Legislator Case Law & Legislation
247/2014 AI generated

247/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 247/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

247/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

Keywords

AI generated
objection to debt enforcement legal representation costs power to negotiate extortion of excessive official fees reduction of costs proof of legal aid
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 247 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 247/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTECSA-INARSA SA", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρίκλεια Βασιλείου.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ Ο.Σ.Ε Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Χαρίκλεια Τζέλλη και Κωνσταντίνο Χριστοδούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Νοεμβρίου 2007 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 318/2009 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3 Ιανουαρίου 2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 18 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, και να απορριφθούν οι λοιποί..

Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, σκοπώντας την πάταξη της κακοπιστίας και ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος και για το λόγο αυτό έχοντας έντονο το χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως, δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και επί δικαιωμάτων που πηγάζουν από διατάξεις δημόσιας τάξης, εφόσον οι γενικά συντρέχουσες περιστάσεις εμφανίζουν τη συμπεριφορά του δικαιούχου, ως υπερακοντίζουσας καταδήλως τα παραπάνω όρια.

Τέτοια δε δημόσιας τάξεως διάταξη, που προσπορίζει δικαιώματα κατά την άσκηση των οποίων μπορεί να αντιταχθεί η ένσταση από το άρθρο 281 Α.Κ., είναι και η του άρθρου μόνον παρ. 1 του ν. δ/τος 2726/1953, με την οποία απαγορεύεται και κηρύσσεται άκυρη κάθε συμφωνία περί μειώσεως της νόμιμης αμοιβής πολιτικού μηχανικού, ή νομικού προσώπου αποτελούμενο από μηχανικούς, διπλωματούχους ανώτατης ή ανώτερης σχολής όπως η αμοιβή αυτή καθορίζεται με το π.δ. 696/1974 περί καθορισμού των αμοιβών των ιδιωτών μηχανικών κ.λ.π. (ΑΠ1413/2006, ΑΠ 1257/2002).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας "ΕΡΓΑ Ο.Σ.Ε. Α.Ε.", που υποβληθήκαν ενώπιον του Εφετείου, επικαλέστηκε προς αντίκρουση της κατ` αυτής προσφυγής των αναιρεσειουσών ανωνύμων εταιριών, που ζητούσαν την επιδίκαση ανεξόφλητων αμοιβών για συμβατικές εργασίες, κατ' επίκληση ακυρότητας των κάτω των ελάχιστων αμοιβών συμπεφωνημένων την ένσταση από το άρθρο 281 Α.Κ., προβάλλοντας προς θεμελίωση του ισχυρισμού της αυτού περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικά εκτιμώμενα, συνοψίζονται ως ακολούθως:

