Legislator Case Law & Legislation
247/2018 AI generated

247/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 247/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

247/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ109/2013, ΑΠ 12/2011).

Keywords

AI generated
land law price of land land register economical use of land land consolidation valuation precautionary land acquisition
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 247 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 247/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Χ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Λεβεντάκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Σ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αβρίθη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-12-2009 και 20-6-2010 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 189/2014 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Περιστεράκη ανέγνωσε την από 15-11-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι ο δεύτερος, πέμπτος και έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παρασταθέντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108,110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε περίπτωση που μετέχουν περισσότεροι στη δίκη και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, σε περίπτωση δε απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Επομένως, αν στη δίκη για την αναίρεση μετέχουν περισσότεροι και τη συζήτηση επισπεύδουν μερικοί απ' αυτούς, οφείλουν οι επισπεύδοντες να κλητεύσουν σ' αυτή και τους υπόλοιπους, έστω και ομοδίκους τους, οπότε και μόνο ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ολ ΑΠ 3/2013, 16/1997).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ109/2013, ΑΠ 12/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 27-11-2017 και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η πρώτη αναιρεσίβλητη, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, προκύπτει, ότι τη συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 27-3-2017, είχε επισπεύσει η αναιρεσείουσα, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε οίκοθεν, ερήμην και πάλι της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία είχε νόμιμα κλητευθεί για την αρχική αυτή δικάσιμο, ως αποδεικνύεται από την .../13-12-2016 έκθεση επίδοσης του Δικ.

Επιμελητή του Πρωτοδικείου Κω Π.Τ.. 'Οφειλε λοιπόν, κατά τα προεκτεθέντα να παραστεί η αναιρεσίβλητη κατά την δικάσιμο αυτή χωρίς άλλη κλήση, όμως δεν παρέστη κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι'αυτό πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρθρ 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 20-7-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 189/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η από 5-10-2012 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 66/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ΚΩ, με την οποία απορρίφθηκαν εν μέρει ως αόριστες και εν μέρει κατ' ουσίαν οι από 3-12-2009 και 20-6-2010 αγωγές της αναιρεσείουσας, που συνεκδικάστηκαν, με τις οποίες η τελευταία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους εις ολόκληρον τα ποσά των 150000 ευρώ και 100000 ευρώ αντίστοιχα για την μείωση της αγοραστικής αξίας του επίδικου ακινήτου και τα ποσά των 100000 ευρώ και 50000 ευρώ λόγω χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη από την αδικοπραξία τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Όσον αφορά την υπαιτιότητα, ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί υπαίτια συμπεριφορά με τον χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, το δε δικαστήριο προβαίνει στον ειδικότερο προσδιορισμό της υπαιτιότητας στην συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και επέφερε πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 1563.2012, ΑΠ. 2182/2009, Α.Π. 1013/2005).

Τέλος, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ίδιου Κώδικα και 386 του Π.Κ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, αποσκοπώντας στη δήλωση βουλήσεως του απατηθέντος, ο οποίος ένεκα της απάτης προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται- σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 481/2012, ΑΠ 325/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.

Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 147 και 149 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ. Α.Κ), εφόσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία (ΑΠ631/2015).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ.622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του, με αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 16/2005).

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από την άνω διάταξη λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνει: 1) τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, 2) τον ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του ως προς τον οποίο η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και 3)εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλ.

αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1765/2011, ΑΠ 1967/2007).

Τέλος, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα άρθρα 297 και 914 ΑΚ, οι αιτιολογίες πρέπει να καλύπτουν την υπαιτιότητα, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο (ΑΠ 16/2005). Με τους πρώτους έξι (6) λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τις αγωγές της περί επιδίκασης αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για την υλική και ηθική αντίστοιχα ζημία την οποία υπέστη από την περιγραφομένη σ' αυτές (αγωγές) αδικοπρακτική συμπεριφορά (απάτη) των εναγομένων, δεχθείσα με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνος, (914ΑΚ) τη μη συνδρομή των από την άνω διάταξη απαιτουμένων για την κατάφαση της αποδιδόμενης σ'αυτούς αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα πραγματικά περιστατικά, απέκλειαν την κρίση αυτή, επιβάλλοντας την αποδοχή των αγωγών ως βάσιμων.

