Legislator Case Law & Legislation
246/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive error regarding evidence admissibility.

Case Number 246/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the appellate court failed to consider a specific sales contract as valid evidence of identity. The court ruled the appeal inadmissible because one supplementary ground was not properly served and the other was substantively unfounded, as the lower court correctly assessed the evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569, 577, 579 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if all grounds are properly served and substantively valid, and the Supreme Court reviews only legal errors, not factual assessments.

Keywords

AI generated
appeal admissibility service of documents evidence assessment property dispute legal error review civil procedure code costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 569, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 579, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, paragraph 1, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 497/2021
Supreme Court Case 1078/2020
Supreme Court Case 921/2019
Supreme Court Case 507/2017
Supreme Court Case 64/2019
Supreme Court Case 1494/2018
Supreme Court Case 1129/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 246 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 246/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Μ. συζύγου Α. το γένος Α. Σ. , κατοίκου ... και 2) Δ. Μ. του Α. , κατοίκου ... Αμφότερες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρίνα Καλαϊτζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Σ. του Α. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καραγκούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02-06-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 353/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 551/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14-05-2021 αίτησή τους και τους από α) 21-02-2022 και β) 10-11-2022 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 551/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Παραδεκτοί εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021, ως προς την έννοια της συζήτησης της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281 ΚΠολΔ και ισχύει από 1-1-2022, είναι και οι από 10.11.2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη (σχετ. προσκ. με αριθμό ...2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, Α. Χ. Ζ.

Πρέπει, συνεπώς, η παραπάνω αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της να συνεκδικασθούν, διότι αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 497/2021, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017).

Αντίθετα, απαράδεκτος, και ως εκ τούτου απορριπτέος, είναι ο από 21.2.2022 με αυτοτελές δικόγραφο ασκηθείς (αρ. εκθ. κατ. ...2022) πρόσθετος λόγος αναίρεσης, του οποίου όμως, ουδόλως προκύπτει επίδοση προς την αναιρεσίβλητη. Σημειώνεται, ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που σύμφωνα με το αναιρετήριο δικόγραφο απευθύνεται και κατά της με αριθμό 353/2018 πρωτοβάθμιας απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, είναι κατά το μέρος αυτό απορριπτέα ως απαράδεκτη, εξ αιτίας της μη κατάθεσης του αναιρετηρίου και στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως επιτάσσει το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 668/2019, ΑΠ 100/2019, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 743/2014).

Αναίρεση επιτρέπεται, κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, και αν το δικαστήριο της ουσίας έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Το πλαίσιο της δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, ήτοι της εξουσίας της Πολιτείας προς άσκηση της δικαστικής λειτουργίας καθορίζεται από τα άρθρα 94 παρ. 2,3 και 4 του Συντάγματος και 1, 3, 12 επ., 22 επ. του ΚΠολΔ. Στην εξουσία αυτή της Πολιτείας, όπως οριοθετείται από το νόμο, υπάγονται όλες οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου.