Ότι οι προσφεύγουσες με την συμπεριφορά τους να επιδιώξουν τις αμοιβές που προβλέπονται στο π.δ. 696/1974, πρακτική που ακολούθησαν και σε άλλες διακηρύξεις αυτής (αναιρεσίβλητης) που αναδείχθηκαν ανάδοχοι σε αντίστοιχα έργα της, παραβιάζουν τις αρχές εκτελέσεως των δημοσίων συμβάσεων, του υγιούς ανταγωνισμού και της ίσης μεταχειρίσεως των διαγωνιζομένων, καθόσον, παρά την εμπειρία τους σε αντίστοιχα μελετητικά έργα, εκδήλωσαν ενδιαφέρον συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό χωρίς να αμφισβητήσουν το κύρος και την νομιμότητα των όρων της οικείας διακηρύξεως (431/2003), συμμετείχαν σ' αυτόν ανεπιφύλακτα γνωρίζοντας τόσον τον περί κατ' αποκοπή της αμοιβής όρο, όπως και οι λοιποί μελετητές, τον οποίο δεν προσέβαλαν και μέχρι την υπογραφή της συμβάσεως, όσο και το μελετητικό αντικείμενο τουλάχιστον της Σήραγγας ΣΣ6, αφού η προμελέτη αυτής είχε εκπονηθεί από την πρώτη προσφεύγουσα, ενώ αντιθέτως υπέβαλαν ενστάσεις κατά των άλλων συνυποψηφίων τους με στόχο τον αποκλεισμό τους από την περαιτέρω διαγωνιστική διαδικασία, σε τυχόν παραδοχή των απόψεών τους, όχι μόνο θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά της, αφού καλείται να πληρώσει οκταπλάσια αμοιβή από την συμφωνηθείσα, αλλά και κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, θα εβλάπτοντο και τα συμφέροντα των λοιπών διαγωνιζομένων μελετητών, οι οποίοι, με καλή πίστη και με βάση τα δεδομένα της διακηρύξεως είχαν εκδηλώσει το ενδιαφέρον συμμετοχής τους.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε νόμιμο τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ως συνιστώντα ένσταση στηριζόμενη στο άρθρο 281 του Α.Κ., ακολούθως δε κρίνοντας κατ' ουσίαν επί της ενστάσεως αυτής, δέχθηκε ως αποδείχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Α) Οι προσφεύγουσες εταιρείες, οι οποίες έχουν μεγάλη εμπειρία και έχουν εκπονήσει και άλλες μελέτες της καθής με συναφή μελετητικά αντικείμενα και με αντίστοιχες διακηρύξεις και συγγραφές υποχρεώσεων, μάλιστα δε η πρώτη εξ αυτών έχει εκπονήσει και την προμελέτη της μεγάλης Σύραγγας ΟΡΘΥΟΣ-ΔΟΜΟΚΟΥ ΣΣ6, όταν προσκλήθηκαν να εκδηλώσουν ενδιαφέρον συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό για την ανάδειξη αναδόχου του ως άνω έργου, δεν αμφισβήτησαν το κύρος και την νομιμότητα των όρων της υπ' αριθ. 431/2003 διακηρύξεως του διαγωνισμού, ούτε ζήτησαν παράταση προκειμένου να μελετήσουν και να κατανοήσουν τους οικονομικούς όρους, ούτε υπέβαλαν οποιοδήποτε διευκρινιστικό ερώτημα προς την καθής αναφορικά με την πρόβλεψη της διακηρύξεως περί της κατ' αποκοπή αμοιβής για τα ως άνω μελετητικά έργα, αλλά συμμετείχαν ανεπιφύλακτα στο διαγωνισμό, Β) Υπήρχε σαφής και ρητή πρόβλεψη από την καθής καθορισμού κατ' αποκοπή αμοιβής στα τεύχη του διαγωνισμού, ώστε να δίνεται η ευχέρεια στον διαγωνιζόμενο να γνωρίζει την αμοιβή του σε προ-διαγωνιστική διαδικασία.

Οι προσφεύγουσες, αφού γνώριζαν τον όρο αυτό από τη διακήρυξη, συμμετείχαν στο διαγωνισμό με αυτά τα δεδομένα, έχοντας δηλαδή υπολογίσει την εμπειρία τους, το προσωπικό τους, το χρόνο απασχολήσεώς τους κλπ με βάση την κατ' αποκοπή αμοιβή. Το ίδιο έπραξαν, αφού γνώριζαν τον σχετικό όρο και οι λοιποί μελετητές, που συμμετείχαν στη διαγωνιστική διαδικασία και κανείς από αυτούς δεν προσέβαλε τον συγκεκριμένο όρο.

