247/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 247 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 247/2011
Legislator headnote
AI generated247/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 247 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 247/2011
Full text
Απόφαση 247 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 247/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Π. Σ. του Β., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "EUROSTAR AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Πατσούρη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ρ. - Α. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρου Κανδαράκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Ρ. του Ν., 3) Δ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολικής διαδόχου κατόπιν απορρόφησης της αρχικά αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", πρώην "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοπακάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/1998 αγωγή του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1025/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9510/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο πρώτος των ως άνω αναιρεσιβλήτων με την από 10/4/2003 αίτησή του. Εκδόθηκε η 190/2004 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 9510/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 522/2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσείοντες με την από 2/3/2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1973/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι ως άνω αναιρεσείοντες με την από 6/10/2009 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Λούκα ανέγνωσε την από 31/12/2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Γεωργίου Βούλγαρη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ενώπιον του τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου φέρονται προς συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο: 1) η από 5.4.2005 αίτηση αναιρέσεως του Ρ.-Ά. Σ. κατά των Ρ. Α., Σ. Δ., της ΑΕ με την επωνυμία ¨ALLIANZ¨, του Σ. Π. και της ΑΕ με την επωνυμία ¨EUROSTAR¨, 2) η από 2-3-2005 αίτηση αναιρέσεως του Π. Σ. και της εταιρίας με την επωνυμία ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΑΕ κατά του Ρ.-Ά. Σ., Α. Ρ., Δ. Σ. και της εταιρίας με την επωνυμία ¨ALLIANZ ΑΕ¨, και 3) και η από 22-2-2005 αίτηση αναιρέσεως των Α. Ρ., Δ. Σ. και της εταιρίας με την επωνυμία ¨ALLIANZ ΑΕ¨ κατά των Ρ.-Ά. Σ., Π. Σ. και της εταιρείας με την επωνυμία ¨EUROSTAR ΑΕ¨. Όλες οι παραπάνω αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με αριθμό 522/2005. Επομένως επειδή κατά την κρίση του Τμήματος τούτου διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων πρέπει αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκασή τους.
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν δε στη δίκη για την αναίρεση συμμετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς, απουσιάζει ή δεν συμμετέχει νόμιμα και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους (Ολ.ΑΠ 2/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή, της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί , κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της, συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσης του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η έγγραφη αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του για τη νέα δικάσιμο, και απαιτείται νόμιμη κλήτευση του. Στην προκειμένη κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (17.9.2010), κατά την οποία συζητήθηκε με εκφώνηση της από τη σειρά του πινακίου η συνεκδικαζόμενη από 05.04.2005 αίτηση του Σ. Ρ.-Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 522/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ οι 1ος και 2ος των αναιρεσιβλήτων Α. Ρ. και Δ. Σ.. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 1973/2008 απόφαση του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αυτής, η οποία επαναφέρθηκε• για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 04.12.2009, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την παρούσα δικάσιμο. Από τις υπ' αριθμ. 