Legislator Case Law & Legislation
247/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land registry correction order due to procedural and substantive legal errors.

Case Number 247/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court order correcting land registry entries for an unknown owner. The State argued the lower court violated procedural rules and substantive property laws, but the Court found these grounds inadmissible or unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2 and 559 of the Code of Civil Procedure; Appeals based on procedural law violations are inadmissible, while appeals challenging substantive law findings must be substantiated by evidence and cannot rely on hypothetical errors in factual assumptions.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural law violation substantive law violation land registry correction unknown owner legal costs civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 6 of Law 2664/1998
Article 242 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987
Article 2 of the 134423/28.12.1992 Ministerial Decision

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 383/2021
Supreme Court Case 768/2019
Supreme Court Case 1596/2018
Supreme Court Case 1001/2018
Supreme Court Case 1366/2018
Supreme Court Case 25/2003
Supreme Court Case 713/2020
Supreme Court Case 232/2020
Supreme Court Case 2125/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 247 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 247/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Η. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κρίκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 16-7-2013 κύρια παρέμβαση, του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1205/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2574/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 28.4.2021 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 2574/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 1205/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αίτηση του αναιρεσίβλητου για τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής του αναφερομένου σε αυτήν ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου Ελευσίνας Αττικής και είχε διαταχθεί η διόρθωση, ώστε αντί της εσφαλμένης καταχώρισης " άγνωστος ιδιοκτήτης" να καταχωριστεί ο αιτών ως κύριος του επιδίκου ακινήτου, επί πλέον δε είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η κυρία παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553,556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 περ. α' Ν. 2664/1998, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 Ν. 4164/2013, στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου ορισθεί αυτός στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την κατάθεσή της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της κύριας παρέμβασης. Εφόσον η αίτηση γίνει τελεσιδίκως δεκτή, διορθώνεται η εγγραφή.

Με την αίτηση της περίπτωσης α' μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα κατά το άρθρο 1192 αρ. 1-4 ΑΚ, η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο. Στην περίπτωση αυτή, με την αίτηση ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και η καταχώρηση του δικαιώματος στο φερόμενο στο μη μεταγεγραμμένο τίτλο ως αποκτώντα, εφόσον συντρέχουν όλες οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με αυτή φέρεται τούτο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", ο επικαλούμενος ότι είναι κύριος αυτού ή δικαιούχος οποιουδήποτε άλλου εγγραπτέου στο Κτηματολόγιο δικαιώματος, θα επιτύχει τη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής, με την άσκηση της σχετικής αιτήσεως ενώπιον του Κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρι να ορισθεί, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης είναι η διαπίστωση της υπάρξεως του εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος κατά την καταχώρηση της πρώτης εγγραφής και η διόρθωση της τελευταίας, σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση οποιουδήποτε αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση αλλά έλλειψη διαπιστώσεως του υπάρχοντος δικαιώματος.

Συνεπώς, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ζητείται μόνο η διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής και όχι η αναγνώριση της κυριότητας του αιτούντος, ανεξαρτήτως του ότι ερευνάται από το Δικαστήριο ως προϋπόθεση η ύπαρξη του επικαλούμενου δικαιώματος της κυριότητας για την αιτούμενη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου.

Η ως άνω αίτηση δεν στρέφεται κατά ουδενός, το δε Ελληνικό Δημόσιο, όπως ο ΟΚΧΕ και οι Προϊστάμενοι των Κτηματολογικών Γραφείων στα πλαίσια των δικών της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν καθίστανται διάδικοι. Η διαδικασία διόρθωσης των ανακριβών πρώτων εγγραφών με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο δικαίωμα ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή και κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας με παράλληλη υποχρέωση κοινοποίησης της αίτησης στο Ελληνικό Δημόσιο προβλέφθηκε για πρώτη φορά με τον Ν. 3481/2006, λόγω της μεταβολής της αξιολογικής νομοθετικής αντίληψης ως προς τη φύση των ως άνω διαφορών, που δεν περιέχουν κατά κανόνα αμφισβήτηση, διότι από την εγγραφή υπέρ "αγνώστου ιδιοκτήτη" και μόνο, δεν δημιουργείται πραγματική ιδιωτική διαφορά μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων και πάντως όχι μεταξύ του ενάγοντος και του ΟΚΧΕ, καθώς το αιτούμενο είναι η διαπίστωση του εγγραπτέου δικαιώματος του δικαιούχου.

Κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος, που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές, είναι αυτός της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή, όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ και όχι αυτός της έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2. του ΑΚ και 12 παρ. 1 ζ' του Ν. 2664/1998.

Εξάλλου, κατά τις περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), εκείνος δε που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Επί πλέον, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Τη συνδρομή της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.(ΑΠ 69/2018, ΑΠ 712/2017). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" .

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/18-5- 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 16.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας από ιδιώτες, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών με διάνοια κυρίου και καλή πίστη είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 555/2016, ΑΠ 1343/2015).

Επί πλέον, από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στις διατάξεις του πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 21-1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", και στα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830, καθώς και της από 27-6/9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.

Έτσι περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνα, τα οποία κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου της 21-6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνική Επανάστασης και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς.

Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ"), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο.

Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2) Με τη διάταξη δε του άρθρου 95 παρ. 1 περ.

α του Συντάγματος ορίζεται ότι στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν, μεταξύ άλλων, η μετά από αίτηση ακύρωσης των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, ενώ με την παρ. 3 εδ. α του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, το δε Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει.

Σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής διάταξης του άρθρου 95 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε με λεκτικές διαφοροποιήσεις και πριν την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, αιτήσεις ακύρωσης διαφόρων κατηγοριών υποθέσεων υπήχθησαν με το Ν. 702/1977 στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου.

Σημειώνεται ότι από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ακυρωτική διαφορά υπαγόμενη στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα διοικητικά εφετεία δεν προκαλείται από τη δικαστική αμφισβήτηση κάθε πράξης διοικητικής αρχής, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά μονομερούς πράξης που παράγει έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνο από τη δικαστική αμφισβήτηση των εκτελεστών εκείνων πράξεων των διοικητικών αρχών (πρβλ.

και άρθρο 45 παρ. 1 Π.Δ/τος 18/1989) που εκδίδονται κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος ή εκείνων που εκδίδονται στο πλαίσιο διαγραφόμενης από το νόμο ειδικής διοικητικής διαδικασίας (ΑΠ 369/2021, ΑΠ280/2016, ΑΠ 854/2009). Επί πλέον, με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)...

γ)..., ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές ... και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δύνανται να ελέγχουν τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων, δηλαδή την αντίθεσή τους προς το Σύνταγμα ή τους νόμους, εφόσον από το κύρος τους εξαρτάται η διάγνωση της κρινόμενης διαφοράς ιδιωτικού δικαίου.

Η δυνατότητα αυτή προκύπτει από την αδιάστικτη διατύπωση του άρθρ. 2 ΚΠολΔ αλλά και τον διαφορετικό σκοπό, που επιδιώκει η διοικητική σε σχέση με την πολιτική δίκη. Το κύρος δε και η νομιμότητα της εκτελεστής αυτής πράξης των οργάνων της διοίκησης, ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, εφ' όσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν υπάρχει περί του κύρους αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο και δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 369/2021, ΑΠ 447/1984, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 229/2016).

Το πολιτικό δικαστήριο, όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα μίας διοικητικής πράξης ελέγχει, μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στο πλαίσιο της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και τέλος αν είναι ή όχι αιτιολογημένη.

Δεν αποκλείεται δε ο παρεμπίπτων έλεγχος, όταν η ελεγχομένη εκτελεστή διοικητική πράξη έχει καταστεί απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ή αίτησης ακύρωσης ενώπιον του κατά νόμο εκάστοτε αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου από τον ενδιαφερόμενο διάδικο. Και τούτο διότι η πάροδος της προθεσμίας δεν θεραπεύει το ελάττωμα της εκτελεστής διοικητικής πράξης από το οποίο αυτή πάσχει, αλλά απλώς καθιστά απαράδεκτη την αίτηση ακύρωσης, και δεν εμποδίζει, συνεπώς, τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας αυτής από τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 369/2021, ΑΠ 1366/2018, 281/2017, ΑΠ 1627/2017, ΑΠ 1709/2010 ).

Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Περίπτωση όμως τοιαύτης υπέρβασης της δικαιοδοσίας δεν συντρέχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια εξετάζουν παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία αν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της δίκης δεν θα υπάγονταν στη δικαιοδοσία τους, διότι η έννοια του παρεμπίπτοντος συνδέεται κατά νόμο (άρθ. 2 και 282 του ΚΠολΔ), κατά τα ήδη προαναφερθέντα, με την απλή εξέταση και όχι με τη διάγνωση του ζητήματος, όταν το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας προς τούτο και για το λόγο αυτό άλλωστε, στην περίπτωση αυτή, η απόφασή του πολιτικού δικαστηρίου για το κριθέν παρεμπιπτόντως διοικητικής φύσης ζήτημα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου, δεν παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 369/2021, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 659/2016).

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Ο ίδιος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 δεν ιδρύεται για παραβιάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 383/2021, ΑΠ 768/2019, ΑΠ 1596/2018, ΑΠ 1001/2018). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 1155/2021, ΑΠ 175/2020, ΑΠ1103/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 2574/2019 αποφάσεώς του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο ενάγων είναι κύριος ενός γεωτεμαχίου κειμένου κατά τον τίτλο κτήσης, την υπ' αριθμ. .../…-…-1996 Δήλωση Αποδοχής Κληρονομιάς, του συμφ/φου Ελευσίνας, Ε.

Θ. Α., η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα... στην κτηματική περιφέρεια του τέως Δήμου Μάνδρας Αττικής, και στην ειδική θέση "...", εμβαδού μέτρων τετραγωνικών τριών χιλιάδων εξακοσίων πενήντα (3.650,00) και σύμφωνα με το από Μαρτίου 2013 Τοπογραφικό ιδιοκτησιών Α. Η., του Πολιτικού Μηχανικού Φ. Δ. Σ. που έχει συνταχθεί σύμφωνα με το σύστημα συντεταγμένων Ε.Γ.Σ.Α. '87 ...

έχει συνολικό εμβαδόν 3.524,16 τ.μ. ... Το ακίνητο αυτό του αιτούντος έχει καταχωρηθεί στο Κτηματολογικό Γραφείο Ελευσίνας και στα κτηματολογικά βιβλία τoυ πρώην Δήμου Μαγούλας Αττικής και νυν Δημοτικής ενότητας Μαγούλας του νέου Δήμου Ελευσίνας -Μαγούλας σε δύο τμήματα με ξεχωριστά ΚΑΕΚ. Το μεν πρώτο και μεγαλύτερο με ΚΑΕΚ ...

με εμβαδόν 3.391,93 τ.μ. με φερόμενο ιδιοκτήτη το Ελληνικό Δημόσιο και το δεύτερο και μικρότερο με ΚΑΕΚ ... με εμβαδόν 132,23 τ.μ. και με φερόμενο ιδιοκτήτη "άγνωστος", το οποίο βρίσκεται στη νότια πλευρά του μείζονος γεωτεμαχίου και αποτελεί το επίδικο ακίνητο... Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος-εφεσιβλήτου ως εξής:

Στις …-…-1994 απεβίωσε στην Αθήνα ο πατέρας του Γ. Η. του Α., ο οποίος δυνάμει της με αριθμ. …/…-...-1989 δημόσιας διαθήκης του συνταχθείσης παρά του Συμ/φου Ελευσίας Ε. Α., που δημοσιεύθηκε νόμιμα ... εγκατέστησε τον αιτούντα - εφεσίβλητο κληρονόμο, μεταξύ άλλων, κατά πλήρη κυριότητα ενός αγρού εκτάσεως 3.650 τ.μ. κειμένου εις την περιφέρεια του Δήμου άνδρας στη θέση ... ...

Την κληρονομιά του ως άνω ο αιτών αποδέχθηκε συνταγείσης της με αριθμ. .../1996 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Π. Α., που μεταγράφηκε νομίμως ... δυνάμει της με αριθμ. /…-…-1955 δημόσιας διαθήκης νομίμως δημοσιευθείσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Στην πράξη αυτή αναφέρεται μεταξύ άλλων ακινήτων το με αριθμ 2 το οποίο αναφέρει: "Εκ του εις την θέσιν "..." … ελαιοκτήματος τμήμα εις το αρκτικό μέρος περιέχον δώδεκα (12) ελαιόδενδρα μετά της γης και περιοχής των, οριζόμενον ανατολικώς Π.

Κ., δυτικώς με κληρ. Σ. Π., αρκτικώς με κληρ. Π. Κ. και μεσημβρινώς με Μ. Η.". Στον Α. Η. του Μ. το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε εξ αγοράς παρά των κληρονόμων Α. Φ. και συγκεκριμένα: 1. Τον Κ. Φ. του Α. 2. Τον Β. Φ. του Α. και 3. Την Μ. χα Π. Φ. γι' αυτήν ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της με το με αριθμ. .../… . …. .1939 πωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα στο οποίο αναφέρει ότι αγόρασε: "Εν ελαιόκτημα κείμενον εις θέσιν ...