Μάλιστα οι ανάδοχες υπέβαλαν ενστάσεις μόνον εναντίον άλλων συνυποψηφίων τους με στόχο τον αποκλεισμό των τελευταίων από την περαιτέρω διαδικασία, πλην όμως σε καμία περίπτωση δεν προσέβαλαν τον επίμαχο όρο μέχρι την κατοχύρωσή τους με την υπογραφή της συμβάσεως. Ο ισχυρισμός των προσφευγουσών ότι η καθής καθόρισε την κατ' αποκοπή αμοιβή για κάθε μελέτη και τα τεύχη δημοπρατήσεως σε χρόνο που δεν διέθετε προμελέτες των σηράγγων, με συνέπεια το ύψος αυτής να είναι εσφαλμένο και οι ίδιες να μην μπορούν να ελέγξουν την ορθότητα των σχετικών όρων της Διακηρύξεως και της Συγγραφής Υποχρεώσεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι οι προσφεύγουσες έχουν μακρά προηγούμενη συνεργασία με την καθής στην εκπόνηση μελετών άλλων τμημάτων του ίδιου έργου (βλ. υπ' αριθ. 348/2003, 239/2001 συμβάσεις), αλλά και άλλων, είχαν εμπειρία να διαγνώσουν, έστω κατά προσέγγιση, ότι η διαλαμβανόμενη στην διακήρυξη αμοιβή ήταν υποπολλαπάσια της νόμιμης αμοιβής που εδικαιούντο, γεγονός που αποδέχθηκαν.

Εξάλλου, η πρώτη εξ αυτών σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 239/2001 συμβάσεως εκπόνησε, όπως προαναφέρθηκε, την προμελέτη της μεγάλης Σήραγγας ΣΣ6, την οποία ναι μεν υπέβαλαν προς έγκριση στις 30-12-2004, ήτοι μετά την διακήρυξη και τον διαγωνισμό (2-2-2004 και 9-3-2004) της παρούσας συμβάσεως, πλην όμως η σύμβαση εκπονήσεως της προμελέτης είχε ήδη υπογραφεί από 9-8-2001, η εντολή προς εκπόνηση αυτής είχε δοθεί από 17-2-2004, ενώ από 5-4-2004 η ανάδοχος είχε υποβάλει μελέτη με τίτλο "Προκαταρκτική επεξεργασία Μεγάλης Σήραγγας ΣΣ6 και προηγουμένως στις 22-12-2003 το πρώτο στάδιο μελέτης, δηλαδή την προκαταρκτική επεξεργασία του λειτουργικού σχεδιασμού της μικρής Σήραγγας ΣΣ5 (βλ.

υπ' αριθ. 64382/2-9-3005 έγγραφο της ΕΡΓΟΣΕ και σελ. 10 των προτάσεών τους), γεγονότα που υποδηλώνουν γνώση αυτών περί του μελετητικού αντικειμένου της υπ' αριθ. 431/2005 διακηρύξεως και Γ) η τυχόν παραδοχή των αιτημάτων των πρσφευγουσών θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις τόσο στα συμφέροντα της καθής, αφού αυτή θα αναγκαστεί να καταβάλει οκταπλάσιο σχεδόν ποσό αμοιβής σε σχέση με τη συμβατική αμοιβή του παρόντος σταδίου, όσο και το δημόσιο συμφέρον γενικότερα, καθόσον πρόκειται περί έργου συγχρηματοδοτούμενου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΤΠΑ) και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, ενώ, περαιτέρω, κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, θα εβλάπτοντο τα οικονομικά συμφέροντα των λοιπών διαγωνιζομένων, οι οποίοι με καλή πίστη και με βάση τα δεδομένα της διακηρύξεως είχαν υποβάλει την ανάλογη προσφορά τους.

