247/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated247/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): το οποίο βρίσκεται στην θέση ... και επί της οδού ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., το οποίο συνορεύει βόρεια με οδό ..., νότια με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με το με αρ. 13 αγροτεμάχιο και δυτικά με το με αρ. 15 τοιούτο. Το τίμημα αγοράς του ήταν 200.000 δραχμές. Στο οικόπεδο αυτό ανεγέρθηκε κατά το χρονικό διάστημα 1989 έως 1993, διώροφη με υπόγειο κατοικία συνολικού εμβαδού 203 τ.μ., αποτελούμενη από υπόγειο εμβαδού 70 τ.μ.
Full text
Απόφαση 247 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 247/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γαλέτζα.
Του αναιρεσιβλήτου :Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σταμολέκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-8-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 13-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 393/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6258/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10-5-2006 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 565/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο με άλλους δικαστές. Το εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 2560/2008 απόφαση του την αναίρεση της οποία ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-11-2008 αίτηση της και τους από 5-10-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 21-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου, στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με τον νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτει ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, μπορεί να συνίσταται και σε αποτιμώμενες σε χρήμα υπηρεσίες του, που παρασχέθηκαν στον συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η ενάγουσα συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, καθόσον αφορά την απάντηση από αυτόν της κυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, η αγοραία αξία του οποίου ανερχόταν, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής και τη συζήτηση αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στο ποσό των 22.010,27 Ευρώ, στη συνέχεια δε, αφού έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή, υποχρέωσε τον εναγομένο να καταβάλει στην ενάγουσα το εν λόγω ποσό, με τις ακόλουθες μεταξύ άλλων αιτιολογίες.
Κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου τους, η ενάγουσα ήταν 29 ετών και ο εναγόμενος 23, στερείτο δε ο τελευταίος περιουσίας, ενώ κατά τη διάρκεια αυτού (γάμου) και μέχρι τη λύση του απέκτησε το παρακάτω περιγραφόμενο ακίνητο. Συγκεκριμένα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμ/φου Αθηνών Ιωάννας Ι. Μίχου που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τ. 353, α.α. 374), περιήλθε σ' αυτόν, κατά κυριότητα λόγω πώλησης κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου (το υπόλοιπο 50% περιήλθε στην ενάγουσα), ένα οικόπεδο εμβαδού 308,05 τ.μ.
το οποίο βρίσκεται στην θέση ... και επί της οδού ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., το οποίο συνορεύει βόρεια με οδό ..., νότια με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με το με αρ. 13 αγροτεμάχιο και δυτικά με το με αρ. 15 τοιούτο. Το τίμημα αγοράς του ήταν 200.000 δραχμές. Στο οικόπεδο αυτό ανεγέρθηκε κατά το χρονικό διάστημα 1989 έως 1993, διώροφη με υπόγειο κατοικία συνολικού εμβαδού 203 τ.μ., αποτελούμενη από υπόγειο εμβαδού 70 τ.μ.
με υπνοδωμάτιο, καθιστικό, κουζίνα, μπάνιο, γκαράζ και λεβητοστάσιο, από ισόγειο 70 τ.μ. με ένα υπνοδωμάτιο, καθιστικό, κουζίνα, W.C και από τον πρώτο όροφο 63 τ.μ. με τρία υπνοδωμάτια και ένα μπάνιο. Για την ανέγερση της κατοικίας δαπανήθηκε το συνολικό ποσό των 17.000.000 δραχμών. Κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, η αγοραία αξία του 1/2 του οικοπέδου και κτίσματος ανερχόταν στο ποσό των 30.000.000 δραχμών, ήδη 88.041,09 ευρώ, από το οποίο το 1/4 δηλαδή τα 7.500.000 δρχ. (22.010,27 ευρώ) αντιστοιχούν στο οικόπεδο και τα υπόλοιπα 3/4, δηλαδή τα 22.500.000 δρχ. (66.030,81 ευρώ), στο κτίσμα.
Η ενάγουσα έχει πτυχίο του Πάντειου Πανεπιστημίου και από το 1967 παρείχε την εργασία της στον Ο.Τ.Ε. μέχρι το 1986 που έλαβε σύνταξη. Κατά την τέλεση του γάμου της με τον εναγόμενο είχε αποταμιεύσει το ποσό των 500.000 δρχ., είχε δε εισόδημα από μισθούς συνολικά, κατά το διάστημα από το γάμο της (6-7-1974) μέχρι το 1986, ποσού 7.045.941 δραχμών.