εκ τεσσαράκοντα ενός (41) περίπου ελαιοδένδρων μετά της γης των όσης εκτάσεως είναι, συνορευόμενον .... Οι ανωτέρω πωλητές είχαν αποκτήσει το ακίνητο εκ κληρονομιάς εξ αδιαιρέτου του πατέρα τους Α. Φ., ο οποίος απεβίωσε την 20.3.1926 και τον οποίον εκτός των ανωτέρω τέκνων κληρονόμησε και η σύζυγος του Σ. χα Α.

Φ., η οποία απεβίωσε την …-…-1935 και της οποίας την κληρονομική μερίδα επί του ανωτέρω ακινήτου απεδέχθησαν τα τέκνα της. Στον δε Α. Φ. είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθμ. .../1883 συμβολαίου του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ελευσίνας, το όνομα του οποίου δεν είναι αναγνώσιμο στο εν λόγω συμβόλαιο το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί...

Στον εν λόγω τίτλο περιγράφεται ως ελαιοτεμάχιο περιέχον 140 ελαιόδεντρα μετά της γης των, όσης έκτασης και αν είναι και τα όριά του. Ο Α. Φ. εγκαταστάθηκε στη νομή της ανωτέρω ιδιοκτησίας του, τμήμα της οποίας αποτελεί και η επίδικη, ήδη από το έτος 1883, και έκτοτε την χρησιμοποιούσε αναμφισβήτητα συνεχώς και αδιαταράκτως, ασκώντας σε αυτή διακατοχικές πράξεις φυτεύοντας ελαιόδεντρα.

Συνεπώς ο Α. Φ. έχει καταστεί αναμφισβήτητα κύριος της ανωτέρω εδαφικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη με αριθμ. 3127/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (σε δεύτερο βαθμό) και την με αριθμ. 21/1975 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας (σε πρώτο βαθμό) επί ανακοπής του δικαιοπαρόχου του αιτούντος Γ.

Α. Η., κατά του με αριθμ. ..../…-…-1975 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του τμήματος Δασών Δυτικής Αττικής, δυνάμει του οποίου (πρωτοκόλλου) ο Γ. Η. απεβλήθη από τμήμα της πιο πάνω εκτάσεως επιφανείας 1250 τ.μ. με την αιτιολογία ότι αυτό αποτελούσε δασική έκταση. Οι ανωτέρω αποφάσεις έκριναν ότι το ακίνητο δεν ήταν ουδέποτε δασικό αλλά καλλιεργείτο δι' ελαιοδένδρων από τους δικαιοπαρόχους του αιτούντος, από χρόνο προγενέστερο της 4.2.1885.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ότι το παραπάνω ακίνητο ανήκε στην κυριότητά του, η άσκηση όπως αποδείχθηκε πράξεων νομής από τον Α. Φ. με καλή πίστη και διάνοια κυρίου τουλάχιστον από το έτος 1883 ήτοι πλέον της τριακονταετίας έως την 11-9-1915, καταλύει την τυχόν προϋπάρχουσα κυριότητα του Δημοσίου...

Περαιτέρω τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις ασκούσαν επί του επιδίκου και οι καθολικοί διάδοχοι αυτού (Α. Φ.) καθώς και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι του αιτούντος. Μάλιστα, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω ο Γ. Η. (δικαιοπάροχος του αιτούντος) παρόλο που απεβλήθη από τμήμα του ακινήτου δυνάμει του .../…-…-1975 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Τμήματος Δασών Δυτικής Αττικής, πέτυχε την ακύρωσή του (πρωτοκόλλου αυτού) δυνάμει των ανωτέρω αναφερόμενων δικαστικών αποφάσεων.

