Legislator Case Law & Legislation
247/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding administrative council decisions in labor disputes.

Case Number 247/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a labor dispute. The appellant argued the dismissal was procedurally flawed because the employer's administrative council had not issued a prior decision before terminating the contract. The court rejected this claim, ruling that the lower court correctly found the termination valid and that the appellant's reliance on a missing council decision was based on a false premise.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 10 CPolD; Art. 559 para. 8 CPolD: An appeal based on the admission of unproven facts or consideration of unproposed facts is inadmissible if the lower court's finding rests on a false premise regarding the procedural requirements of the administrative body.

Keywords

AI generated
labor dispute termination administrative council procedure appeal admissibility false premise argument procedural defect dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 10 CPolD
Art. 559 para. 8 CPolD
Art. 176 CPolD
Art. 183 CPolD
Art. 578 CPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 247 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 247/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Μ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τουτζιαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση του Πανελληνίου Συλλόγου Διπλωματούχων Μηχανολόγων - Ηλεκτρολόγων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 401/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2178/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-3-2008 αίτησή της και τους από 18-5-2011 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 25-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Επίσης ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο όρος "πράγματα" έχει το ίδιο πιο πάνω αναφερόμενο εννοιολογικό περιεχόμενο και στις δύο αυτές διατάξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως, του κυρίως δικογράφου, αποδίδει, αντίστοιχα, στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα: 1) Απέρριψε τον λόγο ακυρότητας της απόλυσής της, ότι δηλαδή δεν είχε ληφθεί προηγούμενη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου ΝΠΙΔ, δεχθείσα ότι το εναγόμενο με την "68/23.9.1999 απόφασή του αποφάσισε την καταγγελία της εργασιακής μου σύμβασης, ενώ ουδέποτε υπήρξε απόφασή του με τέτοιο περιεχόμενο και ουδέποτε βέβαια προσκομίσθηκε ενώπιον τόσο του Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και του Εφετείου Αθηνών το σώμα μιας τέτοιας απόφασης". 2) Δέχθηκε ότι δεν ήταν καταχρηστική η συμπεριφορά του εναγομένου νομικού προσώπου ως εργοδότη, διότι δεν εκτέλεσε τις εντολές του γενικού διευθυντή, οι οποίες συνιστούσαν βλαπτική μεταβολή της παρεχόμενης εργασίας της, χωρίς να λάβει υπόψη και να απαντήσει τον ισχυρισμό της ότι οι ενέργειες αυτές ήταν εκτός των ορίων των αρμοδιοτήτων του γενικού διευθυντή, παραβιάζοντας παράλληλα και την παράγραφο 8 του παραπάνω άρθρου.

Και 3) Δέχθηκε σαν αιτιολογία της απόλυσής της αντισυμβατική συμπεριφορά της "που έγινε όμως δύο χρόνια πριν, δηλαδή το 1997". Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην παραδοχή ότι ήταν αβάσιμος ο επικαλούμενος από την ενάγουσα αναιρεσείουσα λόγος απολύσεώς της, και ότι δεν ήταν καταχρηστική η συμπεριφορά του εναγομένου αναιρεσιβλήτου, καθόσον αυτή απολύθηκε λόγω της αντισυμβατικής της συμπεριφοράς, από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που ρητώς αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς στις πιο πάνω παραδοχές του το Δικαστήριο της ουσίας δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο λόγος αναιρέσεως, ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που επιχειρείται η θεμελίωσή του και στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν παρατίθεται το περιεχόμενο του προταθέντος ισχυρισμού καθώς και όλα τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι αν γινόταν αποδεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά το διατακτικό της.

ΙΙ. Για το ορισμένο του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 λόγου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 118 αριθμ. 4, 559 αριθ. 19 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης και οι αιτιολογίες που λείπουν καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο από τη διάταξη αυτή του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου, προβάλλει μόνο, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο "παραβίασε την παράγραφο 19 του ίδιου άρθρου γιατί η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες για το πώς δεν επέδρασε η βλαπτική εις βάρος μου μεταβολή στην μετέπειτα απόλυσή μου και πως δικαιολογεί η προσβαλλόμενη απόφαση την απόρριψη της αγωγής μου". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζεται η βλαπτική εις βάρος της αναιρεσείουσας μεταβολή, η επιρροή που ασκεί αυτή στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης.

ΙΙΙ. Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281.