Στη. συνέχεια κατά τη συνταξιοδότηση της από τον Ο.Τ.Ε. έλαβε εφάπαξ ύψους 4.482.330 δραχμών, ενώ το συνολικό ποσό της σύνταξης της κατά το χρονικό διάστημα 1987 έως το 1992 ανήλθε σ' αυτό των 9.509.584 δραχμών. Ακόμη, από 31/10/1986 έως 25/11/1988 η ενάγουσα άσκησε ατομικά εμπορία αυτοκινήτων, η οποία της απέδωσε κέρδη ύψους 7.516.160 δραχμών.
Επίσης, κατά τα έτη 1990 - 1993 εισέπραξε από μερίσματα μετοχών το συνολικό ποσό των 414.744 δραχμών. Τέλος, κατά το χρονικό διάστημα 1977 έως 1992 εισέπραξε μισθώματα από την εκμίσθωση ακινήτων της συνολικού ποσού 1.293.864 δραχμών. Ακόμη, δέχθηκε το Εφετείο, καθόσον αφορά τα εισοδήματα του εναγόμενου, ότι προσελήφθη αρχικά ως εργάτης στον Ο.Τ.Ε.
στις 23-10-1974 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και με ημερομίσθιο 166 δραχμών (μηνιαίες αποδοχές 4.150 δρχ.), σύμβαση που ανανεώθηκε την 1-1-1975 με ημερομίσθιο 191 δραχμών (μηνιαίο εισόδημα 4.775 δρχ.). Στη συνέχεια φοίτησε στη σχολή τεχνικών κατασκευών έργων του ως άνω οργανισμού, έγινε μόνιμος υπάλληλος αυτού κατά το έτος 1980 και, αφού έλαβε το έτος 1981 το απολυτήριο Γυμνασίου, εξελίχθηκε βαθμολογικά στα επόμενα έτη μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, οπότε κατείχε το βαθμό ΤΑ, δηλ.
υπεύθυνος κέντρου. Από την πρόσληψή του μέχρι το έτος 1994 εισέπραξε συνολικά λόγω της παροχής της εργασίας του το ποσό των 31.753.087 δραχμών, καθώς επίσης και το ποσό των 3.329.376 δραχμών από επιδότηση και πώληση συνολικά 6 περίπου τόννων ελαιολάδου, που παρήγαγαν τα ελαιοπερίβολα ιδιοκτησίας του (περιήλθαν σ' αυτόν κατά τη διάρκεια του γάμου του λόγω δωρεών εκ μέρους του πατρός του) κατά τα έτη 1988 έως 1994.
Με την πάροδο δηλαδή των ετών βελτιώθηκε σημαντικά και η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου, ο οποίος το έτος 1989 είχε έσοδα από την εργασία του που ανήρχοντο στο συνολικό ποσό των 2.500.000 δραχμών. Το έτος αυτό (1989) οι διάδικοι αποφάσισαν ν' ανεγείρουν στο ως άνω αγροτεμάχιο, το οποίο, λόγω της εν τω μεταξύ οικιστικής ανάπτυξης, είχε εν τοις πράγμασι μετατραπεί σε αστικό οικόπεδο παρέμενε όμως εκτός σχεδίου, την προπεριγραφείσα κατοικία για να απαλλαγούν από τη δαπάνη μισθώματος που κατέβαλλαν μέχρι τότε.
Οι εργασίες για την ανέγερση της οικοδομής αυτής διήρκεσαν μέχρι το τέλος του 1993 και για την κατασκευή της δαπανήθηκε περίπου το συνολικό ποσό των 17.000.000 δραχμών, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι ασφαλιστικές εισφορές στο Ι.Κ.Α. (περίπου 2.200.000 δρχ.). Κάθε διάδικος κατέβαλε το ήμισυ των χρημάτων που απαιτήθηκαν για την κατασκευή της οικίας αυτής, καθόσον και οι δύο είχαν κατά τα ως άνω έτη την οικονομική δυνατότητα να ανταπεξέλθουν στις απαιτούμενες δαπάνες, ενόψει και του γεγονότος ότι αυτές πραγματοποιούντο σταδιακά, λόγω δε των προαναφερθέντων δεδομένων, ήτοι διαφορά ηλικίας και χαρακτήρων των διαδίκων, οι προσωπικές τους σχέσεις είχαν διαταραχθεί, ώστε κανένας δεν θα τοποθετούσε αποκλειστικά δικά του χρήματα σε οικόπεδο, στο οποίο ήταν συνιδιοκτήτης κατά ποσοστό 50% ο έτερος.
Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο ότι οι διάδικοι τουλάχιστον κατά τα πρώτα έτη του έγγαμου βίου τους, κυρίως λόγω της διαφοράς της ηλικίας τους και των χαρακτήρων τους, διαφορετική αντίληψη είχαν και καθόσον αφορά τη χρησιμοποίηση των εσόδων τους από την εργασία τους, κατά το ποσό τούτων που τους περίσσευε μετά τη συμβολή τους για την κάλυψη των δαπανών που απαιτούντο για την επιβίωση της οικογένειας και "ότι καίτοι ο εναγόμενος από την πρόσληψή του στον Ο.Τ.Ε.
μέχρι τα μέσα του 1979 είχε έσοδα από τους μισθούς του ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 840.000 δραχμών δεν διέθεσε κάποιο ποσό το έτος εκείνο για την αγορά του αγροτεμαχίου στην θέση ".... ". Έτσι, η ενάγουσα κατέβαλε εξ ολοκλήρου το τίμημα αγοράς του εν λόγω ακινήτου (200.000 δρχ.), διότι η συνολική οικονομική της κατάσταση ήταν πολύ καλύτερη από αυτή του συζύγου της και συγκεκριμένα εργαζόταν ήδη πολλά έτη και εντεύθεν είχε καλύψει προσωπικές της ανάγκες και πραγματοποιήσει επιθυμίες της, ώστε τμήμα των εσόδων της ήταν σε θέση να το αποταμιεύει, ενώ ο εναγόμενος εργάζετο πολύ λιγότερα έτη, τα μηνιαία εισοδήματά του ήταν χαμηλότερα, μικρότερος σε ηλικία, όπως προεκτέθηκε, απ' αυτήν (ενάγουσα), έχοντας έτσι διαφορετικές από αυτήν επιθυμίες να καλύψει, δεν ήταν σε θέση να αποταμιεύει τμήμα των εσόδων του από την εργασία του.
Τέλος, το Eφετείο δέχθηκε ότι, κατά το χρονικό διάστημα που πραγματοποιούντο οι εργασίες ανέγερσης της κατοικίας των διαδίκων, η μεν ενάγουσα είχε αναλάβει την φροντίδα για όλα όσα ήταν απαραίτητα για "τη λειτουργία της οικογενειακής στέγης", όπως ενασχόληση με τα ανήλικα τέκνα (μόρφωση, ψυχαγωγία, περιποίηση), καθαριότητα οικογενειακής στέγης, παρασκευή φαγητού και άλλα συναφή, ο δε εναγόμενος όλα όσα αφορούσαν την ανέγερση της κατοικίας τους, όπως επιλογή των εργολάβων και στη συνέχεια επίβλεψή τους, πραγματοποίηση των πληρωμών, αγορά υλικών (πλακάκια, είδη υγιεινής κ.α.), διευθέτηση κάθε μορφής διαφορών που παρουσιάζοντο.
Έτσι, δεν τίθεται θέμα παροχής υπηρεσιών του καθενός των συζύγων για την ανέγερση της κατοικίας και μάλιστα τοιούτων που αποτιμώνται σε χρήμα, αλλά εκ μέρους των διαδίκων συζύγων κατ' ίσα μέρη κατανομή των οικογενειακών υποχρεώσεων μεταξύ τους με τον προαναφερθέντα τρόπο. Στην ως άνω κρίση του, περί διαμόρφωσης των σχέσεων των διαδίκων συζύγων κατά τη διάρκεια της ανέγερσης της επίδικης κατοικίας τους, οδηγήθηκε το Δικαστήριο από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρος του εναγομένου που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ο οποίος παρείχε την εργασία του κατά την ανέγερση της κατοικίας ως σοβατζή και δήλωσε ότι δεν γνώριζε την ενάγουσα αλλά μόνον με τον εναγόμενο συναλλάσσετο, καθώς και από τα έγγραφα που ο ίδιος προσκομίζει, όπως αποδείξεις αγοράς διαφόρων ειδών που φέρουν το όνομά του, τις υπ' αριθμ. 84715/1992 και 59178/1992 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με τις οποίες κρίθηκε ένοχος για παράβαση του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983, καθόσον ανήγειρε την εν λόγω κατοικία χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, την πινακίδα παρακολούθησης του έργου του υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. ..., στην οποία αναγράφεται το όνομά του, σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό της ενάγουσας πως μόνον η ίδια ασχολείτο με τα τέκνα τους και τα αφορώντα την οικογενειακή τους στέγη.