Επιπροσθέτως αποδείχθηκε ότι ο αιτών, από το έτος 1996, ασκεί πράξεις νομής επ' αυτού με διάνοια κυρίου και ειδικότερα έχει προβεί σε περίφραξη αυτού και επιμελείται αδιαλείπτως για τον καθαρισμό της περίφραξης και καλλιέργειας, με νόμιμο τίτλο, διάνοια κυρίου και καλή πίστη ... Από όλα όσα ανωτέρω εκτέθηκαν προκύπτει αναμφισβήτητα ότι ο ενάγων έχει καταστεί κύριος αυτού (επιδίκου) ήδη από το έτος 1996, αφού απέκτησε τούτο με νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο από κυρίους, οι οποίοι στήριζαν το δικαίωμα κυριότητάς τους επ' αυτού σε νόμιμα μεταγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο και με αγορά από κύριο τούτου, αφού ο τελευταίος στήριζε την κυριότητά το στην αδιάλειπτη διαδοχική νομή του επιδίκου, προσμετρώντας το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του από το έτος 1883.

Μετά την κήρυξη της περιοχής του Δήμου Μαγούλας υπό κτηματογράφηση κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης το γεωτεμάχιο (αγρός) έχει λάβει ΚΑΕΚ ... και φέρεται ότι ανήκει στην κυριότητα "αγνώστου" καθόσον ο αιτών από παραδρομή δεν προέβη στη δήλωσή του, σύμφωνα με το ν. 2308/1995... Περαιτέρω το εκκαλούν ... ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τον χαρακτήρα του επιδίκου ως αγροτεμαχίου ενώ αυτό προσκόμισε όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν το δασικό του χαρακτήρα και ειδικότερα το με αριθμ.

πρωτ. .../…-…-2013 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Δυτικής Αττικής σύμφωνα με το οποίο το επίδικο τμήμα εμφανίζεται ως δασική έκταση στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 και του έτους 1995 και συμπεριλαμβάνεται σε ευρύτερη δασικής μορφής έκτασης. Η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού καταρρίπτεται αφενός με όσα αναφέρονται στα ανωτέρω αναφερόμενα ειδικότερα συμβόλαια κτήσεως του επιδίκου ακινήτου από τον αιτούντα και τους δικαιοπαρόχους του στα οποία με σαφήνεια αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο ήταν αγροτεμάχιο και καλλιεργούνταν με ελαιόδεντρα από το έτος 1883 αφετέρου από την με αριθμ. 3127/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τη με αριθμ. 21/1975 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας όπου επίσης αναφέρουν ότι επρόκειτο περί αγροτεμαχίου που καλλιεργούνταν από το έτος 1883 και όχι για δασική έκταση ενώ από την άλλη πλευρά το Δημόσιο δεν προσκόμισε άλλα στοιχεία πέραν των αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1995 στις οποίες όμως δεν διακρίνεται δασική βλάστηση στην επίδικη έκταση.

Σημειωτέον ότι κατόπιν των από 27.6.2005 αντιρρήσεων του αιτούντος - εφεσιβλήτου με τη με αριθμό .../2016 απόφαση της Τεχνικής Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Δυτικής Αττικής, δέχτηκε ότι "από το διαχρονικό έλεγχο αεροφωτογραφιών ετών 1945, 1960 και 1997 και από την ευρύτερη περιοχή, διαπιστώθηκε ότι η ανωτέρω επίδικη έκταση, ως συνέχεια και ενιαίο σύνολο με τις φρυγανώδεις, χορτολιβαδικές εκτάσεις που εκτείνονται κυρίως βόρεια καλυπτόταν ανέκαθεν από αραιά φρυγανώδη βλάστηση και από διάσπαρτα ελαιόδεντρα και αγριελιές φυόμενα σε έδαφος πετρώδες και έντονα βραχώδες κατά τόπους που δεν συνιστούν δασοβιοκοινότητα και δεν είναι ικανά να προσδώσουν το χαρακτήρα δασικής έκτασης της παρ. 2 αρ. 3 ν. 998/79 αλλά προσδίδουν, μορφή που προσιδιάζει περισσότερο σε βραχώδη χορτολιβαδική έκταση..." και χαρακτήρισε το επίδικο ακίνητο (καθώς και το μείζον ακίνητο του αιτούντος τμήμα του οποίου είναι το επίδικο) ως χορτολιβαδική έκταση της παρ. 5 εδ.

β'του άρθρου 3 του ν. 998/79. Ωστόσο από τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ανέκαθεν επρόκειτο για αγροτεμάχιο που καλλιεργούνταν από τον αιτούντα και τους δικαιοπαρόχους του (απώτερους και απώτατους) από το έτος 1883, απορριπτομένου ως αβασίμου και του τρίτου λόγου της έφεσης πέραν του γεγονότος που αναφέρθηκε ανωτέρω ότι ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου του Α.