Τέλος, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του εξ αιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως προς τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, ιδίως δε όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Στις 11-10-1993 η αναιρεσείουσα προσελήφθη από τον νόμιμο εκπρόσωπο του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ΕΛΙΝΥΑΕ), (που έχει αστικό μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα, και ως αντικείμενο την ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων και εργοδοτών), κατ' αρχήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως τεχνικός ασφαλείας, και εντάχθηκε στο Επιστημονικό Προσωπικό του Ινστιτούτου, ως συντονίστρια Προγράμματος.

Η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε με νέα έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου στις 11-5-1994 και στην συνέχεια από 1-8-1994 η σύμβαση μετατράπηκε σε σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Η αναιρεσείουσα κατά την πρόσληψή της είχε πτυχίο ηλεκτρολόγου - μηχανολόγου του ΕΜΠ και εκπονούσε διδακτορική διατριβή στο Μετσόβειο Πολυτεχνείο με θέμα "Υγεία και Ασφάλεια των Εργαζομένων", το δε αντικείμενο της εργασίας της ήταν ότι ο συντονισμός, η διενέργεια ερευνών, η εκπόνηση μελετών, η κατάρτιση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και η συμμετοχή στην DΑΤΑ ΒΑΝΚ, καθώς επίσης η υποβολή και η συμμετοχή της στην διαμόρφωση εισηγήσεων στο Δ.Σ.

του αναιρεσιβλήτου με θέματα υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας. Με την σύμβαση εργασίας, συνεχίζει το Εφετείο, επίσης συμφωνήθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να παρέχει σε τρίτους υπηρεσίες υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και να εκπροσωπεί συμφέροντα άλλων ιδιωτικών επιχειρήσεων και οργανώσεων, ενώ στις 4-4-1995 είχε λάβει την απόφαση ότι η απασχόληση όλου του μόνιμου προσωπικού του θα είναι πλήρης και αποκλειστική.

Από το έτος 1996 άρχισαν να δημιουργούνται ορισμένες διαφορές μεταξύ της αναιρεσείουσας και του γενικού διευθυντή του Ινστιτούτου σχετικά με την συμπεριφορά του τελευταίου προς αυτήν και ως προς τον τρόπο υλοποίησης των αρμοδιοτήτων της. Παράλληλα ο παραπάνω γενικός διευθυντής, στα πλαίσια του έργου "ΕΛΙΝΥΑΕ Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Βιομηχανίας", ορίζει την αναιρεσείουσα υπεύθυνη του έργου της βιβλιοθήκης.

Σε εκτέλεση όμως της από 14-5-1997 απόφασης του Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου (43η συνεδρίαση), αντικαθίσταται η αναιρεσείουσα τον Οκτώβριο του 1997 από τον ειδικό για θέματα Τεκμηρίωσης - Πληροφόρησης Θ. Σ. και με το από 20-11-1997 έγγραφό του ο γενικός διευθυντής του αναιρεσιβλήτου προς τον πρόεδρο του ΕΛΙΝΥΑΕ εκθέτει τους λόγους αντικατάστασης της αναιρεσείουσας, συνιστάμενους στην προβληματική και αντισυμβατική εργασιακή συμπεριφορά της, λόγω της κατ' επανάληψη πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων, της ανάρμοστης συμπεριφοράς της προς τους συναδέλφους της, της επί σειρά ετών αυθαίρετης απουσίας της με διάφορες προφάσεις και ψευδείς υπογραφές προσέλευσης ή παρουσίας στην εργασία της.

Επιπλέον καταλογίζεται στην αναιρεσείουσα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ότι ελάχιστα ασχολείτο με τα θέματα της ευθύνης της (εκδόσεις, διοργάνωση ημερίδων κ.λπ.) και όταν ακόμη ασχολείτο με τα θέματα που της είχαν ανατεθεί η ενασχόληση της χαρακτηρίζεται από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της. Στην συνέχεια, δέχεται το Εφετείο, η αναιρεσείουσα κλήθηκε στις 8-12-1997 σε απολογία, γιατί στις 14-11-1997 καίτοι της είχε ανατεθεί να απαντήσει γραπτώς σε υποβληθέντα αιτήματα στην "Ελληνική Υφαντουργία Α.Ε.", δεν έπραξε τούτο και την ίδια ημερομηνία η αναιρεσείουσα με έγγραφό της προς το Δ.Σ.

