Legislator Case Law & Legislation
247/2013 AI generated

247/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 247/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/8/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1181/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6387/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/4/2011 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

247/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 247 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 247/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Ι.-Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Σοφίας Κανδάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Δ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Μικρού και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/8/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1181/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6387/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/4/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 27/3/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ,ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού κανόνα δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση αυτή νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις .απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που ρυθμίζουν την καταβολή δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας (α.ν. 1775/1951 που κυρώθηκε με το ν. 1907/1951 και τροποποιήθηκε με το ν. 1082/1980), δεχόμενο ότι, "Ο αγωγικός ισχυρισμός του τελευταίου ότι ήδη από 1/9/1999 εργαζόταν συνεχώς και μέχρι την τυπική αναγγελία της πρόσληψης του στον Ο.Α.Ε.Δ.

στις 14/5/2002 στην επιχείρηση του εναγομένου με άτυπη σύμβαση εργασίας εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου αποδείχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμος και πρέπει συνεπώς να απορριφθεί. Η κρίση του Δικαστηρίου τούτου ενισχύεται άλλωστε και από το γεγονός ότι σε ανύποπτο χρόνο απροειδοποίητων ελέγχων του Ι.Κ.Α.

στην επιχείρηση του εναγομένου και δη στις 13/7/1999, στις 2/11/2000 και στις 6/12/2000 δεν διαπιστώθηκε να απασχολείται ο ενάγων στο κατάστημα του εναγομένου ..." και ότι κατ' αυτό τον τρόπο το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 και συγκεκριμένα στηρίχτηκε στους ελέγχους του ΙΚΑ κατά τους οποίους δεν εμφανιζόταν διότι τον είχε εξαναγκάσει ο αναιρεσίβλητος να μην εμφανίζεται και όχι σε βασικά έγγραφα και ειδικότερα στις βεβαιώσεις αναρρωτικής αδείας από το ΙΚΑ για την περίοδο από 23/4/2002 έως 25/4/2002 και από 26/4/2002 έως και 27/4/2002, οι οποίες φέρουν την υπογραφή, τη σφραγίδα και το Α.Φ.Μ.

του αναιρεσίβλητου. Ο λόγος αυτός είναι διττώς απαράδεκτος, α) λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται ποιο είναι το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα και ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και β ) γιατί με το λόγο αυτό και συγκεκριμένα με την επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας στηρίχτηκε στους ελέγχους του ΙΚΑ, κατά τους οποίους δεν εμφανιζόταν γιατί τον είχε εξαναγκάσει ο αναιρεσίβλητος και όχι στα βασικά έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι έλαβε αναρρωτική άδεια κατά το μήνα Απρίλιο του 2002 πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106Κ.Πολ.Δ) αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, εκτιμώντας εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/1989).

Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.ΑΠ 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας.

Επίσης δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου εφέσεως, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση "αντιπαρήλθε σιγή και δεν ανέφερε τίποτε ...", α) για τον ισχυρισμό του περί αοριστίας του πρώτου λόγου εφέσεως στον οποίο αναφερόταν ότι είναι εσφαλμένη η εκκαλούμενη απόφαση, β) για τον ισχυρισμό του ότι κατά τους ελέγχους του ΙΚΑ εξαναγκαζόταν από τον αναιρεσίβλητο να κρύβεται από το ΙΚΑ και να απουσιάζει από τους ελέγχους διότι η σύμβαση ήταν άτυπη και για το λόγο αυτό κινδύνευε και ο ίδιος και γ) για τη μήνυση που κατέθεσε κατά των ψευδών καταθέσεων των μαρτύρων του αναιρεσίβλητου στις οποίες στηρίχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ, δηλαδή δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή ουσιαστικού δικαιώματος και δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ. με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ. ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο ότι δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα, α) δέχθηκε ότι οι βεβαιώσεις αναρρωτικής άδειας από το ΙΚΑ για την περίοδο από 23/4/2002 έως 25/4/2002 και από 26/4/2002 έως 27/4/2002 είναι πλαστές, χωρίς να υποβληθεί μήνυση για πλαστότητα και χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο και β) δέχθηκε ότι η 19031/16/1/2001 απόδειξη της "ΦΙΛΙΠΣ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" που αφορά την επισκευή φαξ του αντιδίκου δεν έχει σχέση με την επιχείρηση του τελευταίου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας οδηγήθηκε στην κρίση του και το αποδεικτικό του πόρισμα από τα αποδεικτικά μέσα που ρητά κατονομάζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα) και δεν δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη.