Συνεπώς, το αντικείμενο της δίκης στα πολιτικά δικαστήρια είναι μόνο έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβητήσεις ή έριδες των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα. Υπέρβαση της δικαιοδοσίας αυτής υπάρχει, στις περιπτώσεις, που τακτικό πολιτικό δικαστήριο επιλήφθηκε υπόθεσης, μολονότι η συγκεκριμένη υπόθεση, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαιοδοτικού οργάνου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών ή στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου ή είχε υπαχθεί εγκύρως στη διαιτησία ή συνέτρεχε προνόμιο ετεροδικίας (ΑΠ 1231/2025, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 473/2021, ΑΠ 366/2020).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει, τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί, στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 966/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο κύριο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι αυτή εκδόθηκε παρά την έλλειψη δικαιοδοσίας του εκδόσαντος αυτή δικαστηρίου, καθόσον η αναγνώριση της εικονικότητος του επίμαχου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ενόψει του ότι αυτό συντάχθηκε ενώπιον αλλοδαπού οργάνου (συμβολαιογράφου Γερμανίας), έδει να επιδιωχθεί ενώπιον των αρμοδίων Γερμανικών Δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε τα πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση της ως άνω αιτίασης στο δικαστήριο ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι και αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθώς το αντικείμενο της παρούσας δίκης, είναι η επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, εξ αιτίας της ιστορούμενης αδικοπρακτικής και εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφοράς των διά της αγωγής εναγομένων, αντικείμενο που υπάγεται αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, έχουν δικαιοδοσία να αποφανθούν, έστω και παρεμπιπτόντως, επί κάθε θέματος, ακόμα και της εικονικότητος δικαιοπραξίας, το οποίο αποτελεί πρόκριμα και είναι αναγκαίο για την επίλυση της ιδιωτικής διαφοράς, που φέρεται ενώπιον τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή, με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας, δεν μπορεί να θεραπευτεί, ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος. Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) εκτιμά, κυριαρχικά, το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητα της ή αντίθετα έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 725/2017,ΑΠ 1650/2012).

Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι περιγράφονται λεπτομερώς τα ουσιώδη στοιχεία της αγωγής, με την οποία η ενάγουσα επικαλούμενη παράνομη και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη προσβολή του δικαιώματος κυριότητός της, επί ακινήτου μετά κτίσματος (διώροφη κατοικία με κεραμοσκεπή) στην πόλη ...

της Γερμανίας, αγορασθέντος δυνάμει συμβολαιογραφικού εγγράφου, αρμοδίως καταχωρηθέντος στην οικεία υπηρεσία, αντί τιμήματος 55.000 γερμανικών μάρκων, από την ίδια το έτος 1994, πλην εικονικώς συμβληθέντος ως αγοραστού του εν επιγνώσει της εικονικότητος, ήδη αποβιώσαντος ανηψιού της Γ. Μ. , εκ μέρους των εναγομένων, εξ αδιαθέτου κληρονόμων του τελευταίου, εξ αιτίας της, παρά την γνώση τους της ενάγουσας ως αληθούς κυρίας του εν λόγω ακινήτου, παράνομης και υπαίτιας άρνησής τους να προβούν στην τυπική μεταβίβασή του στην ίδια, ζήτησε να της επιδικασθεί ως αποζημίωση το ισόποσο της, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αξίας του ακινήτου, που ανήλθε στο ποσό των 200.000 ευρώ, μετά την τέλεση επ' αυτού εργασιών ανακαίνισης και συμπλήρωσης, ύψους τουλάχιστον 56.000 γερμανικών μάρκων, καθώς και το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής της βλάβης, επικαλούμενη θλίψη και απογοήτευση από την συμπεριφορά τους.

Τούτο διότι δεν ήταν απαραίτητη για το ορισμένο της αγωγής η επίκληση περισσοτέρων στοιχείων, και δη, η ακριβής περιγραφή του ακινήτου κατά εμβαδόν γεωτεμαχίου, η συνοικία όπου κείται αυτό, συγκριτικά στοιχεία ομόρων ακινήτων, ιδιαίτερη κατασκευή, ούτε εξ άλλου ήσαν αναγκαία να παρατεθούν στην αγωγή, τα ειδικότερα στοιχεία προσδιορισμού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, όπως, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, και οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης, τα οποία κρίνονται επί τη βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που θέτουν υπόψη του δικαστηρίου οι διάδικοι (ΑΠ 265/2015, ΑΠ 1046/2011).

Πρέπει, συνεπώς, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αρ. 1,8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξ αιτίας αοριστίας της αγωγής λόγω των ανωτέρω ελλείψεων, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχός της (ΑΠ 382/2025).

Ειδικότερα, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων - αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΟλΑΠ 3/2020).