υποστηρίζει ότι γίνεται προσπάθεια υποβιβασμού της και υπονόμευσης του έργου της και αφαίρεσης των αρμοδιοτήτων της. Ακολούθως στις 10-12-1997 και στις 11-12-1997 η αναιρεσείουσα κλήθηκε σε απολογία για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, γιατί ενώ της ζητήθηκε να συντάξει έκθεση σχετικά με την εξέλιξη του προγράμματος HSPVO-EU, να ενημερώσει τον νέο συνάδελφο της, εν όψει της συμμετοχής αυτού σε συνάντησή του στο Μπιλμπάο, να περιγράψει τη χρήση της CELEX και να συντάξει αναλυτική κατάσταση της τιμολογηθείσας χρήσης της ΕΛΚΕΤΕΚ, δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της αυτές.

Η αναιρεσείουσα απάντησε με το 1333/12-12-1997 έγγραφο, αιτιολογώντας, τις παραπάνω αιτιάσεις, αποδίδοντας τη συμπεριφορά του γενικού διευθυντή σε προσωπικά και όχι υπηρεσιακά κίνητρα. Στις 13-1-1998 η αναιρεσείουσα αντικαθίσταται από υπεύθυνη έργου στην βιβλιοθήκη του Κέντρου Τεκμηρίωσης - Πληροφόρησης με απόφαση του γενικού διευθυντή και με τα από 27-1-1998, 5-5-1998, 20-7-1998 και 6-11-1999 έγγραφά της διαμαρτύρεται προς το Δ.Σ.

για την χωρίς δικαίωμα, όπως υποστηρίζει, μεταβολή. Στις 11-2-1998 κατά την 53η συνεδρίασή του το Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου ενημερώθηκε για την αντικατάσταση της αναιρεσείουσας στην Εσωτερική Επιτροπή του κτιρίου για τους πιο πάνω λόγους, αλλά και λόγω της απουσίας της επί ένα μήνα (ασθένεια και κανονική άδεια) σε διάστημα που οι εξελίξεις του έργου ήταν ραγδαίες και ιδιαίτερα σοβαρές.

Η αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, όπως στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο, συνεχίστηκε, καθόσον, ενώ αυτή ζήτησε άδεια απουσίας 5 εργασίμων ημερών από 20 έως και 24-9-1999 για να συμμετάσχει σε συνέδριο στην Βραζιλία για θέματα υγιεινής και ασφαλείας και δεν της χορηγήθηκε, αυτή αυθαίρετα απουσίασε και δεν παρέδωσε το έργο που της είχε ανατεθεί.

Με την από 21-9-1999 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία της που κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο στις 22-9-1999 η αναιρεσείουσα ζητούσε να αρθεί η προκληθείσα σε βάρος της μεταβολή αρμοδιοτήτων και να επαναφερθεί στην θέση που κατείχε ως υπεύθυνη του τομέα Ενημέρωσης -Πληροφόρησης και να ανακληθεί η 2152/16-7-1999 απόφαση του Προέδρου του Δ.Σ.

του αναιρεσιβλήτου Ινστιτούτου, καθώς επίσης και να παύσουν οι υποτιμητικές και σε βάρος συμπεριφορές του γενικού διευθυντή. Στις 23-9-1999 στην 68η συνεδρίασή του το Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου ενημερώθηκε από τον πρόεδρο αυτού για την εξέλιξη του θέματος της αναιρεσείουσας, για την αυθαίρετη απουσία της από την εργασία και για την μη παράδοση της εργασίας που της είχε ανατεθεί από την Υπηρεσία και έτσι το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας.

Η απόφαση δε αυτή θα υλοποιείτο αφού γίνει νομική διερεύνηση προς εξασφάλιση των συμφερόντων του ΕΛΙΝΥΑΕ. Ακολούθως, δέχεται το Εφετείο, η αναιρεσείουσα και μετά την παραπάνω αυθαίρετη απουσία της υπέβαλε νέα αίτηση στις 28-9-1999 για να συμμετάσχει σε συνέδριο που δεν αφορούσε θέματα του αναιρεσιβλήτου Ινστιτούτου και ενώ η άδεια αυτή δεν δόθηκε, απουσίασε και πάλι από την εργασία της από 11 έως 15-10-1999, χωρίς να έχει παραδώσει την σχετική εργασία που της είχε ανατεθεί.