Ενόψει των προεκτεθέντων, η με την προσφυγή άσκηση του δικαιώματος των προσφευγουσών είναι καταχρηστική, ως προφανώς υπερβαίνουσα τα εκ του άρθρου 281 του ΑΚ επιβαλλόμενα όρια και συνεπώς, κατά παραδοχή της προβληθείσας ενστάσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη προσφυγή>>. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε, καθόσον, αφενός μεν τα εκτιθέμενα στον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης πραγματικά περιστατικά, συνολικά ορώμενα, στήριζαν την νομική βασιμότητα της, από την διάταξη αυτή καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που άσκησαν με την προσφυγή τους οι αναιρεσείουσες, έστω και αν χρονικά η αντίστοιχη συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας εντοπίζεται και στο στάδιο που προηγήθηκε της κατάρτισης της εκ μέρους των διαδίκων (μέσω διαγωνισμού) σύμβασης έργου, αφετέρου δε, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό τη διάταξης αυτής (άρθρο 281 του ΑΚ) και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ενδίκου ενστάσεως, αφού, πέραν της άνισης μεταχείρισης των λοιπών συμμετεχόντων στον διαγωνισμό που αποδέχονταν τους όρους της προκήρυξης, μεταξύ των οποίων και αυτόν της κατ' αποκοπή αμοιβής για την εκτέλεση του έργου, η προηγηθείσα συμπεριφορά των αναιρεσειουσών στην άσκηση με την προσφυγή τους του επίδικου δικαιώματος αυτών και η πλήρης γνώση τους ως προς την κατ' αποκοπή αμοιβή που προβλεπόταν στην προκήρυξη και περιελήφθη ακολούθως στη σύμβαση για την εκτέλεση του έργου και η αποδοχή εκ μέρους τους της τελευταίας χωρίς καμιά διαμαρτυρία ή υποβολή ενστάσεως ως προς αυτήν, έχοντας εκτιμήσει την εν λόγω αμοιβή συμφέρουσα για τους ίδιους, ενόψει της εμπειρίας τους ως προς το μελετητικό έργο που θα εκτελούσαν, καθώς είχε ανατεθεί στην πρώτη εξ αυτών η προμελέτη του ίδιου έργου, όπως και σειρά προηγούμενων έργων της αναιρεσίβλητης σε αμφότερες, με αντίστοιχο αντικείμενο, υπερβαίνει προφανώς του σκοπούς και τις αρχές που επιβάλλονται από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 281 ΑΚ) και καθιστά επαχθέστατη τη θέση της τελευταίας (αναιρεσίβλητης), αφού καλείται να πληρώσει οκταπλάσιο σχεδόν ποσόν ως αμοιβή του επίδικου έργου απ' αυτήν που συμφωνήθηκε και είχαν αποδεχθεί οι αναιρεσείουσες ανεπιφύλακτα και χωρίς καμιά διαμαρτυρία, εις βάρος μάλιστα του δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της συγχρηματοδότησης του έργου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΤΠΑ) και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, γεγονός που εύλογα δημιούργησε την πεποίθηση στην αναιρεσίβλητη, ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα αυτό των αναιρεσειουσών.

Επομένως, οι αντίθετοι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, τους οποίους προέβαλαν με τις προτάσεις και την προσθήκη σ' αυτές, ενώπιόν του, αλλά καθ' υποφοράν, και με την προσφυγή τους, προς αντίκρουση της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που ασκείται με την τελευταία και συγκεκριμένα:

α) Ότι κατά το χρόνο διενέργειας του διαγωνισμού τα συμπράττοντα γραφεία τους δεν διέθεταν στοιχεία για να ελέγξουν την ορθότητα των όρων της προκήρυξης και της Συγγραφής Υποχρεώσεων, με τους οποίους καθορίζονταν το ύψος των αμοιβών του επιμέρους υπό την ανάθεση μελετών και του συνόλου του υπό ανάθεση μελετητικού αντικειμένου, β) ότι οι όροι των τευχών της προκήρυξης, δεν επέτρεπαν να προβλεφθεί με ακρίβεια εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο διενέργειας του διαγωνισμού, ότι οι όροι διά των οποίων καθορίζονταν κατ' αποκοπή αμοιβή για τις μελέτες των συράγγων Σ.Σ.5 και Σ.Σ.6, ήταν βλαπτικοί όροι, διότι δεν τους είχαν παρασχεθεί από την αναιρεσίβλητη τα στοιχεία εκείνα που είναι απαραίτητα για τον προσδιορισμό του ύψους της αμοιβής των μελετών και συνεπώς για τον έλεγχο της ορθότητας ή όχι των κατ' αποκοπή αμοιβών και της ενδεχόμενης παραβίασης δι' αυτών των ελάχιστων ορίων νόμιμων αμοιβών για τις εκπονηθησόμενες μελέτες και γ) ότι τα συμπράττοντα γραφεία τους είχαν εύλογη πεποίθηση, ότι η αναιρεσίβλητη, δεσμευόμενη και εκείνη από τις διατάξεις των οποίων καθορίζονται τα ελάχιστα όρια αμοιβής μελετών, είχε προβεί σε ορθές εκτιμήσεις και είχε προσδιορίσει τις αμοιβές λαμβάνοντας πρόνοια να καλύπτονται δι' αυτών οι απαιτηθησόμενες μελετητικές εργασίες κατά τα οριζόμενα στο νόμο.

Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης-εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσειουσών που ασκείται με την προσφυγή τους, ευθέως έλαβε υπόψη τους ανωτέρω (αρνητικούς στην πλειοψηφία τους των περιστατικών που στηρίζουν τον καταλυτικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης) ισχυρισμούς των τελευταίων και τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους, ενώ ως προς ορισμένα από τα πραγματικά περιστατικά που τους θεμελιώνουν, έλαβε υπόψη αυτούς, με το να δεχθεί ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα με εκείνα που συγκροτούσαν τους ισχυρισμούς αυτούς, και τα απέρριψε εκ των πραγμάτων ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Επομένως, ο ερευνόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως (άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β'ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος.

Με τα άρθρα 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται, αντιστοίχως, ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται .... αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό". "Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, όσον αφορά το περιεχόμενο του εγγράφου, όταν δηλαδή από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο ανέγνωσε το έγγραφο λανθασμένα, δεχόμενο έτσι ότι έχει κείμενο διαφορετικό από το πραγματικό.

Αντίθετα δεν ελέγχεται αναιρετικώς η ορθότητα ή μη της έννοιας που το δικαστήριο απέδωσε στο έγγραφο ή της ερμηνείας της περιεχομένης σ` αυτό δήλωσης βουλήσεως, εκτός αν υπάρχει παράβαση ερμηνευτικών κανόνων δικαίου, οπότε όμως θεμελιώνεται ο λόγος του αριθ. 1 και όχι του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση της επίδικης συμβάσεως έργου και κυρίως του κείμενου της Συγγραφής Υποχρεώσεων ως προς την προβλεπόμενη σ' αυτήν αμοιβή για την εκτέλεση του ανατεθέντος στις αναιρεσείουσες έργου, με το να δεχθεί "ότι τόσο η επίμαχη σύμβαση, όσο και η Συγγραφή Υποχρεώσεων, ρητώς προβλέπουν αφενός μεν την καταβολή ανταλλάγματος κατ' αποκοπή, αφετέρου δε την εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ/τος 696/1974 μόνο για την προσήκουσα εκτέλεση της συμβάσεως (βλ.

άρθρο 3 των Γενικών Όρων της Συγγραφής Υποχρεώσεων) και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα ερμηνείας της δικαιοπραξίας, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, όπως αβασίμως διατείνονται οι προσφεύγουσες, καθόσον το σαφές περιεχόμενο της επίμαχης συμβάσεως δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την δηλωθείσα βούληση των συμβαλλομένων", ενώ αν δεν παραμόρφωνε το περιεχόμενο της Συγγραφής Υποχρεώσεων, αλλά και της Σύμβασης, θα κατέληγε σε αντίθετο πόρισμα, θα ερμήνευε τη Σύμβαση σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ και θα δεχόταν ότι η αναγραφή σ' αυτήν ως αμοιβής του ποσού των 2.430.000 ευρώ έγινε μόνο για την περίπτωση που η νόμιμη αμοιβή για την εκτέλεση του μελετητικού έργου ήταν μικρότερη του ποσού αυτού, ενώ αν η νόμιμη ήταν μεγαλύτερη, θα πληρωνόταν η νόμιμη.