8817Γ/26-4-2005 και 8816Γ/26-4-2005 και 2774Δ και 2772Δ/25.09.2009 εκθέσεις επιδόσεων του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... προκύπτει ότι αντίγραφο της εν λόγω αίτησης για αναίρεση με κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο της 04.12.2009, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους άνω 1° και 2° των αναιρεσιβλήτων. Επομένως αφού αυτοί δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Περαιτέρω καθόσον αφορά την από 2-3-2005 αίτηση αναιρέσεως των Π. Σ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΣΤΑΡ Α.Ε. κατά των Ρ.-Ά. Σ., Α. Ρ., Δ. Σ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΕΓΑ" κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο ήσαν δικονομικώς απόντες ο δεύτερος και ο τρίτος των άνω αναιρεσιβλήτων. Αυτοί όμως είχαν κληθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως να παραστούν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση όπως τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 6879/12-4-2009 και 6880/12-4-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... και τις υπ' αριθ. 4709β'/19.11.2009 και 4708β'/19.11.2009 θέσεις επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Αθηνών ..., η οποία ενήργησε τις άνω επιδόσεις κατά παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των άνω αναιρεσειόντων Ευθυμίου Πατσούρη. Επομένως σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
ΙΙΙ. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1 και 558 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι νομιμοποιείται παθητικώς ως αναιρεσίβλητος ο αντίδικος του αναιρεσείοντος στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, έναντι του οποίου ο αναιρεσείων ηττήθηκε όχι δε και ο ομόδικος του ο οποίος νικήθηκε επίσης και ως εκ τούτου μόνο ως ομόδικος του αναιρεσείοντος με την άσκηση της αναιρέσεως από κοινού ή αυτοτελώς μπορεί να μετάσχει στην αναιρετική δίκη (βλ. ΑΠ 1125/2003 545/2007). Στην προκειμένη περίπτωση: 1) η από 2.3.2005 αίτηση αναιρέσεως του Π. Σ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΣΤΑΡ Α.Ε." στρέφεται, εκτός του πρώτου Ρ.-Α. Σ., κατά των αναιρεσιβλήτων Α. Ρ., Δ. Ρ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΕΓΑ" και 2) η από 22.2.2005 αίτηση αναιρέσεως των Α. Ρ., Δ. Σ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ" στρέφεται, εκτός του πρώτου Ρ.-Ά. Σ., κατά των Π. Σ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ΕΥΡΩΣΤΑΡ Α.Ε. Όμως από την επισκόπηση των δικογράφων εφέσεως, ήτοι από 19.3.2001 του Ρ.-Α. Σ., της εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ" και της δια των προτάσεων αντεφέσεως των Π. Σ. και της εταιρείας με την επωνυμία "EUROSTAR A.E." όπως και της αναιρεσιβαλλόμενης 522/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι οι άνω τώρα αναιρεσίβλητοι δεν υπήρξαν αντίδικοι των άνω τώρα αναιρεσειόντων. Επομένως έναντι των άνω αναιρεσιβλήτων οι παραπάνω αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως των άνω αναιρεσειόντων.
IV. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης 522/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι οι τώρα αναιρεσείοντες Α. Ρ. και Δ. Σ. δικάσθηκαν ερήμην στην κατ' αυτών από 19-3-2001 έφεση του Ρ.-Ά. Σ., που έγινε κατά ένα μέρος δεκτή κατ' ουσίαν έναντι των άνω αναιρεσειόντων. Η μνησθείσα απόφαση του Εφετείου παραδεκτώς προσβάλλεται με αναίρεση (ΚΠολΔ 553) από τους ανωτέρω παρά το ότι δεν προκύπτει ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Τούτο γιατί από την απ' ευθείας άσκηση αναιρέσεως προκύπτει σιωπηρή παραίτηση των αναιρεσειόντων από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, η παραίτηση δε αυτή, για την οποία δεν παρασχέθηκε η απαιτούμενη κατ' άρθρο 98 περ. β' του ΚΠολΔ ειδική πληρεξουσιότητα, εγκρίθηκε σιωπηρώς από τους αναιρεσείοντες και έτσι θεραπεύθηκε η έλλειψη, όπως αυτό προκύπτει από τη μεταγενέστερη δια των προσκομιζομένων πληρεξουσίων με αριθμό .../3-4-2006 και .../3-4-2006 της συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτεινής Φλωρά-Ψαρρή, παρασχεθείσα εκ μέρους των εν λόγω αναιρεσειόντων πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Κοπακάκη να παραστεί και να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την αναφερόμενη στην αρχή συνεδρίαση. Η έγκριση αυτή ενεργώντας αναδρομικώς ισχυροποίησε όπως προκύπτει και από τη διάταξη του άρθρου 544 αρ. 4 του ΚΠολΔ, την παραίτηση από το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως (βλ. Ολ ΑΠ 626/1980 Ολ ΑΠ 5/2001- ΑΠ 936/2009•ΑΠ 1983/2006 ΑΠ 662/2006).
V. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911,297 298,300,330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες. Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος. Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης. Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών που ενεπλάκησαν στο ατύχημα:
"Στις 22-6-1996 και ώρα 9:00 πρωινή, ο ενάγων Ρ.-Ά. Σ., αλβανός υπήκοος, οδηγούσε το ΥΟ 9020 δίκυκλο μοτοποδήλατο του, κινούμενος επί της οδού ... στην περιοχή ... και κατευθύνετο προς την λεωφόρο .... Η οδός αυτή, προ της διασταυρώσεώς της με την λεωφόρο, σηματοδοτείται με πινακίδα ρυθμιστική της κυκλοφορίας "SΤΟΡ". Η λεωφόρος ... έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας εκ των οποίων το ένα κατευθύνεται προς Αθήνα και το αντίθετο αυτού κατευθύνεται προς Ν. Μ.. Αμφότερα τα ρεύματα έχουν συνολικό πλάτος 8 μέτρων και χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή διαχωριστική γραμμή, διακοπτόμενη στην διασταύρωση. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο επί του ρεύματος της λεωφόρου ... με κατεύθυνση προς Αθήνα, εκινούντο το ... ΔΧΕ αυτοκίνητο ταξί ιδιοκτησίας Δ. Σ., που οδηγείτο από τον Α. Ρ. και ήτο ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες ζημιές από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρεία "ALLIANZ ΑΕΓΑ" (διαδόχου της "AGF KOSMOS") και όπισθεν αυτού ακριβώς, ακολουθούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Π. Σ., οδηγούμενο από τον ίδιο και ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία "EUROSTAR AE" για τις έναντι τρίτων προκαλούμενης ζημιές. Ο ενάγων, έχοντας πρόθεση να διασχίσει κάθετα και τα δύο ρεύματα της λεωφόρου ... για να εισέλθει στην οδό ... η οποία είναι προέκταση της οδού ... επί της οποίας εκινείτο, διέκοψε την κίνηση του οχήματός του προ της διασταυρώσεως προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην λεωφόρο ..., η οποία κατ' εκείνη την στιγμή παρουσίαζε αυξημένη κίνηση και στα δύο ρεύματα. Παράλληλα προς το μοτοποδήλατο από δεξιά του είχε σταματήσει να ελέγξει ομοίως την κίνηση ένα ΙΧΕ, τζιπ το οποίο ρυμουλκούσε ένα σκάφος. Και τα δύο οχήματα ξεκίνησαν μόλις ελευθερώθηκε το ρεύμα προς ... της λεωφόρου ... και έφθασαν ασφαλή, στην διπλή διαχωριστική γραμμή της λεωφόρου που χωρίζει τα δύο ρεύματα. Εκεί το μεν τζιπ το οποίο είχε καταλάβει και τμήμα του προς Αθήνα ρεύματος, σταμάτησε εκ νέου για να βεβαιωθεί ο οδηγός του ότι το ρεύμα ήτο ελεύθερο για να εισέλθει σ' αυτό. Αντίθετα ο οδηγός του μοτοποδηλάτου εισήλθε αιφνίδια και εντελώς ανέλεγκτα στο εν λόγω ρεύμα της λεωφόρου που προτίθετο να διασχίσει κάθετα, χωρίς να ακινητοποιήσει το μοτοποδήλατο του πλησίον της διαχωριστικής γραμμής της διασταυρώσεως για να βεβαιωθεί ότι δεν εκινούντο αντίθετα στο οδόστρωμα, που επρόκειτο να εισέλθει, αλλά οχήματα, στα οποία να παραχωρήσει προτεραιότητα διελεύσεως, αφού στην πορεία του είχε σήμα ¨STOP¨ με συνέπεια, να παρεμβληθεί ξαφνικά στην ευθεία πορεία των κινουμένων στο ρεύμα αυτό κανονικώς οχημάτων, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 § 1, 19 παρ. 1 & 2, 26 §§ 1, 3 και 4, παρ. 3 Ρ-2 του ΚΟΚ και 330 εδ. β' ΑΚ, και να επιπέσει με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του ποδηλάτου του στον οπίσθιο τροχό του προαναφερομένου ταξί, ενώ το αυτοκίνητο που εκινείτο πίσω από το ταξί και οδηγείτο από τον τέταρτο εναγόμενο, επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος του στο μοτοποδήλατο του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να ανατραπεί αυτό και να εκτιναχθεί ο οδηγός του 15 μέτρα περίπου επάνω στο οδόστρωμα. Υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα περιστατικά συνυπαίτιοι του ατυχήματος, είναι και οι τρεις οδηγοί των προαναφερθέντων οχημάτων. Ειδικότερα, οι πρώτος και τέταρτος των εναγομένων, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και ηδύναντο να καταβάλουν, δεν οδηγούσαν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, δεν ασκούσαν τον έλεγχο και