Ειδικότερα, με τους άνω λόγους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία και ενδοιαστική τοιαύτη ως προς την υπαιτιότητα των εναγομένων σχετικά με την έκταση του επίδικου ακίνητου καθώς και την θέση αυτού εκτός οικισμού και για αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ζημία την οποία υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, αφού, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο είναι μικρότερο περίπου κατά 1000μ, και εκτός οικισμού, τελικά δέχεται ότι η ενάγουσα δεν υπέστη ζημία διότι ευρισκόμενο αυτό εντός των 500μ της περιμετρικής ζώνης του οικισμού είναι άρτιο κατά παρέκκλιση, χωρίς περαιτέρω να αναφέρει ποια η οικοδομησιμότητα αυτού αν ήταν εντός οικισμού και άνω 4000μ και ποια η οικοδομησιμότητα του εντός της άνω περιμετρικής ζώνης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθ 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι η τελευταία σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης θέμα δέχθηκε τα παρακάτω: "Με το υπ' αριθ. .../27-9-1993 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Λέρου Φ. Τ., το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λέρου (τόμος … και αριθμός …), η πρώτη των εναγομένων πώλησε στην ενάγουσα ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση "…" στη νήσο της Λέρου, έκτασης, κατά τον τίτλο κτήσης της πωλήτριας, 4.300 τ.μ., και κατά νεότερη καταμέτρηση από τον αρχιτέκτονα μηχανικό δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος συνέταξε και το από Ιούλιο 1993 τοπογραφικό διάγραμμα, που προσαρτάτο στο ως άνω συμβόλαιο, έκτασης 4.566,06 τ.μ.

Σ' αυτό το τοπογραφικό διάγραμμα βεβαίωνε επιπλέον ο δεύτερος εναγόμενος με τη δήλωση του Ν. 651/1977 ότι το εν λόγω οικόπεδο κατά ένα τμήμα του, περιγραφόμενο στο τοπογραφικό ως τμήμα …, έκτασης 4.278,03 τ.μ. (καθώς το όλο οικόπεδο τέμνεται από δημοτικό δρόμο σε δύο τμήματα), είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, κείμενο εντός οικισμού στη θέση … της νήσου Λέρου.

Όπως, όμως, προκύπτει από το από Απρίλιο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα και τη συνοδεύουσα αυτό τεχνική έκθεση, τα οποία έχει συντάξει ο αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός Κ. Α. (μάρτυρας της ενάγουσας), το προαναφερόμενο τμήμα …, μετρηθέν με όργανα ακρίβειας επί εδάφους, έχει έκταση 3.126 τ.μ. (υπολείπεται δηλαδή της εμβαδομέτρησης του δευτέρου εναγομένου κατά 1.000 τ.μ.

περίπου), περαιτέρω δε βρίσκεται και εκτός οικισμού. Η ως άνω απόκλιση στο εμβαδόν αποδίδεται κατά κύριο λόγο, σύμφωνα με όσα κατέθεσε ο ως άνω μάρτυρας της ενάγουσας, αφενός στο γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος είναι αρχιτέκτονας μηχανικός και όχι τοπογράφος και δεν διέθετε, τουλάχιστον κατά το χρόνο σύνταξης του από Ιούλιο 1993 τοπογραφικού διαγράμματος τα κατάλληλα όργανα, αφετέρου δε στο γεγονός ότι την εποχή εκείνη (1993), οι μηχανικοί - στη Λέρο, όχι μόνο ο δεύτερος εναγόμενος, αλλά και άλλοι (Α., Μ., όπως ενδεικτικά κατέθεσε ο μάρτυρας), χρησιμοποιούσαν κατά πάγια τακτική τη μέθοδο εμβαδομέτρησης με μετροταινία, η οποία όμως δεν είναι ακριβής και μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές αποκλίσεις.

