Supreme Court partially allows appeal on statute of limitations, remands case for retrial on overtime claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a final labor court decision, finding the lower court erred in dismissing a specific argument regarding the statute of limitations. The appellant argued that the court failed to properly evaluate evidence concerning overtime and holiday work claims, while the opposing party contended the dismissal was legally sound. The court ruled that this specific error required the case to be remanded for a new trial on those claims, while other arguments were rejected as inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court fails to evaluate evidence correctly on a specific issue, remanding the case for retrial on that point while rejecting other inadmissible grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 246 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 246/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Μ. του Β., κατοίκου ….. . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλαβάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "…...", που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνου Χαλβατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1739/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3877/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2020 αίτησή της και τους από 25-10-2023 προσθέτους αυτής λόγους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 23-7-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5162-624/27-7-2020 αίτηση αναίρεσης και με τους από 25-10-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 149/25-10-2023 προσθέτους λόγους της προσβάλλεται η υπ' αριθμό 3877/27-7-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της από 29-10-2015 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6409/30-10-2015 έφεσης που είχαν ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμό 1739/1-11-2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 664 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ.
Α 87/23-7-2015) επί της από 5-5-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 113855-3469/18-6-2010 αγωγή της (και) κατά του αναιρεσιβλήτου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "….." και έδρα τη ….. . Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και γενικά παραδεκτά, διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως ομολογείται (άρθρα 573 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 261 ΚΠολΔ), δεν επιδόθηκε, ενώ οι πρόσθετοι λόγοι της κατατέθηκαν στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αναίρεσης και, συγκεκριμένα, στις 25-10-2023 και επιδόθηκαν στο αναιρεσίβλητο μέσα στην ίδια προθεσμία (βλ.
την υπ' αριθμό 8755/27-10-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Εύβοιας με έδρα το Πρωτοδικείο Θηβών Α. Β. Σ., η οποία προσκομίζεται νόμιμα με επίκληση, άρθρα 553, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3 και 566 παράγραφος 1 ΚΠολΔ). Οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν με τους κυρίους λόγους της αναίρεσης (άρθρα 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ), η οποία επομένως πρέπει να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο τόσο των κυρίων, όσο και των προσθέτων λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 2.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) - κατά το μέρος που αφορούν στην παρούσα αναιρετική δίκη - προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στην από 5-5-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 113855-3469/18-6-2010 αγωγή - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε στρέψει και κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "….." και έδρα τη ….., εξέθεσε τα εξής:
Ότι είχε καταρτίσει με το εναγόμενο συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage), το οποίο υλοποιείτο από τον Ο.Α.Ε.Δ. σε συνεργασία με υπηρεσίες της Κεντρικής Διοίκησης του Κράτους. Ότι από 12-1-2001 έως και 27-9-2006 απασχολείτο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε συγκεκριμένες υπηρεσίες του εναγομένου ως φύλακας σχολικών κτιρίων.
Ότι το εναγόμενο στην πραγματικότητα την απασχολούσε εξαρχής για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών του και ότι για το λόγο αυτό η σύμβασή της είχε χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι από 12-1-2001 έως και 27-9-2006 είχε παράσχει στο εναγόμενο υπερωριακή εργασία, νυκτερινή εργασία, είχε απασχοληθεί σε αυτό σε ημέρες Κυριακής και άλλων αργιών, όπως και κατά τις νυκτερινές ώρες των ίδιων ημερών.
Ότι το εναγόμενο δεν κατέβαλε σε αυτή για τις αιτίες αυτές τις αποδοχές που δικαιούτο κατά το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε, όπως και το δώρο Πάσχα του έτους 2006 και τα επιδόματα γάμου και κίνησης συνολικού ποσού 33.979,72 Ευρώ, όπως ειδικότερα ανέφερε στην αγωγή. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε - εκτός άλλων και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό - να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε αυτή για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν συνολικό ποσό 20.000 Ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει για τις ίδιες αιτίες ποσό 13.980 Ευρώ με το νόμιμο τόκο, αφότου κάθε επιμέρους ποσό είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση.
Το εναγόμενο αρνήθηκε την ιστορική βάση της αγωγής και, επικουρικά, ισχυρίσθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας εναντίον του είχαν υποπέσει σε παραγραφή, διότι από τότε που είχαν γεννηθεί και, συγκεκριμένα, από 12-1-2001 έως και 27-9-2006, έως την επίδοση της ένδικης αγωγής εναντίον του στις 10-7-2010 είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο (2) έτη.
Η ενάγουσα προέβαλε κατά της ένστασης αυτής την αντένσταση ότι η παραγραφή των αξιώσεών της κατά του εναγομένου είχε διακοπεί με την επίδοση σε αυτό της από 21-12-2007 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2770/2-12-2007 προγενέστερης αγωγής της εναντίον του, την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και είχε επιδώσει σε αυτό στις 31-12-2007.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 663 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 1739/1-11-2012 οριστική απόφαση με την οποία απέρριψε την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, την οποία είχε προβάλει παραδεκτά η ενάγουσα ως απάντηση στην ένσταση παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων που είχε προβάλει το εναγόμενο, ως ουσιαστικά αβάσιμη και μετά από αυτό απέρριψε την αγωγή της εναντίον του ως παραγεγραμμένη.