Τα επικαλούμενα όμως για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως περιστατικά δεν συνιστούν διαγνωστικό, αλλά ερμηνεία και εκτίμηση των παραπάνω εγγράφων, αφού το εφετείο δεν ανέγνωσε εσφαλμένα τη Σύμβαση και τη Συγγραφή Υποχρεώσεων που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, αλλά προσέδωσε στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών στην σύμβαση αυτή διαφορετική έννοια, από αυτήν που θεωρούν ορθή οι αναιρεσείουσες.

Τούτο, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως και συνεπώς, πρέπει, ο λόγος αυτός αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 288 ΑΚ υπέρ του οφειλέτη, αλλά και του δανειστή, αναγκαστικού δικαίου κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αφορά την εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεως του οφειλέτη ή του δανειστή που απορρέει από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων της, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις.

Η προαναφερόμενη αρχή λειτουργεί, τόσο ως συμπληρωματική, όσο και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων και χωρίς απαραίτητα τη συνδρομή ειδικών συνθηκών εξ αιτίας των οποίων να μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να εκπληρωθούν στο συμφωνημένο μέτρο οι συμβατικές παροχές, αλλά αρκεί ότι απαιτεί τη συμπλήρωση ή διόρθωση η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον προπαρατιθέμενο κανόνα, κατ' απόκλιση από όσα έχουν συμφωνηθεί προσδιορίζει την παροχή ή αντιπαροχή που συμφωνήθηκε, περιστέλλοντας, επεκτείνοντας ή συμπληρώνοντάς την, όταν αυτό επιβάλλει η καλή πίστη, ήτοι με βάση αντικειμενικά κριτήρια αντλούμενα από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές.

Έτσι, με βάση την ΑΚ 288 μπορεί να επιβάλλεται η αύξηση ή μείωση της παροχής όταν αυτή έγινε δυσβάστακτη για το δανειστή ή τον οφειλέτη, λόγω μεταγενέστερης μεταβολής των συνθηκών, όχι όμως και όταν με την σύμβαση ο δανειστής ή ο οφειλέτης είχε αναλάβει τους σχετικούς κινδύνους, ούτε όταν απλώς έπεσαν έξω στους υπολογισμούς τους.

Για την λήψη όμως υπόψη της άνω διάταξης πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής τα πραγματικά περιστατικά που είναι κρίσιμα για την εφαρμογή της, καθώς και η υποβολή σχετικού αιτήματος (άρθρα 106, 216 ΚΠΟολΔ). Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ είναι αναλόγως εφαρμοστέα και στις διοικητικές συμβάσεις και ειδικότερα στις συμβάσεις δημοσίων έργων, αν, βάσει των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, λαμβανόμενης υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η εκπλήρωση της παροχής ενόψει και της αντιπαροχής κατέστη υπερμέτρως επαχθής, οπότε το δικαστήριο δύναται, παρεμβαίνον διορθωτικώς να αναγάγει κατ` απόκλιση από τα συμφωνηθέντα την παροχή στο προσήκον μέτρο.