Φ., που επικαλείται ο ενάγων, καταλύει, όπως προαναφέρθηκε, την τυχόν προϋπάρχουσα κυριότητα το Δημοσίου αφού με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι 11-9-1915 σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, καταλύεται η κυριότητα του τελευταίου και επί δασικών εκτάσεων, οι οποίες δεν ήταν ανεπίδεκτες χρησικτησίας μέχρι την πιο πάνω χρονολογία...

με το ίδιο σκεπτικό πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος έφεσης με τον οποίο το εκκαλούν παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου αφού ο αιτών και οι δικαιοπάροχοι του ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο άλλως ότι οι τυχόν πράξεις νομής ασκήθηκαν δίχως καλή πίστη αλλά και ο πέμπτος λόγος έφεσης με τον οποίο το εκκαλούν παραπονείται ότι εσφαλμένως απερρίφθησαν ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του ότι α) τούτο ανήκε στο οθωμανικό Δημόσιο, άλλως σε οθωμανούς πολίτες που δεν διατήρησαν την κατοχή του κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, και περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο βάσει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου έτους 1830 και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", β) επειδή ήταν δάσος κατά τη θέση σε ισχύ του Β.Δ. 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών" και οι ιδιοκτήτες του δεν προσκόμισαν τους τίτλους τους στη Γραμματεία των Οικονομικών εντός έτους από την εφαρμογή του ως άνω Β.Δ., γ) επειδή ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, για την επικαρπία του οποίου ουδείς κατείχε ταπί, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του Β.Δ.

από 3/15-12-1833, δ) ως αδέσποτου κατά το άρθρο 16 του Β.Δ. από 10-7-1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", ε) επειδή νεμόταν αυτό διανοία κυρίου από τη σύστασή του μέχρι σήμερα. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, επειδή ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου του αιτούντος, Α. Φ. που αποδείχθηκε ανωτέρω, καταλύει...

την τυχόν προϋπάρχουσα κυριότητα του Δημοσίου...". Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη εν μέρει την αίτηση του αιτούντος και διατάξει την αιτούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευσίνας Αττικής, ώστε αντί της εσφαλμένης καταχώρησης ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" να αναγραφεί ο ίδιος ως κύριος επί του αμφισβητηθέντος από το κυρίως παρεμβαίνον, επιδίκου ακινήτου, απορρίπτοντας την κυρία παρέμβαση ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, η οποία μάλιστα είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο του απώτατου δικαιοπαρόχου του του ήδη πριν από τις 11.9.1915, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με τους ως άνω τρόπους ήτοι κατά διαδοχή του Τουρκικού δημοσίου δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος από 3-2, 4/16-6 και 19-6/1.7.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, είτε ως δάσος, λιβάδι ή βοσκότοπος βάσει των άρθρων 1,2 και 3 του β.δ. 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και του άρθρου 1 του από 3/15.12.1833 β.δ., είτε ως αδέσποτο, βάσει των διατάξεων του από 10.7.1837 β.δ.

ο (νόμου) "περί διακρίσεως κτημάτων". Ειδικότερα το Εφετείο, για να καταλήξει στο ως άνω συμπέρασμα διέλαβε στις παραδοχές του: α) ότι το επίδικο ακίνητο απέκτησε ο απώτατος δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου, Α. Φ., με το .../1883 νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο, και έκτοτε άσκησε επί αυτού πράξεις νομής κυρίως με τη φύτευση ελαιοδέντρων, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι 20.3.1926, οπότε αποβίωσε, ήτοι για χρονικό διάστημα πλέον της τριακονταετίας, οπότε είχε ήδη καταστεί κύριος αυτού πριν από την 11.9.1915, β) ότι η κατά τον προαναφερόμενο τρόπο άσκηση νομής επί του επιδίκου ακινήτου από τον απώτατο δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας πριν την 11-9-1915, είχε ως συνέπεια να καταστεί αυτός κύριος του επίδικου ακίνητου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, η οποία ισχύει και σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, σε κάθε περίπτωση ακόμη και σε δημόσια δασική ή χορτολιβαδική έκταση, απορριπτομένων, ως εκ τούτου των προεκτεθέντων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί της ιδίας αυτού κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, εφόσον σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας και επί δημοσίων κτημάτων με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα πριν την 11.9.1915, γ) ότι στη συνέχεια, μετά το θάνατο του ως άνω απώτατου δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου, με σειρά των προαναφερομένων αλλεπάλληλων νόμιμα μεταγραμμένων συμβολαιογραφικών τίτλων (αποδοχής κληρονομιάς αιτία κληρονομικής διαδοχής, αγοράς από προηγούμενο αληθή κύριο) τούτο περιέρχονταν στους απώτερους δικαιοπαρόχους του ίδιου, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο άμεσος δικαιοπάροχος του, ήτοι ο αποβιώσας στις … .