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 29-10-2015 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6409/30-10-2015 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της κατά του εφεσιβλήτου-πρώτου εναγομένου. 3.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε ουσιαστικά την έφεση με τις εξής ειδικότερα (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) ανέλεγκτες παραδοχές: "(….) [Α]ποδείχθηκαν κατά την κρίση του δικαστηρίου τα ακόλουθα: "(....) Η σχέση (....) που συνέδεε την ενάγουσα με τον εναγόμενο Δήμο, ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας (....).
Η ενάγουσα καθ' όλο το χρονικό διάστημα από της συνάψεως της αρχικής σύμβασης μέχρι την ένταξή της στο τακτικό προσωπικό του Δήμου, απασχολήθηκε από τον τελευταίο (….) προσφέροντας τις υπηρεσίες της επί 22 ημέρες το μήνα, σε τρεις βάρδιες ημερησίως, των οκτώ (8) ωρών η καθεμία, από τις οποίες η πρώτη βάρδια (πρωινή) ήταν από ώρα 7.00' έως 15.00', η δεύτερη βάρδια (απογευματινή) ήταν από 15.00' έως 23.00' και η τρίτη βάρδια (νυκτερινή) ήταν από 23.00' έως 07.00'.
Επίσης, κατά τη νυκτερινή βάρδια παρείχε 7 ώρες νυκτερινή εργασία (από 23.00' έως 06.00' ) και κατά την απογευματινή βάρδια παρείχε 1 ώρα νυκτερινής εργασίας (από 22.00' έως 23.00'). Καθ' όλο το παραπάνω διάστημα της απασχόλησής της η ενάγουσα ελάμβανε μόνο το ποσό των 35,22 ευρώ ως ημερήσια αμοιβή χωρίς ο εναγόμενος εργοδότης της να της καταβάλλει τη νόμιμη προσαύξηση για τη νυκτερινή εργασία της, το επίδομα γάμου, και τις έτερες παροχές που δικαιούταν.
Προς διεκδίκηση των ανωτέρω κονδυλίων η ενάγουσα άσκησε την από 21-12-2007 και με αριθμ. κατ. 2770/2007 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο δήμο στις 31-12-2007 (βλ. την προσκομιζόμενη με αριθμ. 5428/31-12-2007 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θηβών Σ. Σ.) με την οποία ζητούσε να της καταβληθούν διαφορές αποδοχών, δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματα και αποζημίωση αδειών, αποζημίωση για νυχτερινή εργασία, απασχόληση Κυριακές και αργίες και υπερωριακή απασχόληση, των ετών 2001- 2007 καθώς και λοιπά επιδόματα και παροχές .
Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδοθείσα στον εναγόμενο δήμο την 1-7-2010 (...) με την οποία η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης ενώπιον του ειρηνοδικείου αγωγής της. Στην υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα διεκδικεί αποζημίωση για παράνομες υπερωρίες, νυχτερινή απασχόληση, εργασία Κυριακές και αργίες, εργασία τις νυχτερινές ώρες Κυριακών και αργιών, έξοδα κίνησης επίδομα γάμου, επίδομα Πάσχα για τα έτη 2001 μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2006.
Η συζήτηση της αγωγής ορίστηκε αρχικά για 16-12-2011 και ύστερα από αναβολή για τις 21-9-2012. Κατά τη συζήτηση της ο εναγόμενος δήμος προέβαλε πρωτοδίκως παραδεκτά με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του καταχωρηθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αλλά και στις προτάσεις του ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων της ενάγουσας.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της ενάγουσας με προφορική δήλωση της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά προέβαλε αντένσταση διακοπής της παραγραφής των επίδικων αξιώσεων και για τα δύο εναγόμενα με την έγερση της από 21- 12-2007 και με αριθμ. κατ. 2770/2007 προγενέστερης ομοίου περιεχομένου αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η ενάγουσα ανέφερε σε σχέση με την παραγραφή των αξιώσεων της αφενός ότι αυτές υπόκεινται σε 5ετή παραγραφή και αφετέρου ότι η παραγραφή διεκόπη με την έγερση της πρώτης αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο διετή παραγραφή, υπό την παραδοχή ότι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των επιδόσεων των δύο αγωγών είναι μεγαλύτερο της διετίας έκρινε ότι δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 263 παρ. 2 ΑΚ και απέρριψε την κρινόμενη αγωγή λόγω παραγραφής (...) [Ο]ι ένδικες [όμως] αξιώσεις της ενάγουσας κατά του εναγομένου εργοδότη της για καταβολή αμοιβών που αφορούν υπερωριακή απασχόληση, νυχτερινή εργασία και εργασία τις Κυριακές και τις αργίες, επιδόματα εορτών και γάμου, έξοδα κίνησης για το χρονικό διάστημα από 12.01.2001 έως 27.09.2006 υπόκεινται στη διετή παραγραφή των άρθρων 90 και 91 του ν.2362/1995 (...) εν προκειμένω η ένσταση παραγραφής λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 94 εδ.