Η αναπροσαρμογή αυτή της παροχής έναντι της αντιπαροχής, αποβλέπουσα στην εξασφάλιση της διατηρήσεως της ισορροπίας της συμβάσεως, συνιστά αποζημίωση, η οποία κατά νόμο περιορίζεται στο προσήκον μέτρο ( ΑΠ 1801/2011, ΣτΕ 1136/1999). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσες με την προσφυγή που άσκησαν ενώπιον του Εφετείου, επικαλούμενες την ως άνω σύμβαση μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης, βάσει της οποίας, η συμφωνηθείσα μ' αυτήν αμοιβή τους, που καθορίσθηκε στο ποσό των 2.430.000 ευρώ, υπολείπεται κατά πολύ της αμοιβής που δικαιούνται σύμφωνα με το π.δ/γμα 696/1974, κατά το οποίο η αμοιβή τους αυτή ανέρχεται για το μελετητικό έργο που τους ανατέθηκε στο συνολικό ποσό των 8.965.324 ευρώ, ακολούθως ζήτησαν επικουρικά, εκτός των άλλων, να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη τους οφείλει την προκύπτουσα διαφορά των 6.535.324 ευρώ, καθόσον τούτο επιβάλλεται και από την αρχή της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, (άρθρο 288 Α.Κ.), που διέπει την εκτέλεση των συμβάσεων δημοσίων έργων, αφού το ποσόν που συμφωνήθηκε για την αμοιβή τους είναι υποπολλαπλάσιο του ποσού της ελάχιστης αμοιβής τους για την εκτέλεση του επίδικου έργου.

Υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά η επικουρική αυτή βάση της προσφυγής ήταν μη νόμιμη, αφού δεν γίνεται επίκληση στοιχείων και συνθηκών και ειδικότερα πρόσθετων δαπανών ή χρόνου μεγαλύτερου που απαιτήθηκε για την εκτέλεση του ανατεθέντος σ' αυτούς έργου, ώστε η συμφωνηθείσα να τους καταβληθεί αμοιβή να καθίσταται ιδιαιτέρως επαχθής έναντι της αντιπαροχής που συνιστούσε το εκτελεσθέν απ' αυτούς έργο, προκειμένου να υπάρχει αντίθεση προς την αρχή της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών και να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ, προς αναπροσαρμογή της συμφωνηθείσας να λάβουν αμοιβής σε μεγαλύτερο ύψος, η επίκληση δε ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή τους διαφοροποιείται από την προβλεπόμενη νόμιμη τοιαύτη, την οποία όμως αποδέχθηκαν, υπολογίζοντας αυτή ως ικανοποιητική για την εκτέλεση του ανατεθέντος σ' αυτούς έργου (ανεξάρτητα από την υφισταμένη ακυρότητα της σχετικής σύμβασης), δεν θεμελιώνει περίπτωση αναπροσαρμογής αυτής κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ.

Το Εφετείο επομένως με το να απορρίψει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως νομικά αόριστη την επικουρική αυτή βάση της προσφυγής, με την αιτιολογία ότι δεν παρατίθενται σ' αυτήν για τη θεμελίωσή της στοιχεία, προεχόντως δε οι απρόβλεπτες δυσμενείς συνθήκες που προέκυψαν μετά την κατάρτιση της συμβάσεως, εξαιτίας των οποίων η εκτέλεση της παροχής από τις ανάδοχες εταιρίες κατέστη υπερμέτρως επαχθής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε, αφού δεν αξίωσε για την νομική βασιμότητα της επικουρικής αυτής βάσης της προσφυγής περισσότερα στοιχεία απ' αυτά που απαιτούνται από την παραπάνω διάταξη.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι` αυτό προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη οπότε το τυχόν σφάλμα υπάγεται στον με αριθ. 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., λόγο (Ολ.ΑΠ 44/1990).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω λόγο αναιρέσεως (πέμπτο), κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο με ελλιπή, εσφαλμένη, ανεπαρκή και μη νόμιμη αιτιολογία, απέρριψε με την προαναφερόμενη σκέψη του την ως άνω επικουρική βάση της προσφυγής, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ.

Όμως, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο, απέρριψε την παραπάνω βάση της προσφυγής, ως νομικά αόριστη, χωρίς περαιτέρω να υπεισέλθει στην κατ' ουσίαν έρευνα της βάσης αυτής και επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης (πέμπτος), κατά το δεύτερο μέρος του, από την προρρηθείσα διάταξη, είναι προεχόντως απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 318/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-01-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 318/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2014 .

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