Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of admissible grounds and improper challenge to evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a public legal entity against a final judgment rendered by the Court of First Instance of Zakynthos. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence and provided insufficient reasoning, but the court ruled these claims inadmissible. The court determined that the appellant's arguments merely challenged the substantive evaluation of evidence, which is not subject to appellate review, and lacked the required specificity to constitute valid grounds for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; Appeals against the substantive evaluation of evidence are inadmissible as they do not constitute grounds for appeal under Article 560.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 247 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 247/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΙΣΡΑΗΛΙΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΕΩΣ" (Κ.Ι.Σ) με ΑΦΜ: 090011477, της Ε' ΔΟΥ Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα, Βουλής αρ. 36, συστάθηκε προσωρινά με το άρθρο 5 του Α.Ν. 367/1945 (ΦΕΚ 143/1945 Τεύχος Α') με εφαρμογή των διατάξεων του Ν.2456/1920 και έγινε μόνιμο με το άρθρο 1 του Α.Ν. 1657/1951 (ΦΕΚ 20/15-1-1951), αναγνωρίσθηκε δε ως Ν.Π.Δ.Δ με το άρθρο 1 του Ν.Δ.301/1969 (ΦΕΚ 195/27-9-1969 Τεύχος Α') όπως εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει του άρθρου 8 του Εσωτερικού Κανονισμού του Κ.Ι.Σ. που επικυρώθηκε με το από 24-4-1951 Β.Δ. (ΦΕΚ 186-1951, Τεύχος Α') όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταθόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α.-Δ. Δ. του Θ. και Α., κατοίκου ... 2) Α. Δ. του Θ. και Α., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ξένο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2001 μη οριστική, 6/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-6-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12/06/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αριθμ. 199/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, που δίκασε ως Εφετείο και εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1054 ΑΚ "Ανεπίδεκτα χρησικτησίας τακτικής ή έκτακτης είναι τα εκτός συναλλαγής πράγματα", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 966 του ιδίου Κώδικα "Πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι εξαιρούνται της χρησικτησίας, μεταξύ των άλλων, και πράγματα που είναι ποροορισμένα για την εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών, τέτοια δε είναι τα νεκροταφεία. II.1.Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1α' Κ.Πολ.Δ. που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1α' του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της. 2
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Για την πληρότητα των άνω από τους αριθμούς 1α'και 6 λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ353/2020, ΑΠ1008/2018), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 621/2020, ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης(ΑΠ1373/2019),3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014).
Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017, 674/2016). III. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 - 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του επί των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του εδ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 5β' ΚΠολΔ ,που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 8β' του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ''Πράγματα'', υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 25/2003, ΑΠ 12/2000 και ΑΠ 3/1997). Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 827/2020, ΑΠ 760/2020, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 2104/2007). Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ455/2020, ΑΠ 1924/2017, ΑΠ 559/2015, ΑΠ 1611/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 1α'του άρθρου 560 ΚΠολΔ αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ Ισραηλιτικό Συμβούλιο η πλημμέλεια, ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 966 ΑΚ, καθόσον, κατά τις διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις του, η επίδικη εδαφική έκταση των 293,63 τ.μ., η οποία αποτελεί τμήμα μείζονος εδαφικής έκτασης που ανήκει στην κυριότητά του, ήταν ανεπίδεκτη χρησικτησίας, επειδή είναι προορισμένη για την εξυπηρέτηση θρησκευτικού και λατρευτικού σκοπού (νεκροταφείου).
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα νομική σκέψη, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, καθόλου, οι παραδοχές της προσβαλλομένης, ώστε να κριθεί αν παραβιάσθηκε ευθέως η επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 966 ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1054 ΑΚ.
Σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον, το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της, δεν δέχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα της μείζονος εδαφικής έκτασης, που ανήκει στην κυριότητά του αναιρεσείοντος, η οποία χρησιμοποιείται ως νεκροταφείο, για την ταφή των ελλήνων ισραηλιτών, αλλά δέχθηκε ότι τούτο (επίδικο) δεν περιλαμβάνεται στην άνω ιδιοκτησία αυτού, καθόσον το αναιρεσείον δεν άσκησε ποτέ σ' αυτό οποιαδήποτε εμφανή διακατοχική πράξη νομής και ότι συνακόλουθα δεν απέκτησε επ'αυτού με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) κυριότητα, στον οποίο τρόπο (αποκλειστικά) στηρίζει την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής του.
Συνεπώς, ο ανωτέρω πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος. Περαιτέρω, με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 5β'και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο αφενός δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν (αριθμός 5β') και αφετέρου διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες (αριθμός 6).
Ειδικότερα το αναιρεσείον ΝΠΔΔ μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη (αριθμός 5β'του άρθρου 560 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα: α) την <<ακρίβεια>> της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα που με επιμέλειά του εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία ενισχύεται από τα έγγραφα (τοπογραφικά) που με επίκληση προσκόμισε αλλά και την κατάθεση του μάρτυρα των αντιδίκων του (2ος λόγος), β) δεν ερμήνευσε ορθά τα τρία τοπογραφικά διαγράμματα των μηχανικών Μ.
και Ζ. (3ος λόγος) και το ρυμοτομικό χάρτη της περιοχής, όπου βρίσκεται το επίδικο (4ος λόγος). Οι ανωτέρω λόγοι ως προς τις αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτοι, διότι τα όσα διαλαμβάνονται σ' αυτούς ανάγονται, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, στο περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικής κατάθεσης και εγγράφων), και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, έτσι, ώστε, δεν στοιχειοθετείται ο επικαλούμενος από τον αριθμό 5β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στους ίδιους ως άνω (2ο, 3ο και 4ο) αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τις οποίες αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι διέλαβε ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες είναι απαράδεκτες λόγω αοριστίας, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα νομική σκέψη, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ο κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, καθώς επίσης δεν παρατίθενται, καθόλου, οι παραδοχές της προσβαλλομένης, ώστε να κριθεί αν αυτή στερείται ή όχι νόμιμης βάσης.
Σε κάθε περίπτωση οι διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με το πρόσχημα των αναιρετικών πιο πάνω πλημμελειών, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά το αναιρεσείον, για τα πράγματα κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι. Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικό λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους, (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/06/2019 αίτηση για αναίρεση της 199/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, που δίκασε ως Εφετείο. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