Εξάλλου, τόσο στον τίτλο κτήσης της πωλήτριας πρώτης εναγομένης, δηλαδή στο υπ' αριθ. …/1979 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Λέρου Β. Τ. και στο επισυναπτόμενο στο εν λόγω συμβόλαιο από 17-8-1979 σχεδιάγραμμα - σκαρίφημα του πολιτικού μηχανικού Ι. Α., όσο και στην υπ' αριθ. …/1979 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Λέρου, που αποτελεί τον τίτλο κτήσης της δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγομένης, Κ.

Α., το ακίνητο φέρεται να έχει εμβαδόν περίπου 4.300 τ.μ, ενώ σε κανέναν από τους δύο ως άνω τίτλους δεν αναφέρεται αν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο ή όχι και αν ευρίσκεται εντός ή εκτός οικισμού. Περαιτέρω, το επίδικο ακίνητο και συγκεκριμένα το περιγραφόμενο στο από Ιούλιο 1993 τοπογραφικό διάγραμμα ως τμήμα …, παρ' ότι είναι μικρότερο από τέσσερα στρέμματα και εκτός οικισμού, κατά την κατάθεση του μάρτυρα του δευτέρου εναγομένου Χ.

Έ., πολιτικού μηχανικού και … της … της Πολεοδομίας του Δήμου Λέρου, επειδή ευρίσκεται εντός της περιμετρικής ζώνης των 500 μέτρων από τον οικισμό, είναι οικοδομήσιμο κατά τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις που εφαρμόζονται στη νήσο Λέρο και προσδίδουν αρτιότητα σ' αυτή την περίπτωση σε οικόπεδα έκτασης μεγαλύτερης των δύο στρεμμάτων.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η πρώτη εναγομένη κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύναψης της δικαιοπραξίας πώλησης του ακινήτου της προς την ενάγουσα και σύνταξης του σχετικού υπ' αριθ. .../1993 συμβολαίου (27-9-1993) είχε την εύλογη πεποίθηση ότι το ακίνητο είχε έκταση μεγαλύτερη των τεσσάρων στρεμμάτων και επομένως είτε ήταν εντός οικισμού είτε εκτός μπορούσε να οικοδομηθεί, ενώ και ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, εάν δηλαδή ήταν εντός ή εκτός οικισμού, δεν μπορούσε η ίδια να έχει προσωπική γνώση, ούτε αποδείχθηκε ότι υπήρξε συμπαιγνία ανάμεσα σ' αυτήν και το δεύτερο εναγόμενο, προκειμένου να εμφανίσουν ψευδώς στην ενάγουσα ότι το ακίνητο είναι εντός οικισμού.

Επομένως δεν συντρέχει στο πρόσωπό της το στοιχείο του δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), που είναι το αναγκαίο υποκειμενικό στοιχείο της έννοιας της απάτης, όπως προαναφέρεται στη μείζονα πρόταση της απόφασης. Όσον αφορά δε στο δεύτερο εναγόμενο σαφώς δεν μπορεί να του αποδοθεί δόλος ως προς ψευδή καταμετρηθείσα απ' αυτόν έκταση του ακινήτου, αφού, όπως αποδείχθηκε, η μέθοδος εμβαδομέτρησης με μετροταινία ήταν η συνήθως χρησιμοποιούμενη από τους μηχανικούς της Λέρου εκείνη την εποχή.