δ του ν.δ.2362/1995, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της δημοσίευσης της εκκαλούμενης απόφασης (...). Η παραγραφή των αξιώσεων της ενάγουσας σε βάρος του εναγομένου Δήμου αρχίζει από τη γέννησή τους και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους που γεννήθηκαν (...). Υπό τις ως άνω παραδοχές η ενάγουσα με την πρώτη αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών διέκοψε την παραγραφή των αξιώσεων της από 1-1-2006 έως 27-09-2006, ενώ οι ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 12.01.2001 έως 31.12.2005 είχαν ήδη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής υποκύψει στη διετή παραγραφή, των άρθρων 90 και 91 του ν.2362/1995, γενομένης δεκτής ως προς αυτές, ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμης της ένστασης παραγραφής της εναγόμενου Δήμου.
Περαιτέρω η εκκαλούσα (….) υποστηρίζει (....) ότι μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης, στις 21-9- 2012, δημοσιεύθηκε ο ν. 4139/2013, με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 261 ΑΚ, και ως εκ τούτου η αξίωση της δεν έχει παραγραφεί. Ο ισχυρισμός αυτός (...) προτείνεται παραδεκτά το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη (....) ως αποδεικνυόμενος εγγράφως (...) και εφόσον προέκυψε μεταγενέστερα με νομοθετική μεταβολή.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι είναι βάσιμος κατ' ουσίαν, κατ' εφαρμογήν από το παρόν Εφετείο του νέου ν. 4139/2013, ο οποίος με ρητή διάταξη του καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί (....) ενώ στην κρινόμενη υπόθεση δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (….).
Εν προκειμένω η άσκηση της αγωγής στο Ειρηνοδικείου Αθηνών διέκοψε την παραγραφή των αξιώσεων της ενάγουσας για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Κατά το χρόνο εκκρεμοδικίας της εν λόγω αγωγής ασκήθηκε από την ενάγουσα η υπό κρίση αγωγή, δυνάμει της οποίας παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής της. Προκειμένου όμως η ενάγουσα να επικαλεστεί διακοπή της παραγραφής των υπό κρίση αγωγικών αξιώσεων της, επικαλούμενη την πρώτη (...) αγωγή της, θα πρέπει να ταυτίζεται το περιεχόμενο των αγωγών κατά ιστορική αιτία και αίτημα, ούτως ώστε από την αντιπαραβολή των δύο αγωγών, να μπορέσει το δικαστήριο να κρίνει ότι πρόκειται για τις ίδιες αξιώσεις.
Εν προκειμένω με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα διεκδικεί παράνομες υπερωρίες για 9 μήνες του έτους 2006 - τους οποίους δεν κατονομάζει - επικαλούμενη 30 λεπτά παράνομη υπερωρίας ημερησίως ήτοι 12 ώρες παράνομη υπερωρία ανά 22 ημερομίσθια (...) Με την (...) ενώπιον του Ειρηνοδικείου αγωγή η ενάγουσα διεκδίκησε το αντίστοιχο κονδύλια για 3 μήνες τους οποίους επίσης δεν κατονομάζει ούτως ώστε να κριθεί ότι αυτοί συμπεριλαμβάνονται στους 9 μήνες της υπό κρίση αγωγής και άρα ως προς αυτούς έχει διακοπεί η παραγραφή με την άσκηση της πρώτης αγωγής (...) η ενάγουσα απασχολούνταν κατά τις νυχτερινές ώρες στην βραδινή της βάρδια ( 23.00 - 06.00) για 7 ώρες καθώς και 1 ώρα στην απογευματινή της βάρδια ( από ώρα 22.00- 23.00) διεκδικεί δε με την υπό κρίση αγωγή αποζημίωση για νυχτερινή απασχόληση 63 νυχτερινών βαρδιών και 142 απογευματινών βαρδιών το έτος 2006 αναφέροντας στην αγωγή τον αριθμό νυχτερινών και απογευματινών βαρδιών ανά μήνα.
Με την (...) ενώπιον του Ειρηνοδικείου προγενέστερη αγωγή, η ενάγουσα διεκδίκησε το αντίστοιχο κονδύλια για 3 μήνες επικαλούμενη απασχόληση της μόνο όσον αφορά 16 νυχτερινές βάρδιες, χωρίς ωστόσο να κατονομάζει τους 3 αυτούς μήνες, ούτως ώστε να κριθεί από το Δικαστήριο ότι αυτοί περιλαμβάνονται στους 9 μήνες της υπό κρίση αγωγή και ότι οι 16 νυχτερινές βάρδιες περιλαμβάνονται στις 63 νυχτερινές βάρδιες και άρα έχει ως προς αυτές διακοπεί η παραγραφή με την άσκηση της πρώτης αγωγής .
Στην υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα διεκδικεί αποζημίωση για την απασχόληση της τις ήμερες Κυριακών και αργιών. Επικαλείται σχετική εργασία για 3 βάρδιες Κυριακής και αργίας το πρωί, και 3 αντίστοιχες βάρδιες το απόγευμα. Με την (...) ενώπιον του Ειρηνοδικείου προγενέστερη αγωγή η ενάγουσα διεκδίκησε το αντίστοιχο κονδύλιο για 3 μήνες επικαλούμενη απασχόληση της για 11 βάρδιες Κυριακής και αργίας χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει τους 3 αυτούς μήνες ούτως ώστε να κριθεί από το Δικαστήριο ότι αυτοί περιλαμβάνονται στους 9 μήνες της υπό κρίση αγωγή και ποιες εκ των 11 βαρδιών περιλαμβάνονται στις διεκδικούμενες με την υπό κρίση αγωγή 6 βάρδιες.
Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα διεκδικεί αποζημίωση για την απασχόληση της κατά τη βραδινή βάρδια Κυριακών και αργιών. Επικαλείται σχετική εργασία για 3 βάρδιες Κυριακής και αργίας βράδυ σε χρονικό διάστημα 9 μηνών εντός του έτους 2006 χωρίς ωστόσο να εξειδικεύει σε ποιους συγκεκριμένους μήνες αντιστοιχούν οι 3 αυτές βάρδιες απασχόλησης της.
Με την (...) ενώπιον του Ειρηνοδικείου προγενέστερη αγωγή η ενάγουσα διεκδίκησε το αντίστοιχο κονδύλιο για 3 μήνες επικαλούμενη απασχόληση της για 1 νυχτερινή βάρδια Κυριακής και αργίας, χωρίς ωστόσο να κατονομάζει και να προσδιορίζει ειδικότερα το μήνα παροχής της συγκεκριμένης εργασίας στοιχείο αναγκαίο ούτως ώστε να κριθεί από το Δικαστήριο αφενός ότι ο μήνας αυτός περιλαμβάνεται στους 9 μήνες της υπό κρίση αγωγής και αφετέρου ότι η συγκεκριμένη βάρδια απασχόλησης Κυριακής και αργίας περιλαμβάνεται στις διεκδικούμενες με την υπό κρίση αγωγή 3 βάρδιες.
Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα διεκδικεί τα έξοδα κίνησης της μέχρι και το Δεκέμβριο του έτους 2016 τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 270 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα Ιανουάριο - Ιούνιο και 325 ευρώ για το χρονικό διάστημα Ιούλιος - Δεκέμβριος. Με την (...) ενώπιον του Ειρηνοδικείου προγενέστερη αγωγή η ενάγουσα διεκδίκησε το αντίστοιχο κονδύλιο για 3 μήνες χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει και να κατονομάζει ποιους συγκεκριμένους μήνες αφορούν τα διεκδικούμενα έξοδα κίνησης ούτως ώστε να δύναται το Δικαστήριο να κρίνει ότι οι συγκεκριμένοι 3 μήνες περιλαμβάνονται στους 9 της κρινόμενης αγωγής.
Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα διεκδικεί την καταβολή επιδόματος γάμου για χρονικό διάστημα 9 μηνών. Με την (...) ενώπιον του Ειρηνοδικείου προγενέστερη αγωγή η ενάγουσα διεκδίκησε το αντίστοιχο κονδύλιο για 3 μήνες χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει και να κατονομάζει τους μήνες αυτούς ούτως ώστε να κριθεί από το Δικαστήριο ότι οι 3 αυτοί μήνες περιλαμβάνονται στους 9 της κρινόμενης αγωγής.
Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα διεκδικεί για επίδομα Πάσχα του έτους 2006 το ποσό των 15 ημερομισθίων Χ 35,22 ευρώ = 528,3 ευρώ. Με την (...) ενώπιον του Ειρηνοδικείου προγενέστερη αγωγή διεκδίκησε τη διαφορά των αποδοχών της σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβανε το προσωπικά του εναγομένου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.
Πρέπει εξάλλου να αναφερθεί ότι στην ενώπιον του Ειρηνοδικείου αγωγή η ενάγουσα δεν αιτείται την καταβολή συγκεκριμένου ποσού για δώρο Πάσχα, αλλά γενικόλογα και αόριστα αναφέρει .... "επίσης ζητούμε και τη διαφορά των: Δώρου Πάσχα για τα έτη 2001 το τρέχον έτος 2007 ...".
Συνεπώς το εν λόγω κονδύλιο δεν ταυτίζεται κατά την ιστορική και νομική του βάση με το διεκδικούμενο με την υπό κρίση αγωγή (...) δεν προέκυψε ότι υφίσταται ταυτότητα ιστορικής βάσης όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσα οι οποίες περιλαμβάνονται σε αμφότερες της αγωγές. Ειδικότερα η πραγματική βάση των αξιώσεων που περιγράφονται στην υπό κρίση αγωγή και συνεπώς η ιστορική της βάση, δεν ταυτίζεται με την πραγματική βάση των αξιώσεων που περιγράφονται στην προγενέστερη αγωγή και την ιστορική βάση της τελευταίας - στοιχείο αναγκαίο για την κατ' ουσίαν ευδοκίμηση της προβαλλόμενης εκ μέρους της ενάγουσας ένστασης διακοπής της παραγραφής.
Συνεπώς η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, όπως και η κρινόμενη αγωγή ως παραγεγραμμένη όσον αφορά τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο Θηβαίων (...). 4.α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (...) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή, αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγιναν δεκτές ως νόμιμες ή απορρίφθηκαν ή έγιναν δεκτές κατ` ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, όπως και από την υπαγωγή τους στο νόμο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για την εφαρμογή του, όπως και όταν υπήγαγε τα ίδια περιστατικά σε κανόνα δικαίου, στον οποίο δεν μπορούσαν να υπαχθούν (ΟλΑΠ 5/2023).