Στην 69η συνεδρίαση του Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου που έγινε στις 5-10-1999 επαναλήφθηκε από τον Πρόεδρο αυτού, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της αναιρεσείουσας έγινε λόγω της αντισυμβατικής της συμπεριφοράς και πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων της καθώς και της αυθαίρετης απουσία της από το ΕΛΙΝΥΑΕ, και τελικά στις 20-10-1999 έγινε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας από το εναγόμενο εγγράφως και με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Η καταγγελία αυτή, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν έγινε από λόγους εκδίκησης του αναιρεσιβλήτου, αφού και με δύο διαφορετικούς Προέδρους του η αναιρεσείουσα είχε την ίδια συμπεριφορά, αλλά έγινε, όπως δέχθηκε, με κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων και των συμβατικών της υποχρεώσεων, ήτοι της αυθαίρετης απουσίας της, των παραβάσεων του ωραρίου προσέλευσης και αποχώρησης από την εργασία, που διατάρασσαν την εύρυθμη λειτουργία και τάξη της εργοδότιδας επιχείρησης και συνεπώς, όπως καταλήγει το Εφετείο, η γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν είναι άκυρη, ως καταχρηστική, αλλά έγκυρη.

Επίσης το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς και λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, γιατί δεν υπήρξε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου Ινστιτούτου και ότι παραβιάστηκε το άρθρου 14 του Κανονισμού Προσωπικού του, γιατί δεν κοινοποιήθηκε με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και το πρακτικό της απόφασης του Δ.Σ.

γιατί, όπως δέχθηκε το Εφετείο, ως προς μεν το πρώτο ισχυρισμό, "ήδη από την 68η συνεδρίαση του Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου είχε αποφασισθεί η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας από το εναγόμενο με την προϋπόθεση νομικής διερεύνησης προς διασφάλιση των συμφερόντων του αναιρεσιβλήτου Ινστιτούτου", ως προς δε το δεύτερο, διότι η αναφερόμενη παραβίαση Κανονισμού "που δεν προκύπτει αν έχει ισχύ νόμου", δεν προβλέπεται με ποινή ακυρότητας της καταγγελίας.

Μετά από αυτά το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, κρίνοντας ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή, δεν έσφαλε.

Με τις παραδοχές αυτές, με τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η γενόμενη από το αναιρεσίβλητο καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, που το συνέδεε με την αναιρεσείουσα, ήταν καταχρηστική, αλλά έγκυρη, με συνέπεια τη λύση της εργασιακής σύμβασης, διέλαβε στην απόφασή του, ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα της μη καταχρηστικότητας της απόλυσης, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του αρ. 281 Α.Κ.

που εφαρμόσθηκε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ούτε παραβίασε τη διάταξη αυτή. Ειδικότερα δεν συνιστά αντίφαση η παραδοχή του Εφετείου ότι η ενάγουσα αναιρεσείουσα "απουσίαζε αυθαιρέτως επί σειράν ετών", με την στη συνέχεια παραδοχή ότι η ενάγουσα απουσίαζε από την υπηρεσία της σε δύο περιπτώσεις για χρονικά διαστήματα 5 και 4 ημερών, δηλαδή από 20 έως 24-9-1999 και από 11 έως 15-10-1999 "χωρίς άδεια της υπηρεσίας", την οποία είχε ζητήσει, αλλά δεν της δόθηκε, για να συμμετάσχει σε δύο διεθνή συνέδρια.

Τούτο δε διότι το Εφετείο, αναφέροντας και δευκρινίζοντας ειδικώς της δύο αυτές περιπτώσεις αδικαιολόγητης απουσίας της αναιρεσείουσας, δεν δέχεται, όπως αβασίμως η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι αυτή απουσίασε αδικαιολογήτως "μόνο" στις περιπτώσεις αυτές, ούτε αναιρεί το χαρακτήρα της αντισυμβατικής αυτής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, το αν τα συνέδρια αυτά είχαν αντικείμενο συναφές με το αντικείμενο εργασίας της.

Επίσης το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του με πληρότητα προσδιορίζει την αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, ως αιτία της απολύσεώς της, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι η απόλυση αυτή έγινε από λόγους εκδίκησης του εναγομένου αναιρεσιβλήτου, αλλά, όπως αναφέρεται στην απόφαση, αυτή έγινε "με κίνητρο πραγματικά, την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της απολυόμενης αλλά και για τις παραβάσεις των συμβατικών της υποχρεώσεων, ήτοι αυθαίρετη απουσία και παραβάσεις του ωραρίου προσέλευσης και αποχώρησης από την εργασία της ενάγουσας - εκκαλούσας που διατάρασσε την εύρυθμη λειτουργία και πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδότιδας επιχείρησης".

