ (ήτοι μηνιαίως στο ποσό των 2.038,82 ευρώ).
Κατά το έτος 2006, ενώ διέθετε εισόδημα 42.894,19 ευρώ (ήτοι μηνιαίο εισόδημα ποσού 3.574,51 ευρώ), όπως προκύπτει από το έντυπο Ε3 του TAXIS του οικονομικού έτους 2007, που αφορά δηλωθέντα εισοδήματα του έτους 2006, εγγυήθηκε περαιτέρω στην ως άνω πιστώτρια υπέρ συγγενικού της προσώπου για τη λήψη στεγαστικού δανείου συνολικού ύψους 113.751,62 ευρώ.
Σύμφωνα, περαιτέρω, με τα οικεία εκκαθαριστικά σημειώματα, που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα, το ετήσιο εισόδημά της ανερχόταν κατά τα επόμενα οικονομικά 2008, 2009 και 2010, αντίστοιχα (για δηλωθέντα εισοδήματα ετών 2007, 2008 και 2009, αντίστοιχα), στο ποσό των 54.967,47 ευρώ (ήτοι μηνιαίως κατά το συγκεκριμένο έτος στο ποσό των 4.580,62 ευρώ), στο ποσό των 18.481,63 ευρώ (ήτοι μηνιαίως κατά το συγκεκριμένο έτος στο ποσό των 1.540,13 ευρώ) και στο ποσό των 26.215,01 ευρώ (ήτοι μηνιαίως κατά το συγκεκριμένο έτος στο ποσό των 2.184,58 ευρώ).
Επιπλέον, το έτος 2007, η αιτούσα ανέλαβε από τη δεύτερη των καθών και καταναλωτικό δάνειο ποσού 17.000 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια λόγω αδυναμίας αποπληρωμής του έτρεψε σε στεγαστικό, προσημειώνοντας περαιτέρω τη μοναδική οικία της, την οποία είχε αποκτήσει με λήψη στεγαστικού δανείου, κατά τα προεκτεθέντα.
Επιπροσθέτως, εγγυήθηκε στη δεύτερη των καθών για λήψη στεγαστικού δανείου ποσού 315.680,11 ευρώ, ενώ, κατά το έτος 2009 η αιτούσα ανέλαβε εκ νέου δανειακή υποχρέωση, μηνιαίας δόσης 600 ευρώ λόγω λήψης της καταναλωτικού δανείου ποσού 12.000 ευρώ από την τρίτη των καθών. Στη συνέχεια, επήλθε και μείωση του εισοδήματος από την εργασία της, όπως προκύπτει από τα οικεία εκκαθαριστικά σημειώματα, σύμφωνα με τα οποία, κατά το οικονομικό έτος 2011 (αφορά εισοδήματα του έτους 2010) το ετήσιο εισόδημά της ανερχόταν στο ποσό των 18.344,44 ευρώ, ήτοι μηνιαίως στο ποσό των 1.528,70 ευρώ, ενώ κατά τα οικονομικά έτη 2012, 2013, 2014 και 2015 το ετήσιο εισόδημά της ανερχόταν, αντίστοιχα, στο ποσό των 8.573,54 ευρώ για το οικονομικό έτος 2012 (ήτοι μηνιαίως κατά το συγκεκριμένο έτος στο ποσό των 714,46 ευρώ), στο ποσό των 2.568,02 ευρώ για το οικονομικό έτος 2013 (ήτοι μηνιαίως κατά το συγκεκριμένο έτος στο ποσό των 214,00 ευρώ), στο ποσό των 6.104,79 ευρώ για το οικονομικό έτος 2014 (ήτοι μηνιαίως κατά το συγκεκριμένο έτος στο ποσό των 508,73 ευρώ) και στο ποσό των 2991,47 ευρώ για το οικονομικό έτος 2015 (ήτοι μηνιαίως κατά το συγκεκριμένο έτος στο ποσό των 249,28 ευρώ).