… .1994 πατέρας του, Γ. Η. του Α., που με την .../…-…-1989 δημόσια διαθήκη του τον εγκατέστησε κληρονόμο του και στο επίδικο ακίνητο, την κληρονομιά δε αυτή αποδέχθηκε ο αναιρεσίβλητος με νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη, δ) ότι κατόπιν αντιρρήσεων του αναιρεσίβλητου εκδόθηκε η .../2016 τελεσίδικη απόφαση της Τεχνικής Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Δυτικής Αττικής, η οποία δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση δεν είναι δασική ως μη δυνάμενη να υπαχθεί τις διατάξεις της παρ. 2 αρ. 3 ν. 998/79 αλλά έχει μορφή που προσιδιάζει περισσότερο σε βραχώδη χορτολιβαδική έκταση και χαρακτήρισε το επίδικο ακίνητο (καθώς και το μείζον ακίνητο του αναιρεσίβλητου τμήμα του οποίου είναι το επίδικο) ως χορτολιβαδική έκταση της παρ. 5 εδ.

β του άρθρου 3 του ν.δ. 998/79, πλην όμως, το επίδικο ακίνητο αποτελούσε ανέκαθεν αγροτεμάχιο με ελαιόδεντρα, όπως αναφέρεται σε όλους τους ως άνω συμβολαιογραφικούς τίτλους, το οποίο καλλιεργούνταν από τον αναιρεσίβλητο και τους δικαιοπαρόχους του (απώτερους και απώτατους) από το έτος 1883, ε) ότι το επίδικο ακίνητο, με εμβαδόν 132,23 τ.μ.

που αποτελεί τμήμα του ως άνω μείζονος ακινήτου έλαβε ΚΑΕΚ ... με εμβαδόν 132,23 τ.μ. και καταχωρήθηκε στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη", εξαιτίας της παράλειψης του αναιρεσίβλητου να υποβάλλει σχετική δήλωση. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που ενδιαφέρουν στην προκειμένη περίπτωση, για την κτήση της κυριότητας του αναιρεσίβλητου επί του επιδίκου ακινήτου, ως προϋπόθεση της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3, 7Α'και 12 του Ν. 2664/1998, διόρθωσης στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευσίνας Αττικής της εσφαλμένης καταχώρησης αυτού ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", ήτοι τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ.

χρόνο, διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης των πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830, 19-6/1-7.1830, τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν.

της 21-6/3-7-1837, "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", 1 του ΒΔ της 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834, 16 Ν. της 21-6/10.7.1837, 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού του συλλογισμού για την εφαρμογή των διατάξεων περί κτήσης κυριότητας του αναιρεσίβλητου επί του επιδίκου ακινήτου και της μη εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν στην κτήση κυριότητας επί αυτού εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε ανέκαθεν αγροτικό ακίνητο με ελαιόδεντρα, την κυριότητα του οποίου απέκτησε ο απώτατος δικαιοπάροχος της αιτούσας με παράγωγο, αλλά και πρωτότυπο τρόπο, με έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε πριν από την 11.9.1915 και συνεχίσθηκε έκτοτε από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του και από τον ίδιο, ουδέποτε δε αποτέλεσε δημόσιο κτήμα, μη δεκτικό εξουσίασης από ιδιώτες, ήτοι δάσος, ή χορτολίβαδο, ή αδέσποτο, και σε κάθε περίπτωση ότι ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου καταλύει την τυχόν προϋπάρχουσα κυριότητα το Δημοσίου εφόσον με την έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του μέχρι 11-9-1915 σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καταλύεται η κυριότητα αυτού και επί δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων, οι οποίες δεν ήταν ανεπίδεκτες χρησικτησίας μέχρι την πιο πάνω χρονολογία.