Έτσι απέρριψε εκ του πράγματος τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι η απόλυσή της έγινε εκ λόγων εκδικήσεως λόγω της γενόμενης με εξώδικη δήλωση διαμαρτυρία της για την αναφερόμενη σ' αυτήν βλαπτική μεταβολής των όρων της συμβάσεως. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.

IV. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία ως χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, από το άρ. 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι, με την ένδικη από 30.6.2004 έφεσή της, επικαλέσθηκε ως αποδεικτικό μέσο "την έγγραφη βεβαίωση του αντιδίκου, την οποία τούτο προσκόμισε πρωτοδίκως και εις την οποία επί λέξει αναφέρεται: "...

βεβαιώνω ότι το θέμα της Κας Π. Μ. (ενάγουσας) συζητήθηκε μόνο σ' αυτές τις τρεις συνεδριάσεις, 68η, 69η και 70ή αμέσως ή εμμέσως", προκειμένου να αποδείξει ότι για πρώτη φορά συζητήθηκε το θέμα της στις 23.9.1999 στην 68η συνεδρίαση, δηλαδή την επομένη της κοινοποιήσεως της πιο πάνω αναφερόμενης εξώδικης διαμαρτυρίας της, και "συνεπώς ποτέ σε προηγούμενο χρονικό διάστημα δεν απασχόλησε το Δ.Σ.

του εναγομένου το ζήτημα της προσήκουσας εκ μέρους μου εκτέλεσης των καθηκόντων μου", γεγονός που αποδεικνύει ότι η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων της "εφευρέθηκε την τελευταία στιγμή, για να μη εμφανίζεται η καταγγελία ως καταχρηστική". Το έγγραφο δε αυτό, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, το Εφετείο δεν το έλαβε υπόψη του.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι το πιο πάνω έγγραφο το οποίο "προσκόμισε πρωτοδίκως" το αντίδικό της, προσκομίστηκε από αυτό ή την ίδια και ενώπιον του Εφετείου, ώστε να το λάβει υπόψη του. Ανεξαρτήτως αυτού, εφόσον το έγγραφο αυτό έχει το αναφερόμενο από την αναιρεσείουσα πιο πάνω περιεχόμενο, δεν πρόκειται για έγγραφο χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (και εν προκειμένω την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα καταχρηστική απόλυσή της), ώστε η μη λήψη αυτού υπόψη να ιδρύει τον από τον από το άρ. 559 αρ.11 ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναιρέσεως.

Εξάλλου το Εφετείο, δεν δέχθηκε από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κάτι αντίθετο από όσα αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο. Αντίθετα ρητώς αναφέρεται ότι, την επόμενη της κοινοποιήσεως της από 21-9-1999 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσείουσας "στις 23-9-1999 στην 68η συνεδρίαση του το Δ.Σ. του εναγομένου" ασχολήθηκε με θέματα που αφορούσαν τη συμπεριφορά της", χωρίς να αναφέρονται προγενέστερες συνεδριάσεις αυτού που να ασχολήθηκε με τα ίδια θέματα (αναφέρεται ότι απασχολήθηκαν άλλα όργανα αυτού, για κλήση σε απολογίες κ.λπ.).

Και εξ αυτών συνεπώς συνάγεται ότι το επικαλούμενο έγγραφο δεν ήταν κρίσιμο για απόδειξη όσων αναφέρονται σε αυτό και, συνεπώς, ο εξεταζόμενος πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέος.

V. Η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι ενώ "είχε επικαλεσθεί πρωτοδίκως και κατ' έφεση, με σκοπό την ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας, το άρθρο 15 του Κανονισμού Προσωπικού του εναγομένου Ινστιτούτου, σύμφωνα με το οποίο "η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από μέρους του ΕΛΙΝΥΑΕ (εναγομένου Ινστιτούτου) γίνεται με απόφαση του Δ.Σ.