Ως προς δε τη βεβαιωθείσα απ' αυτόν ιδιότητα του ακινήτου ως εντός οικισμού, μπορεί ίσως να του αποδοθεί κάποιας μορφής αμέλεια, διότι ως μηχανικός και επομένως ως έχων ειδικές γνώσεις, όφειλε και μπορούσε να γνωρίζει ή να διαπιστώσει ότι ήταν εκτός οικισμού, δεν μπορεί όμως και ως προς το περιστατικό αυτό να του αποδοθεί δόλος με οποιαδήποτε μορφή, διότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε κάποιο λόγο ή όφελος από την εξαπάτηση της ενάγουσας.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο από Ιούλιο του 2000 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του ίδιου ακινήτου, στη σύνταξη του οποίου προέβη για λογαριασμό της ενάγουσας, δηλώνει ότι το ακίνητο ευρίσκεται εκτός των ορίων του οικισμού "…" της νήσου Λέρου.

Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε η απατηλή συμπεριφορά που αποδίδει η ενάγουσα στους εναγομένους, σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι αυτή υπέστη ζημία, εφόσον το ακίνητο είναι κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, οι υπό κρίση αγωγές είναι απορριπτέες ως αβάσιμες κατ' ουσίαν>. Υπό τις άνω παραδοχές η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε σιγή τον λόγο έφεσης για την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας ως αόριστο και δέχθηκε περαιτέρω την έλλειψη δόλου στο πρόσωπο των εναγομένων σχετικά με την διαβεβαίωση αυτών ως προς την έκταση του πωληθέντος στην ενάγουσα -αναιρεσείουσα ακινήτου και την θέση του εντός οικισμού, δεχθείσα επιπροσθέτως όμως ότι μπορεί να αποδοθεί στον β εναγόμενο κάποιας μορφής αμέλεια προς την βεβαίωσή του ότι αυτό βρίσκεται εντός οικισμού, καθώς επίσης και ότι η ενάγουσα δεν υπέστη ζημία από το ότι αν και το ακίνητο αυτό είναι μικρότερο από το φερόμενο ως πωληθέν επειδή αυτό βρίσκεται εντός της περιμετρικής ζώνης των 500 μ από τον οικισμό είναι κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο".

Κρίνοντας έτσι όμως η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες αφού, ενώ αρχικά έκρινε ότι αν και το επίδικο ακίνητο ήταν μικρότερο του φερομένου ως πωληθέντος κατά 1000μ και εκτός οικισμού, στη συνέχεια έκρινε ότι η ενάγουσα δεν υπέστη ζημία, εφόσον αυτό βρισκόταν εντός της περιμετρικής ζώνης των 500 μ.

από τον οικισμό και ήταν κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο. Επίσης, κατά τον προσδιορισμό της υπαιτιότητας των εναγομένων περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες, αφού περιορίστηκε μόνο στην έρευνα της ύπαρξης δόλου ή όχι ως προς την συμπεριφορά τους και δεν ερεύνησε τυχόν αμέλεια τους συνισταμένη στο γεγονός ότι αυτοί δεν επέδειξαν την επιμέλεια του μέσου ανθρώπου, που απαιτεί ο νόμος, η δικαιοπραξία και η καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, έτσι ώστε το πωληθέν ακίνητο να συμπίπτει με το αναφερόμενο στο συμβόλαιο τοιούτο ως προς τη θέση και την έκταση, με αποτέλεσμα σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η αμέλεια τους αυτή να ήταν ικανή και να μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και επέφερε πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση το επιζήμιο αποτέλεσμα για την ενάγουσα, ενώ περιέλαβε ενδοιαστική αιτιολογία ως προς την υπαιτιότητα του β εναγόμενου σχετικά με την βεβαίωσή του για το ότι το επίδικο ακίνητο βρισκόταν εντός οικισμού.

Επομένως, μετά την παραδοχή του άνω λόγου αναιρέσεως, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καταλαμβάνει τον άλλο λόγο αναίρεσης έτσι ώστε να παρέλκει η έρευνά του, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη 189/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Πρέπει επίσης να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 189/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