Επιπλέον, το Εφετείο ορθά έκρινε με αυτά που δέχθηκε, αποφαινόμενο εν τέλει ότι, εφόσον ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του ως άνω ακινήτου, εσφαλμένα καταχωρήθηκε αυτό ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευσίνας Αττικής, δεχόμενο την αιτούμενη διόρθωση ώστε να αναγραφεί στα βιβλία αυτά ο αναιρεσίβλητος ως κύριος, του αμφισβητηθέντος από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδίκου ακινήτου.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Συγκεκριμένα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε ανέκαθεν αγροτικό ακίνητο, την κυριότητα του οποίου απέκτησαν οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσίβλητου τόσο με παράγωγο, όσο και πρωτότυπο τρόπο, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής επί αυτού με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, προσόντα τα οποία είχαν ήδη συμπληρωθεί στο πρόσωπο του απώτατου δικαιοπαρόχου του ίδιου πριν από τις 11.9.1915 και συνεχίσθηκαν έκτοτε αδιαλείπτως, με τη μεσολάβηση συνεχών μεταβιβαστικών συμβολαιογραφικών τίτλων αγοράς και κληρονομικής διαδοχής, στοιχεία από τα οποία συνήγαγε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, την ύπαρξη της προϋποθέσεως της καλής πίστης τόσο για τους δικαιοπαρόχους (απώτατο και απώτερους) του αναιρεσίβλητου, όσο και για τον ίδιο.

Τέλος, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτικό ακίνητο αγροτικής μορφής με καλλιέργεια ελαιοδέντρων, σε αντίθεση με την περιλαμβανόμενη στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του .../2016 τελεσίδικη απόφαση της Τεχνικής Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Δυτικής Αττικής, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης αντιρρήσεων του αναιρεσείοντος σχετικά με τον χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίδικη έκταση δεν είναι δασική ως μη δυνάμενη να υπαχθεί τις διατάξεις της παρ. 2 αρ. 3 ν. 998/79 πλην όμως την χαρακτήρισε (καθώς και το μείζον ακίνητο του αναιρεσίβλητου, τμήμα του οποίου είναι το επίδικο) ως χορτολιβαδική έκταση της παρ. 5 εδ.

β του άρθρου 3 του ν.δ. 998/79, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του. Τούτο δε διότι δεν προέβη σε ακύρωση της διοικητικής αυτής πράξης, ενέργεια που ανήκει στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων, αλλά, στο πλαίσιο της διάγνωσης του δικαιώματος ιδιωτικού δικαίου της κυριότητας του αναιρεσίβλητου επί του επιδίκου ακινήτου, προέβη παρεπιπτόντως στην απλή έρευνά των αιτιολογιών της, με βάση τη δυνατότητα που παρέχεται στα πολιτικά δικαστήρια από το άρθρο 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη.

Με βάση τα παραπάνω ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο υπό την επίκληση του αριθμού 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του άρθρου 2 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση της υπέρβασης της δικαιοδοσίας του, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση:

α) για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δεν ιδρύεται για παραβιάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 383/2021, ΑΠ 768/2019, ΑΠ 1596/2018, ΑΠ 1001/2018), όπως, προδήλως, είναι μνημονευθείσα ως άνω διάταξη του άρθρου 2 του ΚΠολΔ, η οποία, ως ορίζουσα τα όρια δικαιοδοσίας των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, έχει καθαρά δικονομικό χαρακτήρα. (ΑΠ 1366/2018), β) για ευθεία παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του ν. 998/1979 και του Β.Δ. 3/12.12.1833, που αφορούν στη δασική νομοθεσία, είναι αβάσιμος.

Αβάσιμος είναι επίσης και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, κατά την εκτίμησή του, το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι αυτό παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης από το ότι δεν διέλαβε στις παραδοχές τις αιτιολογίες σχετικά με περιστατικά που να στοιχειοθετούν τη συνδρομή της καλής πίστης στο πρόσωπο του απώτατου δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, προϋπόθεση, αναγκαία για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνήγαγε τη συνδρομή της καλής πίστης από τα ως άνω περιστατικά που αναφέρθηκαν στην απόφασή του.

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος είναι αλυσιτελής, καθόσον με αυτόν πλήττονται μόνο οι παραδοχές της απόφασης σχετικά με την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου και με παράγωγο τρόπο, ήτοι με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του και η οποία δεν πλήττεται με την αίτηση αναίρεσης. (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 713/2020, ΑΠ 232/2020, ΑΠ 2125/2017).

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 28.4.2021 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2574/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.4.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2574/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