την εποπτεία των οχημάτων τους κατά την οδήγηση και δεν είχαν ρυθμίσει την ταχύτητα τους, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψιν τους τις επικρατούσες στην κυκλοφορία συνθήκες κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψουν την πορεία τους μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο δυνάμενο να προβλεφθεί, ευρισκόμενο στο ορατό από αυτούς μπροστινό τμήμα της οδού, και δη, ενώ είχαν αντιληφθεί ότι προ της διασταυρώσεως υπήρχαν, εν αναμονή οχήματα, όπως το ογκώδες τζιπ για να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα, όπου αυτοί εκινούντο και ενώ έπρεπε προ της διασταυρώσεως να ελαττώσουν την ταχύτητα τους, δεν έπραξαν τούτο όπως είχαν υποχρέωση κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 19 §§ 1, 2 και 3 του ΚΟΚ και 330 εδ. β του ΑΚ, με συνέπεια να μην αντιληφθούν εγκαίρως το μοτοποδήλατο του ενάγοντος που εξήλθε και προσπάθησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, όπου αυτοί εκινούντο, ώστε να ακινητοποιήσουν τα οχήματα τους ή να πραγματοποιήσουν τους απαιτούμενους ελιγμούς, για να αποφευχθεί το ατύχημα. Συνυπαίτιος όμως, κατά ποσοστό 60%, του προκληθέντος ατυχήματος κατά το μεγαλύτερο μέρος είναι και ο ενάγων, του οποίου η αμέλεια συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του όπως όφειλε και ηδύνατο να πράξει, και ειδικότερα, δεν σταμάτησε προ της διασταυρώσεως για να ελέγξει με προσοχή την κίνηση των οχημάτων και των δυο κατευθύνσεων της λεωφόρου ... αν και ήτο υποχρεωμένος προς τούτο ένεκα του σήματος ¨STOP¨ που είχε στην πορεία του ώστε να διασχίσει ασφαλής και τα δύο ρεύματα της λεωφόρου, αλλά συνέχισε προς τα εμπρός κινούμενος, χωρίς να αναμείνει την διέλευση των αυτοκινήτων που οδηγούσαν οι πρώτος και τέταρτος των εναγομένων τα οποία είχαν προτεραιότητα έναντι του δικού του οχήματος. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήτο να τραυματισθεί ο ενάγων, ο οποίος υπέστη κάταγμα - εξάρθρημα θωρακικής μοίρας και συγκεκριμένα των σπονδύλων Θ12-01, με συνέπεια πλήρη αισθητικοκινητική παραπληγία".
Όμως με αυτά που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατικές, ασαφείς και όχι πλήρεις αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών των οχημάτων (ενάγοντος και εναγομένων). Συγκεκριμένως: 1) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ο ενάγων οδηγός του μοτοποδηλάτου παρεμβλήθηκε ξαφνικά στην ευθεία πορεία των κινουμένων κανονικώς στο ρεύμα πορείας της λεωφόρου ... προς Αθήνα οχημάτων, εν τούτοις κατά τρόπο αντιφατικό δέχεται στη συνέχεια ότι ο ενάγων με το οδηγούμενο απ' αυτόν μοτοποδήλατο επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του στον οπίσθιο τροχό του ταξί. 2) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου δέχθηκε ότι το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο αυτοκίνητο ταξί εκινείτο κανονικώς και ενώ δέχθηκε ότι το μοτοποδήλατο του ενάγοντος επέπεσε στον οπίσθιο τροχό του αυτοκινήτου ταξί και όχι ότι το ταξί επέπεσε επί του μοτοποδηλάτου, παρόλα αυτά δέχθηκε ότι η συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος χωρίς μάλιστα να εξειδικεύει τον τρόπο κατά τον οποίο συνέβη τούτο. 3) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου δέχεται ότι οι πρώτος και τέταρτος των εναγομένων οδηγών είχαν αντιληφθεί ότι προ της διασταυρώσεως υπήρχαν εν αναμονή οχήματα όπως το ογκώδες τζιπ για να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα χωρίς όμως αναφορά και στο μοτοποδήλατο του ενάγοντος, παρά ταύτα στη συνέχεια δέχεται ότι δεν αντιλήφθηκαν το μοτοποδήλατο του ενάγοντος που εξήλθε και προσπάθησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα στο οποίο αυτοί εκινούντο χωρίς μάλιστα η απόφαση να διευκρινίζει αν οι εναγόμενοι οδηγοί αντιλήφθηκαν ή μπορούσαν να αντιληφθούν την θέση του μοτοποδηλάτου του ενάγοντος, το οποίο καλυπτόταν από το ογκώδες αυτοκίνητο τζιπ. 4) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου καταλογίζει στον πρώτο από τους εναγόμενους ότι δεν