Επομένως, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΟλΑΠ 28/1998). Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) Κ.Πολ.Δ. και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ. η πλημμέλεια που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα. Ειδικότερα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος. Αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 390/2025, ΑΠ 1559/2022).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ευθέως ή εκ πλαγίου, κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου (ΑΠ 270/2025, ΑΠ 651/2010, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 357/2018), β) ο ισχυρισμός ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη, γ) Τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 270/2025, ΑΠ 702/2007), δ) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017), ε) εξειδίκευση του σφάλματος, ήτοι:

αα) Αν υποστηρίζεται παντελής έλλειψη αιτιολογιών, το ελάττωμα αυτό (ΑΠ 270/2025, 1282/2010, ΑΠ 267/2011) ββ) Αν προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογιών, ποια αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητά τους, ποια δηλαδή, επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η απόφαση, γγ) Αν προβάλλεται αντίφαση αιτιολογιών, ποιες είναι αυτές, γιατί αντιφάσκουν και σε ποιά μέρη της απόφασης εντοπίζονται δδ) Αν προβάλλεται ασάφεια ή αντίφαση, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό, από ποιες ακριβώς πραγματικές παραδοχές προκύπτει και σε τι συνίσταται (ΑΠ 270/2025, ΑΠ 1362/2010).

Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτεθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση (ΑΠ 382/2025).

Στη προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο κύριο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη " παραμόρφωση των διατάξεων των άρθρων 138 και 139 του ΑΚ" καθόσον "...από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο πωλητής, ο αγοραστής και ο συμβολαιογράφος συμφώνησαν κατά τον χρόνο κατάρτισης και υπογραφής του συμβολαίου αγοραπωλησίας του ακινήτου, ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες ... ενόψει όλων των ανωτέρω δεν αφήνεται καμία αμφιβολία ότι η σύμβαση αγοραπωλησίας που καταρτίστηκε με το .../1994 συμβόλαιο ... δεν είναι εικονική, αλλά αληθής και πλήρης...". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο είναι το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, δηλ. τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, και δη, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' αποτέλεσμα, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στη προσβαλλομένη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον " ... τόσο η πρωτόδικη απόφαση εντελώς αναιτιολόγητα και με έλλειψη νομικής βάσης προσδιόρισε την αξία της ζημίας της αντιδίκου στο ποσό των 123.000 ευρώ...

για την έλλειψή της αυτή παραπονεθήκαμε νόμιμα στον 3ο και 6ο λόγους της έφεσής μας, που δεν έγιναν δεκτοί από την εφετειακή απόφαση... αναφέροντας επί λέξει στην 18η σελίδα αυτής: Η περιουσιακή ζημία την οποία η ενάγουσα έχει υποστεί... το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά με αιτιολογίες που συμπληρώνονται από αυτές της παρούσας σωστά εκτίμησε τις ενώπιόν του παρασχεθείσες αποδείξεις και δεν έσφαλε...".

Ο λόγος αυτός ελέγχεται προεχόντως, ως απαράδεκτος εξ αιτίας της καταδήλου αοριστίας του, καθόσον ουδεμία αναφορά σε φερόμενες ως εκ πλαγίου παραβιασθείσες διατάξεις , ούτε στις παραδοχές της προσβαλλομένης, δηλαδή, στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και με βάση τα οποία κατέληξε το Εφετείο στο εσφαλμένο, κατά τον λόγο αναίρεσης, αποδεικτικό πόρισμα, γίνεται, σε κάθε δε, περίπτωση αβάσιμος, καθόσον για τον προσδιορισμό της επιδικασθείσας αποζημίωσης το Εφετείο έλαβε υπόψη του το τίμημα αγοράς του ακινήτου, την αξία των επιπροσθέτων εργασιών επισκευής και βελτίωσης αυτού και την παλαιότητά του.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΑΠ 376/2022, ΑΠ 93/2006). "Πράγματα", θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ 851/2015).

Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 827/2020, ΑΠ 760/2020, ΑΠ 633/2019, ΑΠ 625/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 573/2018).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο δέχεται ότι αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο ορισμένου ισχυρισμού, χωρίς να έχει προσαχθεί κανένα αποδεικτικό μέσο.

Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο "πράγματα", δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει το δικαστήριο στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 217/2016, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 499/2007).

Ως ουσιώδεις πραγματικοί ισχυρισμοί προσδιορίζονται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΟλΑΠ 3/1997) ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (ΑΠ 218/2003).

Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 292/2011, ΑΠ 96/2008). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος ενώ δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία απ' αυτά.

Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, στην αίτηση αναίρεσης: α) να προσδιορίζεται επακριβώς το αποδεικτικό μέσο, β) να αναφέρεται η αποδεικτική δύναμη, την οποία το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο αποδεικτικό αυτό μέσο, γ) να αναγράφεται ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 536/2025).

Στη προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν συλλήβδην στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8,10 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Προς τούτο παραθέτουν νομική ανάλυση των ανωτέρω πλημμελειών, και αιτιάσεις που αφορούν την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συγκεκριμένα ότι ".. δεν είναι δυνατόν να έχει μία άνεργη οικονομική επιφάνεια τόσο μεγάλη, ούσα ταυτόχρονα δικαιούχος κοινωνικών κρατικών επιδομάτων.. περιουσιακές διαφορές για τα αποκτήματα ήταν αδύνατον να έχει ο σύζυγος της αντιδίκου 17 τουλάχιστον έτη μετά το γάμο του με την αντίδικο... αν ήταν πράγματι το ακίνητο της αντιδίκου θα φρόντιζε να τακτοποιήσει το ιδιοκτησιακό θέμα στα 22 έτη που μεσολάβησαν από την αγορά του μέχρι την έναρξη των δικαστηρίων... πως ήταν η ενάγουσα δικαιούχος κοινωνικών επιδομάτων στη Γερμανία και όχι ο Γερμανός σύζυγός της... κλπ". Οι αιτιάσεις αυτές δεν συγκροτούν ουδένα των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πολύ δε, περισσότερο των επικαλουμένων πλημμελειών, και απαραδέκτως προτείνονται, διότι συνιστούν ανεπίτρεπτο σχολιασμό επιχειρημάτων του Εφετείου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώθηκε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ώστε να ιδρύεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης.

Ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνεται με βάση το νόμο, που όφειλε να εφαρμόσει το ουσιαστικό δικαστήριο, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται. Κατ' εξαίρεση ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας θα γίνει με νόμο μεταγενέστερο εκείνου, αν ο τελευταίος έχει αναδρομική ισχύ και ορίζει ότι εφαρμόζεται και επί των τελεσιδίκως κριθέντων ή στις δίκες που είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δεν έγιναν αμετάκλητες, με την προϋπόθεση ότι η διάταξη για αναδρομική ισχύ δεν προσκρούει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος όπως το Σύνταγμα η ΕΣΔΑ κ.λ.π. (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 1628/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε, διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 1352/2024).

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση (ΑΠ 1352/2024, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019), ούτε απαιτείται, εξ άλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008), ώστε, για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες, για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1055/2019).

Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2ΚΠολΔ και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με τον Ν.4335/2015 αρχικά, και τον Ν.4842/2021 στην συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως, πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε, της μνείας αυτών δεικνύει, ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1105/2005). Η επίκληση από τον διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η από τη μη κλήτευση ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν, μετά την τροποποίησή τους με το Ν.4335/2015, ορίζονταν τα εξής: (άρθρο 421) "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επόμενων άρθρων". (άρθρο 422) "1.

Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.

Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση", και (άρθρο 424) "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Με τον μεταγενέστερο Ν. 4842/13-10-2021, με έναρξη ισχύος την 1-1-2022, και με το άρθρο 23 αυτού, τροποποιήθηκε το άρθρο 424ΚΠολΔ, ως ακολούθως:" Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν: α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, και δ) όταν παραβιάζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 421.

Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου". Υπό τη νέα διατύπωση της άνω διάταξης, καθίσταται σαφές, ότι πλέον απαράδεκτο της ένορκης βεβαίωσης απαγγέλλεται αποκλειστικά για τους λόγους που απαριθμούνται περιοριστικά υπό στοιχ.

α' έως δ' στο άρθρο 424 ΚΠολΔ, ενώ στις λοιπές περιπτώσεις μόνον εφόσον διαπιστώνεται δικονομική βλάβη του αντιδίκου.

Και τούτο, επειδή ο νομοθέτης ανήγαγε σε λόγο κήρυξης του απαραδέκτου, μόνο την περίπτωση, κατά την οποία η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται ενώπιον άλλου οργάνου (καθ' ύλην αναρμοδίου).

Εξάλλου, η ανωτέρω τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 424 ΚΠολΔ έγινε διότι , όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του Νόμου 4842/2021, "η ισχύουσα ρύθμιση είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της ασφάλειας... με αποτέλεσμα οι διάδικοι να στερούνται ενός σημαντικού αποδεικτικού μέσου για κάποιο επουσιώδες διαδικαστικό σφάλμα, όταν το δικαστήριο θεωρεί (ενν. λόγω αυτού) ότι η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη" (ΑΠ 92/2025, ΑΠ 1278/2023).

Συνεπώς, επιβαλλομένης της αναθεώρησης της αυστηρής θέσης της επίμαχης διάταξης, προ των αλλαγών του ν. 4842/2021, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι η απαρίθμηση του άρθρου 424 ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε με τον ν. 4842/2021 είναι αποκλειστική, παρέπεται δε, εξ αντιδιαστολής, ότι κάθε άλλη αταξία που υπεισήλθε κατά τη διαδικασία λήψης της ένορκης βεβαίωσης, πρέπει να αξιολογείται στο πλαίσιο του συστήματος των δικονομικών ακυροτήτων.

Στη προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 11 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα μέμφονται το Εφετείο με την αιτίαση ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσής τους, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Συγκεκριμένα, ότι έλαβε υπόψη τις με αριθμούς ... και ...2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Θ. Μ. και Φ. - Ζ. Μ. αντιστοίχως, κατοίκων νομού Ημαθίας, οι οποίες δόθηκαν ενώπιον αναρμοδίου τοπικά συμβολαιογράφου, και συγκεκριμένα, ενώπιον συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης. Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος αυτής, που ενδιαφέρει την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου, και των σχετικών εγγράφων, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με τη με αριθμό 551/2021 απόφασή του, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, έλαβε υπόψη και τις με αριθμούς ...2017 και ...2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Θ.

Μ. και Φ. - Ζ. Μ. , αντίστοιχα, που συντάχθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Σ. με επιμέλεια της ενάγουσας, μετά από νομότυπη κλήτευση των εναγομένων (σχετ. προσκ. με αριθμούς ...2017 και ...2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Σ. Γ.). Ως προς δε, το υποστατό αυτών, ως αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα εξής: "...

Το άρθρο 424 ΚΠολΔ φαίνεται να επιβάλει, κατά τη διατύπωσή του, το ανυπόστατο και στις ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν ενώπιον τοπικά αναρμόδιου ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφου ή προξένου.