Η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", πριν καταργηθεί με το ν. 4270/2014 - η οποία εφαρμοζόταν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ. 1 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα" που είχε κυρωθεί με το π.δ. 410/1995 και ίσχυε έως και την 31-12-2006 και στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) - όριζε ότι: "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει (...) ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών (...) κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών (...) παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Η διάταξη αυτή δεν ήταν αντίθετη με την αρχή της ισότητας που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος και με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία καθιερώνει το δικαίωμα για παροχή έννομης προστασίας, διότι η διαφορετική ρύθμιση που εισήγαγε ως προς το χρόνο παραγραφής των αξιώσεων των εργαζομένων με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και στους Δήμους σε σχέση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων, δικαιολογείτο από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και από την ανάγκη για ταχεία εκκαθάριση των διαφορών αυτών (Α.Ε.Δ. 1/2012).
Η εισαγωγή, εξάλλου, με νομοθετική διάταξη διαφορετικού χρόνου παραγραφής για συγκεκριμένα είδη αξιώσεων ή για συγκεκριμένους δικαιούχους και υποχρέους δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 6 παρ. 1 α της Ε.Σ.Δ.Α., το οποίο εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα), αλλά και με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., με το οποίο κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας του προσώπου, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών που δεσμεύονται από τη Σύμβαση να ρυθμίζουν με νομοθετικές διατάξεις τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον, επειδή οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν το νομοθέτη να θεσπίζει κανόνες δικαίου και να ρυθμίζει με αυτούς με διαφορετικό κατά περίπτωση τρόπο το χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που δημιουργούνται μετά την έναρξη της ισχύος τους (πρβλ.
Α.Ε.Δ. 9/2009). Ο χρόνος όμως παραγραφής δεν μπορεί να αναιρεί ή να εμποδίζει σοβαρά την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος. Ο μέσος, εξάλλου, επιμελής διάδικος είχε τη δυνατότητα να επιδιώξει αποτελεσματικά την ικανοποίηση των αξιώσεών του κατά του υποχρέου μέσα στη διετή προθεσμία που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, διότι επρόκειτο για συγκεκριμένες αξιώσεις οι οποίες καταβάλλονταν περιοδικά και απέρρεαν από συμβάσεις εργασίας με σαφείς όρους με αποτέλεσμα να μην εμφανίζουν δυσχέρεια στην απόδειξή τους, όπως αντίθετα μπορεί να συμβαίνει με άλλους εργαζομένους που παρείχαν στους υποχρέους εργασία υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες και διατηρούσαν αξιώσεις με διαφορετική φύση, ώστε να δικαιολογείται μακρότερος χρόνος για την παραγραφή των αξιώσεών τους κατά των υποχρέων νομικών προσώπων (ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 23/2004, ΑΠ 1525/2023).
Στον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22, 25 και 28 του Συντάγματος και του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.
Η αναιρεσείουσα εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 3 του ν. 2362/1995 και τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 44 παρ. 1 και 3 του ν.δ. 496/1974 οι επίδικες αξιώσεις της κατά του αναιρεσιβλήτου παραγράφονταν σε δύο (2) έτη από τη γέννησή της, μολονότι οι διατάξεις αυτές είναι αντίθετες με τις συνταγματικές και υπερεθνικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν με συνέπεια να μην δεχθεί ότι οι ένδικες αξιώσεις της παραγράφονταν σε πέντε (5) έτη μετά τη γέννησή τους, όπως είχε επικαλεσθεί με την έφεσή της κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, τέλος, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε για τους λόγους που προαναφέρθηκαν να μην εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 3 του ν. 2362/1995, 1 παρ. 1 και 44 παρ. 1 και 3 του ν.δ. 496/1974, να δεχθεί ότι οι επίδικες αξιώσεις της παραγράφονταν σε χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από τη γέννησή τους και μετά από αυτό έπρεπε να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, να απορρίψει την ένσταση παραγραφής που είχε προβάλει το εναγόμενο και να δεχθεί στο σύνολό της την αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου ως ουσιαστικά βάσιμη, όπως ειδικότερα αναφέρει σε αυτόν.
Το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ρητά ότι η διετής παραγραφή που προέβλεπαν οι διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 του ν. 2362/1995, οι οποίες ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, διότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου είχαν γεννηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-2001 έως και 27-9-2006, δεν ήταν αντίθετες με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22, 25 και 28 του Συντάγματος και του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
με την αιτιολογία ότι στο πεδίο των δικών του Δημοσίου ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει από λόγους δημοσίου συμφέροντος διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου με την προϋπόθεση ότι η προθεσμία αυτή δεν είναι τόσο σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος του δικαιούχου.
Η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε επίσης ότι οι αποδοχές των εργαζομένων στο Δημόσιο, επειδή καταβάλλονται περιοδικά, δεν καθιστούν δυσχερή τη δικαστική τους επιδίωξη σε αντίθεση με διαφορετικές αξιώσεις άλλων δικαιούχων, οι οποίες δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφορετική ρύθμιση ως προς το χρόνο παραγραφής τους.