Η αιτούσα έχει την πλήρη κυριότητα ενός διαμερίσματος, 6ου ορόφου, επιφάνειας 75,00 τμ, που βρίσκεται εντός του Δήμου Αθηναίων και επί της οδού ..., αντικειμενικής αξίας ποσού 108.750 ευρώ, σύμφωνα με το φύλλο υπολογισμού αξίας του, το οποίο η ίδια προσκομίζει και επικαλείται. Η ιδιοκτησία αυτή είναι βεβαρημένη με εμπράγματη ασφάλεια προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πρώτης και δεύτερης των καθών.
Η αιτούσα δεν διαθέτει άλλη ακίνητη ή κινητή περιουσία ούτε μετοχές ή μετρητά σε Τράπεζες. Επίσης δεν διαθέτει ούτε διέθετε κατά το χρόνο λήψης των δανείων της άλλη πηγή εισοδήματος. Με βάση τις ανωτέρω συμβάσεις, οι οφειλές της αιτούσας (κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα) προς τις καθών η αίτηση Τράπεζες μέχρι και την κοινοποίηση της αίτησης ανέρχονται στα εξής ποσά, ήτοι: 1.
Προς την πρώτη των καθών: α) από τη με αρ. 1140-3853-0/2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου στο ποσό των 252.506,19 ευρώ, απαίτηση η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας της, β) από τη με αρ. 1140-4278-0/2006 σύμβαση προσωπικού δανείου κατοικίας στο ποσό των 75.885,45 ευρώ, απαίτηση η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας της, γ) από τη με αρ. 1140-6467-0/2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου στο ποσό των 128.119,01 ευρώ, απαίτηση η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας της, δ) από τη με αρ. 3100-2137-0/2006 σύμβαση προσωπικού δανείου κατοικίας, ως εγγυήτρια, στο ποσό των 37.352,20 ευρώ, ε) από τη με αρ. 3100-2436-0/2006 σύμβαση προσωπικού δανείου κατοικίας, ως εγγυήτρια, στο ποσό των 76.399,42 ευρώ, 2.
Προς τη δεύτερη των καθών: α) από τη με αρ. 650001104431 σύμβαση στεγαστικού δανείου στο ποσό των 43.146,05 ευρώ, απαίτηση η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας της, β) από τη με αρ. 92019602684565 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ως εγγυήτρια, στο ποσό των 144.922,14 ευρώ, γ) από τη με αρ. 92019602684884 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ως εγγυήτρια, στο ποσό των 170.757,97 ευρώ, 3.
Προς την τρίτη των καθών: α) από τη με αρ. 10213700000001857 σύμβαση καταναλωτικού δανείου στο ποσό των 8.231,69 ευρώ, β) από τη με αρ. MARFIN BANK ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου στο ποσό των 57.908,23 ευρώ και 4. Προς την τέταρτη των καθών από τη με αρ. 00201509111106 σύμβαση πιστωτικής κάρτας στο ποσό των 7.876,67 ευρώ. Οι εκ των ανωτέρω απαιτήσεων που είναι εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας της αιτούσας συνεχίζουν να εκτοκίζονται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση αίτησης (άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010).
Συνολικά, επομένως, οι ανωτέρω οφειλές της αιτούσας προς τις καθών-πιστώτριες Τράπεζες ανέρχονται στο ποσό του ενός εκατομμυρίου τριών χιλιάδων εκατόν πέντε (1.003.105) ευρώ. Οι καθών η αίτηση παριστάμενες τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες με τις επωνυμίες "...", "... ... και "..." ισχυρίζονται, επαναφέροντας την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση τους (με σχετική δήλωση περιληφθείσα στις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις τους και καταγραφείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), ότι η αιτούσα περιήλθε με ενδεχόμενο τουλάχιστον δόλο σε αδυναμία πληρωμής των ήδη ληξιπρόθεσμων χρεών της, επικαλούμενες ότι η τελευταία προέβη στη σύναψη των προαναφερόμενων δανειακών συμβάσεων, μέρος μάλιστα των οποίων προορίζονταν για καταναλωτικές της ανάγκες, αν και εξ αρχής γνώριζε ότι με βάση τα αναφερόμενα στην αίτησή της εισοδήματα, σε συνδυασμό με τα συνήθη έξοδα διαβίωσης της, θα ήταν αδύνατο να τα αποπληρώσει.