ελάττωσε ταχύτητα καίτοι είχε αντιληφθεί ότι προ της διασταυρώσεως υπήρχαν εν αναμονή οχήματα, εν τούτοις η ίδια η απόφαση δέχεται ότι το μοτοποδήλατο του ενάγοντος δεν περιλαμβανόταν σ' αυτά τα εν αναμονή οχήματα αλλά ότι σ' αυτά περιλαμβανόταν μόνο το ογκώδες τζιπ. 5) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου δέχεται ότι το ογκώδες αυτοκίνητο τζιπ κάλυπτε την ορατότητα του μοτοποδηλάτου του ενάγοντος, δεν διευκρινίζει αν παρά ταύτα οι εναγόμενοι οδηγοί μπορούσαν ν' αντιληφθούν το μοτοποδήλατο και για ποίο λόγο καταλογίζεται υπαιτιότητα στους εναγόμενους οδηγούς τη στιγμή που η απόφαση δέχεται ότι το μοτοποδήλατο του ενάγοντος εισήλθε ανέλεγκτα και αιφνίδια στο ρεύμα πορείας της λεωφόρου ... στο οποίο εκινούντο κανονικά τα αυτοκίνητα των εναγομένων, ούτε διευκρινίζει αν οι εναγόμενοι οδηγοί με ένα τέτοιο δεδομένο μπορούσαν ή όχι ν' αντιδράσουν αποφευκτικά 6) ενώ η απόφαση του Εφετείου δέχθηκε ότι ο ενάγων έχοντας πρόθεση να διασχίσει κάθετα και τα δύο ρεύματα της λεωφόρου ... για να εισέλθει στην οδό ..., η οποία είναι κάθετη προέκταση της οδού ... επί της οποίας εκινείτο, διέκοψε την κίνηση του οχήματος του προ της διασταυρώσεως προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στη λεωφόρο ..., η οποία κατ' εκείνη τη στιγμή παρουσίαζε αυξημένη κίνηση και στα δύο ρεύματα, ακολούθως όλως αντιφατικώς δέχεται ότι ο ενάγων δεν σταμάτησε προ της διασταυρώσεως για να ελέγξει με προσοχή την κίνηση των οχημάτων και των δύο κατευθύνσεων της λεωφόρου ... αν και ήταν υποχρεωμένος ένεκα του σήματος "STOP" και 7) ενώ η απόφαση του Εφετείου δέχεται ότι και τα δύο οχήματα ξεκίνησαν μόλις ελευθερώθηκε το ρεύμα προς ... της λεωφόρου ... και έφθασαν ασφαλή στη διπλή διαχωριστική γραμμή της λεωφόρου που χωρίζει τα δύο ρεύματα, στη συνέχεια δέχεται ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου εισήλθε αιφνίδια και εντελώς, ανέλεγκτα στο εν λόγω ρεύμα της λεωφόρου που προτίθετο να διασχίσει κάθετα, χωρίς να ακινητοποιήσει το μοτοποδήλατο του πλησίον της διαχωριστικής γραμμής της διασταυρώσεως για να βεβαιωθεί ότι δεν εκινούντο αντίθετα στο οδόστρωμα άλλα οχήματα για να παραχωρήσει προτεραιότητα διελεύσεως, αφού στην πορεία του είχε σήμα "STOP". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως των ερευνωμένων τριών (3) αιτήσεων αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επομένως παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων των άνω αιτήσεων αναιρέσεων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η συγκρότηση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν, καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες των οποίων οι αιτήσεις απορρίπτονται ως απαράδεκτες στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων τους, συμψηφισθούν δε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των λοιπών διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας (άρθρα 176, 178 και 183 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της παρούσας τρεις (3) αιτήσεις αναιρέσεως.
Απορρίπτει ως απαράδεκτες: α)την από 2-3-2005 αίτηση αναιρέσεως των Π. Σ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΑΕΓΑ" κατά των Α. Ρ., Δ. Σ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΕΓΑ" και β)την από 22-2-2005 αίτηση αναιρέσεως των Α. Ρ., Δ. Σ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΕΓΑ" κατά των Π. Σ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΑΕΓΑ"
Καταδικάζει τους άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα κάθε άνω ομάδας αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Αναιρεί κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την 522/2005 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, μεταξύ των διαδίκων στους οποίους αναφέρεται στο σκεπτικό, στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Συμψηφίζει εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των λοιπών διαδίκων, που αναφέρονται στο σκεπτικό.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