Ωστόσο, κατά την τελολογικά ορθότερη άποψη, την οποία υιοθετεί και το παρόν Δικαστήριο, τέτοιες ένορκες βεβαιώσεις δεν καθίστανται αυτοδικαίως άκυρες (ανυπόστατες) αλλά άκυρες μετά απόδειξη δικονομικής βλάβης (αρθ. 159 αρ. 3 ΚΠολΔ), από την πλευρά του κλητευομένου διαδίκου και με αντίστοιχη κήρυξή τους ως ακύρων με δικαστική απόφαση. Και τούτο, διότι στην σκληρό πυρήνα των απαραίτητων στοιχείων του υποστατού της ένορκης βεβαίωσης ανήκει η λήψη της ενώπιον λειτουργικά αρμοδίου οργάνου (πχ. λήψη από συμβολαιογράφο και όχι από ληξίαρχο) και όχι η λήψη ενώπιον τοπικά αρμοδίου.

Εξ άλλου, η αναρμοδιότητα δεν αποτελεί ούτε στο πλαίσιο της δίκης προϋπόθεση που συνεπάγεται απαράδεκτο της αγωγής, κατά μείζονα δε, λόγο δεν μπορεί να συνεπάγεται απαράδεκτο αποδεικτικού μέσου. Απαιτείται λοιπόν, μια συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 424 ΚΠολΔ, ως προς το προαναφερθέν ελάττωμα, που να συνάδει τόσο με την θεωρία περί ακυρότητας των διαδικαστικών πράξεων, όσο και με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 , που δεν περιλαμβάνει ρητά στις ουσιώδεις διατυπώσεις την τοπική αρμοδιότητα (σχ. Β.Χατζηιωάννου, Η ένορκη βεβαίωση μετά τον ν. 4335/2015, Σημειώσεις για το μάθημα "Αστικό Δικονομικό Δίκαιο" στη Νομική Σχολή ΔΠΘ, Κ.Μακρίδου-Χ.Απαλαγάκη-Γ.Διαμαντόπουλος, Πολιτική Δικονομία, Β' έκδοση, σελ. 65).

Στη προκειμένη περίπτωση οι με αριθμούς ...2017 και ...2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Θ. Μ. του Α. και Φ. - Ζ. Μ. του Β. - Φ. αντίστοιχα, που δόθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ε. Σ. , ήτοι ενώπιον τοπικά (και όχι λειτουργικά) αναρμόδιου οργάνου, λαμβάνονται υπόψη ως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, αν και δόθηκαν σε συμβολαιογράφο με έδρα εκτός του τόπου κατοικίας των μαρτύρων (Αλεξάνδρεια Ημαθίας) διότι οι εναγόμενες δεν αποδείχθηκε ότι υπέστησαν δικονομική βλάβη από την λήψη των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων.

Ειδικότερα, οι εναγόμενες επικαλέσθηκαν πρωτοδίκως με την προσθήκη στις προτάσεις τους, ότι οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις δόθηκαν στις 11.10.2017 και ώρα 10.00' στη Θεσσαλονίκη, οπότε, για να ήταν δυνατό σ' αυτές να παρασταθούν κατά τη λήψη τους, ώστε να προέβαλαν νόμιμα ενστάσεις, θα έπρεπε να μετακινηθούν από την Αλεξάνδρεια Ημαθίας στην Θεσσαλονίκη και αμέσως μετά στην Βέροια, προκειμένου να καταθέσουν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και τα αποδεικτικά τους μέσα, κατά το άρθρο 237 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η παραπάνω ημερομηνία ήταν η τελευταία της προθεσμίας για την κατάθεση προτάσεων.

Ωστόσο, οι εναγόμενες δεν στερήθηκαν το δικαίωμά τους να προβάλουν κατά των ενόρκων βεβαιώσεων οποιονδήποτε ισχυρισμό, ακόμη και με την προσθήκη στις προτάσεις τους, και δεν προέβαλαν τελικώς, αρκούμενες να υποστηρίξουν με την προσθήκη τους, ότι οι ένορκες βεβαιώσεις πρέπει να σταθμισθούν αναλόγως του βαθμού συγγενείας των μαρτύρων με την ενάγουσα.

Συνεπώς, οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων, όπως κατωτέρω ειδικότερα θα αναφερθεί, είναι έγκυρες, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου σχετικός με το ζήτημα αυτό, δεύτερος λόγος της έφεσης των εναγομένων, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί".