Η ως άνω ένσταση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, τυγχάνει ουσιαστικά βάσιμη, καθώς αποδείχθηκε ότι πράγματι η περιέλευση της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της οφείλεται σε ενδεχόμενο δόλο, καθώς αυτή εξ αρχής συμφώνησε με περισσότερους πιστωτές την απόλαυση διαφόρων τραπεζικών προϊόντων σημαντικού και δυσανάλογου προς τα εισοδήματα της ύψους, αλλά και τα εισοδήματα του μέσου Δικηγόρου αντίστοιχης ηλικίας και προϋπηρεσίας (πέντε ετών από την έναρξη άσκησης επαγγέλματος), προβλέποντας ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της, θα την οδηγούσε αργά ή γρήγορα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό.
Ειδικότερα, κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2006 (ασκούσα επί πενταετία τότε το δικηγορικό λειτούργημα) προέβη στην αγορά πρώτης κατοικίας με τη λήψη στεγαστικού δανείου με προσημείωση υποθήκης, τμηματικά ποσού 380.000 ευρώ από την πρώτη των καθών Τράπεζα, αναλαμβάνοντας δόση στεγαστικού δανείου 1.700 ευρώ περίπου μηνιαίως, ενώ γνώριζε ότι το εισόδημα από την εργασία της, το οποίο ανερχόταν ετησίως κατά το έτος 2005 στο ποσό των 24.465,84€, ήτοι μηνιαίως στο ποσό των 2.038,82€, δεν επαρκούσε για την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση του δανείου και την κάλυψη των υπολοίπων βιοτικών της αναγκών.
Παρά ταύτα, και το επόμενο έτος 2006, ενώ είχε εισόδημα, το οποίο συγκεκριμένα ανερχόταν κατά το έτος αυτό (2006) στο ποσό των 42.894,19 ευρώ (ήτοι μηνιαίο εισόδημα ποσού 3.574,51 ευρώ) εγγυήθηκε περαιτέρω στην ίδια ως άνω πιστώτρια Τράπεζα υπέρ συγγενικού της προσώπου για τη λήψη στεγαστικού δανείου συνολικού ύψους 113.751,62 ευρώ, γνωρίζοντας και κατανοώντας, λόγω και των επιστημονικών της γνώσεων (νομικός), αλλά και της επαγγελματικής της ενασχόλησης (δικηγόρος ασχολούμενη με τραπεζικές συμβάσεις δανείων), την πρόσθετη οικονομική υποχρέωση που ανελάμβανε.
Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με τα οικεία εκκαθαριστικά σημειώματα που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα, το ετήσιο εισόδημα της ανερχόταν κατά τα οικονομικά έτη 2007, 2008, 2009 και 2010, αντιστοίχως, στο ποσό των 42.894,19 ευρώ (ήτοι μηνιαίως κατά το συγκεκριμένο έτος στο ποσό των 3.574,51 ευρώ), στο ποσό των 54.967,47 ευρώ (ήτοι μηνιαίως κατά το συγκεκριμένο έτος στο ποσό των 4.580,62 ευρώ), στο ποσό των 18.481,63 ευρώ (ήτοι μηνιαίως κατά το συγκεκριμένο έτος στο ποσό των 1.540,13 ευρώ) και στο ποσό των 26.215,01 ευρώ (ήτοι μηνιαίως κατά το συγκεκριμένο έτος στο ποσό των 2.184,58 ευρώ).
Η αιτούσα, συνεκτιμώντας (κατ' έτος) τα ως άνω εισοδήματά της, που προέρχονταν αποκλειστικά από την εργασία της, ανέλαβε ωστόσο επιπλέον το έτος 2007 από τη δεύτερη των καθών και άλλο καταναλωτικό δάνειο, ποσού 17.000 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια λόγω αδυναμίας αποπληρωμής του έτρεψε σε στεγαστικό, προσημειώνοντας περαιτέρω τη μοναδική οικία της, την οποία είχε αποκτήσει με λήψη στεγαστικού δανείου κατά τα προεκτεθέντα, προκειμένου να απολαμβάνει ευνοϊκότερους όρους αποπληρωμής αυτού (χαμηλότερο επιτόκιο).