Το Μονομελές Εφετείο, επομένως, με την αιτιολογία αυτή - σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν - δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22, 25 και 28 του Συντάγματος και του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 4.γ.
Το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ορίζει ότι "[α]ναίρεση επιτρέπεται μόνο (...) αν το δικαστήριο παρά το νόμο (...) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην (...) παρακώλυση ουσιαστικού (...) δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε (...) ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα (...) ένστασης και κατά συνεκδοχή και αντένστασης (ΑΠ 960/2004) ή αποτελούν λόγο έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 9/2023).
Ο ισχυρισμός εξάλλου που αγνοήθηκε πρέπει να μπορεί να επηρεάσει ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της απόφασης που προσβάλλεται με αναίρεση (ΑΠ 20/2023). Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε δεν στοιχειοθετείται στην περίπτωση που το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό, ο οποίος είχε προταθεί, αλλά τον απέρριψε ρητά είτε για τυπικό, είτε για ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1169/2021).
Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης και στο έκτο σκέλος του πρώτου προσθέτου λόγου αναίρεσης, οι οποίοι συμπληρώνονται, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1, 240, 520 παρ. 1, 522 και 524 του ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που είχαν προταθεί και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ και πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.
Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ειδικότερα α) ότι το εναγόμενο είχε προβάλει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για να απαντήσει στην αγωγή της εναντίον του, την ένσταση ότι οι επίδικες αξιώσεις της, οι οποίες είχαν γεννηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-2001 έως και 27-9-2006, είχαν υποπέσει σε παραγραφή, διότι έκτοτε έως και την επίδοση της ένδικης από 5-5-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 113855-3469/18-6-2010 αγωγής της, που έγινε στις 1-7-2010, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο (2) έτη, β) ότι η ίδια είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου παραδεκτά την αντένσταση ότι η παραγραφή των αξιώσεών της κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου είχε διακοπεί με την κατάθεση και επίδοση σε αυτό στις 31-12-2007 της από 21-12-2007 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2770/21-12-2007 προηγούμενης με όμοια ιστορική και νομική αιτία αγωγής της εναντίον του, την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αλλά με την ένδικη αγωγή της είχε παραιτηθεί από το δικόγραφό της, γ) ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμό 1739/1-11-2012 οριστική απόφασή του απέρριψε την αντένστασή της αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου, ως παραγεγραμμένη, με την παραδοχή ότι οι αξιώσεις της είχαν παραγραφεί "εν επιδικία", διότι από την επίδοση της πρώτης αγωγής της κατά του αναιρεσιβλήτου (31-12-2007) έως και την επίδοση της δεύτερης αγωγής της σε αυτό (1-7-2010), με την οποία είχε παραιτηθεί από το δικόγραφο της πρώτης, χωρίς στο μεταξύ να διακοπεί η παραγραφή τους για οποιοδήποτε νόμιμο λόγο, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο (2) έτη, γ) ότι άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 29-10-2015 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6409/30-1-2015 έφεση, με την οποία επανέφερε παραδεκτά με ειδικό λόγο έφεσης (άρθρα 591 παρ. 1, 240, 520 παρ. 1, 522, 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 261 παρ. 3 ΑΚ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/2013, Φ.Ε.Κ.
Α 74/20-3-2013) την αντένσταση διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών της, την οποία είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως απάντηση στην ένσταση παραγραφής τους που είχε προτείνει το εφεσίβλητο-εναγόμενο ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου για να αμυνθεί κατά της αγωγής και ότι, τέλος, δ) το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το λόγο αυτό της έφεσής της, τον οποίο, όμως, αν ερευνούσε θα έκανε δεκτή την έφεσή της, θα εξαφάνιζε την εκκαλουμένη απόφαση και θα δεχόταν στο σύνολό της ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου.
Το Μονομελές Εφετείο, ωστόσο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της (άρθρα 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ),δέχθηκε τα εξής: α) ότι το εναγόμενο είχε προβάλει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για να απαντήσει στην αγωγή της αναιρεσείουσας εναντίον του, την ένσταση. ότι οι επίδικες αξιώσεις της, οι οποίες είχαν γεννηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-2001 έως και 27-9-2006, είχαν υποπέσει σε παραγραφή, διότι έκτοτε έως και την επίδοση της ένδικης από 5-5-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 113855-3469/18-6-2010 αγωγής της που έγινε στις 1-7-2010 είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο (2) έτη, β) ότι η αναιρεσείουσα είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου παραδεκτά την αντένσταση ότι η παραγραφή των αξιώσεών της κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου είχε διακοπεί με την κατάθεση και επίδοση σε αυτό στις 31-12-2007 της από 21-12-2007 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2770/21-12-2007 προηγούμενης με όμοια ιστορική και νομική αιτία αγωγής της εναντίον του αναιρεσιβλήτου, την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, γ) ότι με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσείουσα είχε παραιτηθεί από το δικόγραφό της προγενέστερης αυτής αγωγής της κατά του αναιρεσιβλήτου, γ) ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμό 1739/1-11-2012 οριστική απόφασή του απέρριψε την αντένστασή της αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου, ως παραγεγραμμένη, με την παραδοχή ότι οι αξιώσεις της είχαν παραγραφεί "εν επιδικία", διότι από την επίδοση της πρώτης αγωγής της κατά του αναιρεσιβλήτου (31-12-2007) έως και την επίδοση της δεύτερης αγωγής της σε αυτό (1-7-2010) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο (2) έτη, χωρίς στο μεταξύ να διακοπεί η παραγραφή τους για οποιοδήποτε νόμιμο λόγο, δ) ότι η αναιρεσείουσα με την από 29-10-2015 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6409/30-1-2015 έφεσή της κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επανέφερε παραδεκτά με ειδικό λόγο έφεσης (άρθρα 591 παρ. 1, 240, 520 παρ. 1, 522, 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 261 παρ. 3 ΑΚ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/2013, Φ.Ε.Κ.