Επιπλέον ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ως άνω βεβαιώσεις αναρρωτικής άδειας είναι πλαστές ερείδονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται παραδοχές περί πλαστότητας των βεβαιώσεων αυτών, αλλά μόνο ότι δεν αποτελούν αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, γιατί η υπάρχουσα σ' αυτές υπογραφή είναι δυσδιάκριτη και ότι δεν φέρουν σφραγίδα, ούτε ΑΦΜ της επιχείρησης του αναιρεσίβλητου ,ο οποίος και αμφισβητεί τη γνησιότητά τους.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 559 αρ.12 λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, ενώ αντιθέτως δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα αποδεικτικό μέσο, από άλλα ισοδύναμα μέσα ή εάν έκρινε τους μάρτυρες του ενός διαδίκου πιο αξιόπιστους από του άλλου.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ.1 εδ.α' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση τη δικαστική ομολογία.

Ενόψει αυτών ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ δεν ιδρύεται σε υποθέσεις που δικάζονται κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, την πλημμέλεια ότι στηρίχθηκε στις μαρτυρικές καταθέσεις του αντιδίκου και όχι στα κρίσιμα έγγραφα που ο ίδιος προσκόμισε και ότι έτσι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται στις ειδικές διαδικασίες, όπως είναι η των εργατικών διαφορών κατά την οποία δικάζεται η ένδικη υπόθεση, όπου το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με εξαίρεση τη δικαστική ομολογία, περίπτωση που δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση.

Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν προσέδωσε στα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν αποδεικτική δύναμη που δεν είχαν ή το αντίστροφο, αλλά συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα δίνοντας περισσότερη αξιοπιστία σε ορισμένα από αυτά και λιγότερη σε άλλα, όπως, π.χ.

στις βεβαιώσεις αναρρωτικής άδειας τις οποίες δεν θεώρησε αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, γιατί η υπογραφή του αναιρεσείοντος, που αμφισβητείται από αυτόν, είναι δυσδιάκριτη και δεν φέρουν σφραγίδα της επιχείρησης ούτε ΑΦΜ, ούτε άλλο δηλωτικό της υπογραφής του στοιχείο. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της συνδρομής όρων και προϋποθέσεων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή της αντίφασης των αιτιολογιών, ποιες αιτιολογίες θα έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και οι αιτιολογίες της είναι προδήλως αντιφατικές και ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα απέρριψε τα κρίσιμα έγγραφα της αναρρωτικής του άδειας, καθώς και το με αριθμ. 19031/16/1/2001 έγγραφο, χωρίς να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε και χωρίς να αιτιολογεί την απόρριψη της αγωγής του, ενώ έκρινε τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων του αντιφατικές και ασαφείς χωρίς να αιτιολογεί σε τι συνίσταται η ασάφεια και αντιφατικότητα. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, καθόσον, α) δεν αναφέρονται καθόλου παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, γεγονός που καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, β) δεν αναφέρεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή ότι έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και γ) δεν αναφέρεται ποια διάταξη παραβιάστηκε με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Επειδή, παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ορθώς ανέγνωσε συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του παρά-πάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί να το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης .Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των βεβαιώσεων αναρρωτικής άδειας που έλαβε από το ΙΚΑ την περίοδο από 23/4/2002 έως 25/4/2002 και από 26/4/2002 έως 27/4/2002 με το να δεχθεί ότι τα έγγραφα αυτά δεν είναι γνήσια, γιατί η υπογραφή του αναιρεσίβλητου είναι δυσδιάκριτη και δεν φέρει ΑΦΜ ούτε άλλο δηλωτικό της υπογραφής του στοιχείο, ενώ στην πραγματικότητα τα έγγραφα αυτά φέρουν τη σφραγίδα με τα στοιχεία "Κ.

Β. Δ. ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ 3η ΣΤΑΣΗ ... ΑΦΜ ...". Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο αυτό, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης των εγγράφων αυτών.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον με τις παραδοχές, ότι τα έγγραφα αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, γιατί αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο η γνησιότητα της υπογραφής του ,η οποία είναι δυσδιάκριτη και ότι δεν υπάρχει άλλο στοιχείο δηλωτικό της υπογραφής του, δεν παραμορφώθηκε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, αλλ' απλώς αυτά αξιολογήθηκαν ως μη αξιόπιστα και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29/4/2011 αίτηση για αναίρεση της 6387/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