Περαιτέρω, η αιτούσα εγγυήθηκε στη δεύτερη των καθών για λήψη στεγαστικού δανείου ποσού 315.680,11 ευρώ, σύμφωνα με την οικεία βεβαίωση ληξιπρόθεσμων οφειλών από την ως άνω αιτία, της πιστώτριας αυτής Τράπεζας. Κατά το έτος 2009, η αιτούσα ανέλαβε εκ νέου δανειακή υποχρέωση, μηνιαίας δόσης 600 ευρώ, λόγω λήψης καταναλωτικού δανείου ποσού 12.000 ευρώ από την τρίτη των καθών, προκειμένου να αποπληρώσει οφειλές της σε ασφαλιστικό ταμεία, εφορία κλπ., λόγω επελθούσας πλέον οικονομικής αδυναμίας κάλυψης των επαγγελματικών και λοιπών αναληφθεισών εκ μέρους της υποχρεώσεων, εξαιτίας των υπέρογκων δανειακών υποχρεώσεων που είχε πλέον αναλάβει σε συνδυασμό και με τις βιοτικές της ανάγκες.
Επισημαίνεται ότι, όπως κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η προτεινόμενη από την αιτούσα μάρτυρας αδερφή της (....των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών), η αιτούσα είχε και η ίδια αρχικώς αμφιβολίες για τη δυνατότητά της να καλύψει όλες τις ανωτέρω δανειακές και εγγυητικές υποχρεώσεις της, πίστεψε όμως στις υποσχέσεις των ιθυνόντων του συνεργαζόμενου με αυτή τραπεζικού ιδρύματος "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" ότι σύντομα θα μονιμοποιηθεί σε αυτό, συνάπτοντας σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, οπότε θα μπορούσε -κατά τις εκτιμήσεις της- σε βάθος χρόνου να ανταποκριθεί στις αυξημένες ως άνω δανειακές και εγγυητικές της υποχρεώσεις που ανελάμβανε.
Ο ίδιος ισχυρισμός περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της έφεσης (....) και στις προτάσεις της αιτούσας (...), πλην όμως δεν κρίνεται πειστικός από το Δικαστήριο καθώς ουδέν σχετικό έγγραφο στοιχείο προσκομίσθηκε είτε πρωτοδίκως είτε στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, από το οποίο να προκύπτει η ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους του ως άνω τραπεζικού ιδρύματος για τη σύναψη τέτοιας σύμβασης πάγιας έμμισθης εντολής, η οποία, άλλωστε, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά και τα ισχύοντα στον κλάδο των μεγάλων Ανωνύμων Εταιρειών και δη των Τραπεζικών, δεν θα μπορούσε να συναφθεί προφορικά, αλλά μόνον εγγράφως, και μάλιστα με την υπογραφή συγκεκριμένου στελέχους (του Δντος Συμβούλου ή του Δντού Προσωπικού ή άλλου ειδικά εντεταλμένου από το Δ.Σ.
προσώπου) έχοντος ειδική προς τούτο εντολή και πληρεξουσιότητα που να δεσμεύει την εταιρεία, κάτι που εκ της ενασχολήσεώς της με τη δικηγορία και της εξειδίκευσης της στα τραπεζικά ζητήματα ήταν απολύτως σε θέση να γνωρίζει η αιτούσα. Επιπλέον, όμως, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός είναι και αλυσιτελής, αφού οι αποδοχές από σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου, με βάση και πάλι τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, αλλά και τα οριζόμενα διαχρονικά στον Κώδικα περί Δικηγόρων αναφορικά τουλάχιστον με τις κατώτατες νόμιμες αποδοχές δικηγόρων συνδεόμενων με σχέση παγίας έμμισθης εντολής με τους πελάτες τους, δεν υπερβαίνουν το ποσό των εισοδημάτων που η ίδια η αιτούσα εξασφάλιζε μέσω της κατ' αποκοπήν συνεργασίας της με την ίδια Τράπεζα τουλάχιστον κατά τα έτη 2005 και 2006 (2.038,82 ευρώ και 3.574,51 ευρώ, αντίστοιχα), τα οποία όμως ήταν ήδη -κατά τα ανωτέρω-ανεπαρκή για την εξυπηρέτηση των υπέρογκων δανειακών και εγγυητικών υποχρεώσεων που ανέλαβε η αιτούσα και οι οποίες, κατά την ημερομηνία υποβολής της ένδικης αίτησης, ανέρχονταν στο υπέρογκο και οπωσδήποτε ασύνηθες για φυσικό πρόσωπο ποσό του ενός εκατομμυρίου τριών χιλιάδων εκατόν πέντε (1.003.105) ευρώ.