Έτσι όπως αποφάνθηκε το Εφετείο, ορθώς έκρινε τις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις ως υποστατά αποδεικτικά μέσα, δεδομένης της προηγούμενης νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αναιρεσειουσών, του νομοτύπου της λήψης τους, δηλαδή, στον τόπο, ημεροχρονολογία και ώρα που αναγραφόταν στις κλήσεις, και της μη απόδειξης πρόκλησης δικονομικής βλάβης από τη λήψη τους ενώπιον τοπικά αναρμοδίου συμβολαιογράφου, συντρεχουσών συνεπώς, των προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 421,422 ΚΠολΔ σε συνδ.

με αρθ. 424 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο που αυτές δόθηκαν (11.10.2017), και συνεπώς, ο πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης ελέγχεται ως αβάσιμος. Ομοίως αβάσιμος είναι και ο τρίτος κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αιτιώνται την αυτή ως άνω πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το με αριθμό .../1994 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ν.

Γ. , που εδρεύει στην Πόλη ... της Γερμανίας, από το οποίο ως δημόσιο έγγραφο, παρέχον πλήρη απόδειξη, εφόσον λαμβανόταν υπόψη, θα αποδεικνυόταν η ταυτότητα των συμβαλλομένων και ιδίως του αγοραστή, που είναι άλλος από την αναιρεσίβλητη. Τούτο διότι, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης σύμφωνα με τις οποίες : "...

Την 28.4.1994 συντάχθηκε στο ... Γερμανίας από τον συμβολαιογράφο του ... , Δρ. Ν. Γ. το με αριθμό ... του 1994 συμβόλαιο, με το οποίο ο Κ. Φ. φέρεται να πώλησε και να μεταβίβασε στον Γ. Μ. του Α. (τέκνο της πρώτης εναγομένης και αδελφό της τρίτης εναγομένης) ένα ακίνητο με κτίσμα που βρίσκεται στο 8 οικοδομικό τετράγωνο στο ..., και δη στο οικόπεδο με αριθμό 1177 επί της οδού ... (...) εμβαδου 0,99 στρεμμάτων.

Το συμβόλαιο καταχωρίστηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Ειρηνοδικείου-Κτηματολογικού Γραφείου ... την 25.7.1994 και κατά τη σύνταξή του ο άνω αγοραστής αντιπροσωπεύθηκε από την ενάγουσα, θεία του και αδελφή της μητέρας του (πρώτης εναγομένης). Ωστόσο, στην πραγματικότητα ο φερόμενος ως αγοραστής συνεβλήθη εικονικά για τον εαυτό του και κατά την συμφωνία όλων των μερών (πωλητή, αγοραστή, ενάγουσας) πραγματική αγοράστρια του ακινήτου ήταν η ενάγουσα, ήδη από τότε κάτοικος Γερμανίας, η οποία άλλωστε, και κατέβαλε εξ ιδίων ολόκληρο το τίμημα των 55.000 γερμανικών μάρκων στον πωλητή....", προκύπτει ότι το Εφετείο, ρητώς αναφερόμενο στο εν λόγω έγγραφο, δεν υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια, της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, τούτο δε, ανεξαρτήτως της εκτίμησης του περιεχομένου του ως αποδεικτικού μέσου, η οποία εκφεύγει του πεδίου του αναιρετικού ελέγχου.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (αρθ. 176,183,189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό της παρούσας οριζόμενα.

Σημειώνεται ότι το αίτημα των αναιρεσειουσών για επαναφορά των πραγμάτων κατ' άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, καθόσον η επαναφορά διατάσσεται εφόσον έγινε δεκτή (εν όλω ή εν μέρει) η αίτηση αναίρεσης, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω (ΑΠ 64/2019, ΑΠ 1494/2018, ΑΠ 1129/2010).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.5.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 551/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