Ενόψει τούτων, η ενάγουσα συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους, μόνον καθόσον αφορά την απόκτηση εκ μέρους του (εναγόμενου) της κυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου του πιο πάνω περιγραφέντος αγροτεμαχίου, η αγοραία αξία του οποίου κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής και την συζήτηση αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ανερχόταν στο ποσό των 22.010,27 ευρώ, το οποίο και οφείλει (εναγόμενος) να της καταβάλει.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι οι προσωπικές υπηρεσίες των διαδίκων, δεν αποτελούσαν παροχές υπηρεσιών για την ανέγερση της κατοικίας αποτιμώμενες σε χρήμα, αλλά οικογενειακές υποχρεώσεις μεταξύ τους κατανεμηθείσες, ενώ εξάλλου διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σαφώς επιπλέον εκθέτοντας σ' αυτή και το πόρισμα στο οποίο κατέληξε και συνεπώς οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ 1ος και 2ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και ο 2ος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τους οποίους προβάλλεται το αντίθετο, είναι αβάσιμοι.
Δεν απαιτείτο δε το Εφετείο να προβεί σε χρηματική αποτίμηση των προσωπικών υπηρεσιών των διαδίκων, αφού δεν δέχθηκε ότι αυτές αποτελούν παροχές υπηρεσιών κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου 1400 ΑΚ. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του άρθρου 562 αυτού, προκύπτει ότι το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απόφαση του Αρείου Πάγου που ασχολήθηκε με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσε και δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με το αναιρετικό δικαστήριο, γι' αυτό και η απόφασή του, κατά το μέρος που αυτή συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, απαραδέκτως πλήττεται με λόγο αναιρέσεως.
Αν η απόφαση αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσας, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Σε μια τέτοια περίπτωση το δικαστήριο της παραπομπής μπορεί να εφαρμόσει άλλες νομικές λύσεις, αφού πρόκειται πλέον για υπαγωγή διάφορων περιστατικών.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ερεύνησε και πάλι την ένδικη αγωγή, συμμορφωθέν και τούτο με την αναιρετική απόφαση 565/07 η οποία είχε αναιρέσει την προηγούμενη απόφασή του με αριθμό 6258/05, για έλλειψη νόμιμης βάσης για την ίδια υπόθεση, ως εκ του ότι διέλαβε σ' αυτή ανεπαρκείς αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1400 ΑΚ και, αφού διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες, κατέληξε στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα, δεχθέν και πάλι την αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο 3ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο είναι απαράδεκτος.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρθ. 11β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν θεωρούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί η επίκλησή του να γίνει με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, δεν είναι δε ανάγκη να γίνεται με πανηγυρικό τρόπο, αλλά αρκεί κατά τρόπο αναμφίβολο να προκύπτει η βούληση του διαδίκου να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, που προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (Ολ ΑΠ 9/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, κατ' εκτίμηση, από τις προτάσεις που κατέθεσε ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) ενώπιον του Εφετείου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου επίκληση των εγγράφων που προσκομίσθηκαν από αυτόν και υπήρχαν στη δικογραφία και ιδίως του αναλυτικού πίνακα δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο αναιρεσίβλητος για την ανέγερση της οικοδομής με τη ρητή αναφορά τους σ' αυτόν κατά περιεχόμενο και αποτέλεσμα στην έκβαση της παρούσας δίκης, γεγονός που υποδήλωνε τη βούληση του αναιρεσιβλήτου να χρησιμοποιήσει το εν λόγω αποδεικτικό μέσο.
Επομένως, το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του το ως άνω έγγραφο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου 1ος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-08 αίτηση, της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 2560/08 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου οριζόμενα σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