Με βάση τα προαναφερθέντα, αποδεικνύεται πλήρως ότι η περιέλευση της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις καθ' ων η αίτηση Τράπεζες οφειλόταν σε ενδεχόμενο δόλο της τελευταίας, καθώς προκύπτει ότι, κατά το χρόνο ανάληψης των επίδικων δανείων, αυτή (αιτούσα) γνώριζε και πάντως είχε τη δυνατότητα να προβλέψει ότι δεν θα μπορούσε στο μέλλον να τα εξυπηρετήσει.
Παράλληλα, η αιτούσα δεν επικαλέστηκε ούτε απέδειξε ότι είχε εισοδήματα και από άλλες πηγές (π.χ. εισόδημα από ακίνητα), τα οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να χρησιμοποιήσει ως συμπλήρωμα του συνολικού ποσού των δόσεων που έπρεπε να καταβάλλει μηνιαίως στους πιστωτές της. Επιπλέον, δεν απέδειξε αυτή ότι, κατά την ανάληψη των επίδικων οφειλών της, μπορούσε να αναμένει ή να ελπίζει ρεαλιστικά σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών της, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής των δυσθεώρητων, κατά τα ανωτέρω, χρεών της, αλλά ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε, κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο, πιθανή βελτίωση του ατομικού της εισοδήματος στο μέλλον, ώστε να προσδοκά αυτή δικαιολογημένα και με βεβαιότητα ότι με την αύξηση των εισοδημάτων της θα μπορούσε να αποπληρώνει προσηκόντως τις δανειακές και εγγυητικές της υποχρεώσεις.
Κατόπιν όλων των προαναφερθέντων προκύπτει ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 31.1.2017 αίτηση περί δικαστικής ρύθμισης των χρεών της αιτούσας, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική ένσταση που πρόβαλαν οι καθών η αίτηση Τράπεζες περί δόλιας περιέλευσης αυτής (αιτούσας) σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθούν οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος και τρίτος (κατά το πρώτο σκέλος) λόγοι της έφεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 και εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, κρίνοντας ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 31.1.2017 αίτησή της περί δικαστικής ρύθμισης των χρεών της, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση που προέβαλαν οι άνω αναιρεσίβλητες - πιστώτριες τράπεζες περί δόλιας περιέλευσης αυτής σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από δικό της δόλο, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 του Α.Κ., τις οποίες συνεπώς, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος, περί ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αίτησης της αναιρεσείουσας για την υπαγωγή του στις ρυθμιστικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, κατόπιν παραδοχής, ως ορισμένης, νόμιμης και κατ' ουσίαν βάσιμης, της ένστασης των άνω αναιρεσίβλητων τραπεζών, περί περιέλευσης της αναιρεσείουσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών της από δικό της δόλο.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την περιέλευση της αναιρεσείουσας σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων από δικό της δόλο, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια: α) όλα τα τραπεζικά προϊόντα, που έλαβε η αναιρεσείουσα, από καθεμία των αναιρεσίβλητων - πιστωτριών τραπεζών, αντίστοιχα, και τα οποία οφείλει με την ιδιότητα είτε της πρωτοφειλέτριας, είτε της εγγυήτριας, β) ο χρόνος, κατά τον οποίο, τα συμφώνησε και τα έλαβε, γ) τα εισοδήματα της αναιρεσείουσας αναλυτικά, καθ' όλα τα κρίσιμα έτη από το 2005 έως και το 2015, στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά της δημιουργίας των οφειλών, δ) οι μηνιαίες δόσεις που έπρεπε να καταβάλει, ε) η μη επάρκεια των εισοδημάτων της για την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων και την ταυτόχρονη κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, στ) η αδυναμία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, ζ) η περιέλευσή της στη μόνιμη αυτή αδυναμία πληρωμής των χρεών της, από δικό της δόλο, διότι συμφώνησε με περισσότερους πιστωτές την απόλαυση διαφόρων τραπεζικών προϊόντων σημαντικού ύψους και δυσανάλογου προς τα εισοδήματά της, αλλά και τα εισοδήματα του μέσου δικηγόρου αντίστοιχης ηλικίας και προϋπηρεσίας (πέντε ετών από την έναρξη άσκησης επαγγέλματος), προβλέποντας ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύφος των οφειλών της, θα την οδηγούσε αργά ή γρήγορα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και η) συμπερασματικά, ότι η περιέλευση της αναιρεσείουσας σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις αναιρεσίβλητες τράπεζες οφείλεται σε δόλο της τελευταίας, καθόσον κατά το χρόνο ανάληψης των επίδικων δανείων, αυτή γνώριζε και πάντως είχε τη δυνατότητα να προβλέψει ότι δεν θα μπορούσε στο μέλλον να τα εξυπηρετήσει.