του ΕΛΙΝΥΑΕ, η οποία και παραδίδεται στον εργαζόμενο", το Εφετείο, απέρριψε τον σχετικό (3ον) λόγον εφέσεως, για παραβίαση, ήτοι μη τήρηση, των ως άνω όρων του άρθρου 15 του Κανονισμού Προσωπικού του εναγομένου, με την αιτιολογία ότι "δεν προκύπτει αν έχει ισχύ νόμου" ο ως άνω Κανονισμός και ότι "δεν επιφέρει την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας" η μη τήρηση των όρων αυτών, "παρά μόνον μπορεί να γεννάται αξίωση για αποζημίωση" και επί πλέον διότι "δεν προβλέπεται ρητά η ακυρότητα της απόλυσης" από την αθέτηση των όρων αυτών και ότι έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την ως άνω, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 15 του Κανονισμού Προσωπικού του εναγομένου Ινστιτούτου, άλλως παραβίασε επίσης ευθέως την, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 652 Α.Κ., εφόσον κριθεί ότι ο Κανονισμός του αναιρεσιβλήτου δεν έχει κανονιστική ισχύ, αλλά συμβατική".

Από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή στην αγωγή της στήριξε τον ισχυρισμό της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκτός από την καταχρηστικότητα της απόλυσης, για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω, και στο ότι αυτή, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο σχετικό κεφάλαιο της αγωγής, "ασκήθηκε παράτυπα, εφόσον δεν προηγήθηκε η σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, όπως ορίζεται στο άρθρο 15 του Κανονισμού Προσωπικού του εναγόμενου".

Δηλαδή κατά τη βάση αυτή της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η απόλυσή της ήταν άκυρη διότι έγινε χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγόμενου νομικού προσώπου, όπως σαφώς αυτό διατυπώνεται στην αγωγή υπό τον τίτλο "λόγοι ακυρότητας της καταγγελίας", χωρίς να αναφέρεται ως λόγος ακυρότητας και η μη επίδοση της αποφάσεως αυτής του Δ.Σ., μαζί με την καταγγελία της συμβάσεως και να υποβάλεται σχετικό αίτημα ακυρότητας της καταγγελίας εκ του λόγου τούτου.

Η αναφορά στην αγωγή και ειδικότερα στο "ιστορικό της εργασιακής σχέσεως", ότι η ενάγουσα κατά τη απόλυσή της ζήτησε να της δοθεί η απόφαση του Δ.Σ., για την απόλυσή της, για να λάβει την απάντηση ότι δεν είναι ανάγκη να υπάρχει απόφαση του Δ.Σ. για να απολυθεί, έγινε προκειμένου να ενισχύσει η ενάγουσα την άποψή της ότι αυτή απολύθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί απόφαση τους Δ.Σ., του εναγομένου και όχι για να στηρίξει τρίτο (επικουρικό) λόγο ακυρότητας της απολύσεώς της, ότι δηλαδή, ακόμη και αν είχε ληφθεί απόφαση του Δ.Σ.

για την απόλυσή της, αυτή ήταν άκυρη, κατά το Κανονισμό του εναγομένου, διότι δεν της επιδείχθηκε η απόφαση αυτή, όταν το ζήτησε. Απαραδέκτως όμως στην έφεση, η αναιρεσείουσα, μεταβάλλουσα εν μέρει την βάση της αγωγής της (224, 526 εδ. α ΚΠολΔ), πρόβαλε και τον τελευταίο αυτό λόγο ακυρότητας της καταγγελίας.

Συνεπώς, εφόσον η αγωγή δε στηριζόταν στην επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ακυρότητα της καταγγελίας, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 του ισχύ νόμου έχοντος, κατά την αναιρεσείουσα, Κανονισμού Προσωπικού του εναγομένου Ινστιτούτου, άλλως κατά το άρθρο 652 ΑΚ, εφόσον κριθεί ότι ο Κανονισμός έχει συμβατική ισχύ, ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και το Εφετείο, ορθώς, κατ' αποτέλεσμα τον απέρριψε έστω και με άλλη αιτιολογία ( 578 ΚΠολΔ). Σε κάθε δε περίπτωση κατά το πρώτο μέρος του (δηλαδή ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας, διότι δεν προηγήθηκε η σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου), ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία έγινε αφού προηγήθηκε σχετική απόφαση του Δ.Σ. Κατά τα λοιπά, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, πλήττουν απαραδέκτως την περί των πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-3-2008 αίτηση (αρ. καταθ. 388/24-3-2008) και το από 18-5-2011 (αρ. καταθ. 103/19-5-11) δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της 2178/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