Επομένως το Εφετείο, διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς όλα τα ως άνω ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς οι, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, λόγοι, κατά το οικείο μέρος τους, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, [ πέραν του απαραδέκτου αυτών λόγω της αοριστίας τους, διότι στο αναιρετήριο: α) δεν αναφέρεται το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων και β) διαλαμβάνονται ελάχιστες, μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας και όχι, όπως απαιτείται, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, το σύνολο των κρίσιμων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, έστω και συνοπτικά, η ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου και ειδικότερα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και στα οποία θεμελίωσε την κρίση του ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης δόλου, που προβλήθηκε από τις άνω αναιρεσίβλητες - πιστώτριες τράπεζες και τη συνακόλουθη αβασιμότητα της ένδικης αίτησης της αναιρεσείουσας], είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, οι εξεταζόμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι, κατά το ανωτέρω μέρος τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και για το λόγο ότι οι περιλαμβανόμενες σε αυτούς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές, επαρκές και μη αντιφατικό αποδεικτικό του πόρισμα, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω, οι δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, κατά το μέρος, κατά το οποίο αποδίδεται με αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί οι περιλαμβανόμενοι σε αυτούς ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν συνιστούν "πράγμα", κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, όπως αυτή προεκτέθηκε στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, αλλά αποτελούν αρνητικούς της ισχυρισμούς, αναφορικά με την ένσταση δόλου, που προβλήθηκε από τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες - πιστώτριες τράπεζες και σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον όλες οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ανάγονται στην πραγματικότητα, όχι στη μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αριθμός 5 εδαφ.
β' Κ.Πολ.Δ, αλλά στην εσφαλμένη, κατά τη γνώμη της, αξιολόγηση των αποδείξεων, όσον αφορά τη γενομένη δεκτή ένσταση περί δόλιας περιέλευσής της σε αδυναμία πληρωμών, οι οποίες όμως, ανωτέρω αιτιάσεις, ως αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο. Τέλος, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την αντένσταση, από το άρθρο 300 ΑΚ, περί συντρέχοντος πταίσματος των αναιρεσίβλητων τραπεζών, την οποία η αναιρεσείουσα προέβαλε, επικαλούμενη ότι οι δανείστριες τράπεζες γνώριζαν την οικονομική και περιουσιακή της κατάσταση και παρ' όλα αυτά τη δάνειζαν με ευκολία, δημιουργώντας σε αυτή την πεποίθηση ότι θα ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις.
Ο εξεταζόμενος αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο χρόνος και ο τρόπος πρότασης από την αναιρεσείουσα του ως άνω ισχυρισμού (αντένστασης) περί συντρέχοντος πταίσματος των αναιρεσίβλητων, επί του οποίου στηρίζεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ούτε και η επαναφορά του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο της έφεσής της, ούτε άλλωστε ο ισχυρισμός αυτός εμπίπτει στις αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., γεγονός άλλωστε που δεν επικαλείται και η αναιρεσείουσα.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ .
Απορρίπτει την από 28-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