Α 74/20-3-2013 και εφαρμοζόταν και στις εκκρεμείς υποθέσεις) την αντένσταση διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών της, την οποία είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για να απαντήσει στην ένσταση παραγραφής τους που είχε προτείνει το εφεσίβλητο-εναγόμενο ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου για να αμυνθεί κατά της αγωγής και ότι, τέλος, ο λόγος αυτός της έφεσης αποδεικνυόταν αβάσιμος, διότι η δεύτερη, αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά του αναιρεσιβλήτου δεν είχε όμοια ιστορική αιτία.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη και απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο αυτό της έφεσης με συνέπεια να μην παραβιάσει τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1, 232 παρ. 1, 240, 520 παρ. 1, 522 και 524 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των διατάξεων 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, 56 παρ. 1 ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα" - που κυρώθηκε με το π.δ. 410/1995 - οι οποίες έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή λόγω του χρόνου που γεννήθηκαν οι ένδικες αξιώσεις και να μην υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 4.δ.
Κατά το άρθρο 93 περ. α του νόμου 2362/1995, η παραγραφή διακόπτεται: "α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο (...), οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων (...)". Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 261 ΑΚ, όπως αυτό ίσχυε, πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/2013 (Φ.Ε.Κ.
Α 74/20-3-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση λόγω του χρόνου που γεννήθηκαν οι ένδικες αξιώσεις, "[τ]ην παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων (...)". Κατά το άρθρο, περαιτέρω, 263 ΑΚ "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σα να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή (...).
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Το άρθρο, εξάλλου, 221 παρ. 1 γ του ΚΠολΔ ορίζει ότι η επίδοση της αγωγής έχει ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχονται από την έγερση της αγωγής.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση, δηλαδή με την κατάθεση και την έγκυρη επίδοση της αγωγής, και συμπληρώνεται σε περίπτωση που ο δικαιούχος δεν επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του μέσα στο χρονικό διάστημα που προβλέπει ο νόμος. Αν ο ενάγων-δικαιούχος παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής που ήδη άσκησε, η παραγραφή της αξίωσής του θεωρείται σα να μη διακόπηκε.
Αν, όμως, ο δικαιούχος εγείρει, δηλαδή καταθέσει και επιδώσει έγκυρα, νέα, δεύτερη, αγωγή κατά του ίδιου υποχρέου με την ίδια ιστορική και νομική αιτία μέσα σε χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών από την παραίτηση, η παραγραφή θεωρείται ότι διακόπηκε με την άσκηση της πρώτης αγωγής (ΑΠ 113/2019). Ταυτότητα ιστορικής αιτίας, εξάλλου, υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είχαν συγκροτήσει το πραγματικό της νομικής διάταξης που θα εφαρμοζόταν στην πρώτη δίκη - αν ο ενάγων-δικαιούχος δεν είχε παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής του - συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί και στη νέα δίκη (ΑΠ 1169/2021).
Η ταυτότητα της ιστορικής αιτίας διατηρείται στην περίπτωση που ο δικαιούχος-ενάγων περιορίζει με τη νέα, δεύτερη, αγωγή του κατά του υποχρέου-εναγομένου το αίτημα της πρώτης αγωγής, την οποία είχε ασκήσει εναντίον του, όπως και όταν με τη νέα αγωγή ο ενάγων συμπληρώνει ασάφειες ή ελλείψεις της πρώτης αγωγής του κατά του εναγομένου, αλλά χωρίς να μεταβάλλει την ταυτότητα της επίδικης αξίωσής του.
Ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει, όταν η αξίωση που ασκεί ο δικαιούχος ενάγων κατά του υποχρέου εναγομένου με τη δεύτερη αγωγή στηρίζεται στη ίδια νομική διάταξη με αυτή στην οποία θεμελιωνόταν και η πρώτη αγωγή του (ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 113/2019, ΑΠ 768/2016).
Στον τρίτο λόγο αναίρεσης και στον πρώτο πρόσθετο λόγο της - οι οποίοι συμπληρώνονται - η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε με εσφαλμένη υπαγωγή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 247, 251, 261, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/2013, 263 ΑΚ, 90 παρ. 1 α και 93 παρ. 3 του ν. 2362/1995 με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.
Η αναιρεσείουσα εκθέτει ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι με την κατάθεση και την επίδοση στο αναιρεσίβλητο στις 31-12-2007 της από 21-12-2007 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2770/21-12-2007, πρώτης, αγωγής της εναντίον του, την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δεν επήλθε η διακοπή της παραγραφής των επιδίκων αξιώσεών της κατά του αναιρεσιβλήτου, διότι η αγωγή της αυτή δεν είχε την ίδια ιστορική αιτία με τη μεταγενέστερη, δεύτερη, από 5-5-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 113855-3469/18-6-2010 αγωγή της κατά του ίδιου διαδίκου.
Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την παραδοχή αυτή απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο της από 30-10-2005 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6409/30-1-2005 έφεσής της κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθμό 1739/1-11-2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον οποίο είχε επαναφέρει παραδεκτά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την αντένστασή της ότι η παραγραφή των επιδίκων αξιώσεών της κατά του αναιρεσιβλήτου είχε διακοπεί με την έγερση της πρώτης αγωγής της εναντίον του.
Η αναιρεσείουσα εκθέτει επιπλέον ότι το Μονομελές Εφετείο θα έπρεπε να δεχθεί ότι η πρώτη αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου είχε διακόψει την παραγραφή των αξιώσεών της εναντίον του και μετά από αυτό θα έπρεπε να δεχθεί ως βάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση - η οποία με όμοιες παραδοχές είχε απορρίψει ως παραγεγραμμένη την ένδικη αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου - και να τη δεχθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά βάσιμη.
Από την επισκόπηση όλων των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: α) ότι η αναιρεσείουσα είχε ασκήσει κατά του αναιρεσιβλήτου, αρχικά, την από 21-12-2007 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2770/21-12-2007 αγωγή, την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, β) ότι η αναιρεσείουσα είχε εκθέσει στην αγωγή της εκείνη τα εξής:
Ότι από 12-1-2021 και εφεξής συνδεόταν με το αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου και ότι σε εκτέλεσή της προσέφερε σε αυτό προσηκόντως την εργασία της ως σχολικός φύλακας. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-2021 έως και 31-12-2005 είχε πραγματοποιήσει παράνομη υπερωριακή εργασία, την οποία δεν προσδιόριζε συγκεκριμένα ως προς την ιστορική της αιτία, νυκτερινή εργασία, εργασία κατά την Κυριακή και σε ημέρες άλλων αργιών, νυκτερινή εργασία κατά την Κυριακή και σε ημέρες άλλων αργιών και, επιπλέον, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως και 27-9-2006 είχε πραγματοποιήσει παράνομη υπερωριακή εργασία, την οποία δεν προσδιόριζε ειδικότερα, εργασία κατά τις νυκτερινές ώρες δέκα έξι (16) ημερολογιακών ημερών, εργασία σε ένδεκα (11) ημέρες Κυριακής και άλλων αργιών, εργασία κατά τις νυκτερινές ώρες μίας (1) ημέρας αργίας και ότι, περαιτέρω, το εναγόμενο δεν είχε καταβάλει σε αυτή για τα έτη 2001 έως και 2005 τα επιδόματα (δώρα) Χριστουγέννων και Πάσχα, τα οποία δεν προσδιόριζε κατά ποσό, όπως και τα επιδόματα γάμου και κίνησης για τα ίδια έτη, τα οποία προσδιόριζε συγκεκριμένα κατά ποσό, γ) ότι η αναιρεσείουσα είχε επιδώσει την, πρώτη, αυτή αγωγή της στο αναιρεσίβλητο στις 31-12-2007, δ) ότι η αναιρεσείουσα στη συνέχεια άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου την ένδικη, δεύτερη κατά σειρά, από 5-5-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 113855-3469/18-6-2010 αγωγή της, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ε) ότι η αναιρεσείουσα στην αγωγή της αυτή επανέλαβε το περιεχόμενο της πρώτης αγωγής της κατά του αναιρεσιβλήτου ως προς τη φύση της σύμβασης εργασίας που τη συνέδεε με αυτό και, επιπλέον, διευκρίνισε με σαφήνεια και πληρότητα ότι κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-2001 έως και 31-12-2005 είχε πραγματοποιήσει στις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου παράνομη υπερωριακή εργασία, νυκτερινή εργασία, εργασία κατά την Κυριακή και σε ημέρες άλλων αργιών, νυκτερινή εργασία σε ημέρες Κυριακών και άλλων αργιών και, ειδικότερα, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως και 27-9-2006 - κατά το οποίο είχε εργασθεί εννέα (9) συνολικά μήνες και για είκοσι δύο (22) ημέρες το μήνα - είχε πραγματοποιήσει παράνομες υπερωρίες τριάντα (30) λεπτών την ημέρα σε κάθε ημέρα εργασίας της, εργασία κατά τις νυκτερινές ώρες εξήντα τριών (63) βραδινών βαρδιών και για επτά (7) ώρες ανά βραδινή βάρδια, εργασία σε εκατόν σαράντα δύο (142) απογευματινές βάρδιες και μιας (1) ώρας ανά απογευματινή βάρδια, εργασία σε τρεις (3) πρωινές βάρδιες Κυριακής και άλλων αργιών και για οκτώ (8) ώρες ανά βάρδια και σε τρεις (3) απογευματινές βάρδιες Κυριακής και άλλων αργιών και για επτά (7) ώρες ανά βάρδια, εργασία σε τρεις (3) βραδινές βάρδιες Κυριακής και άλλων αργιών και για μια (1) ώρα ανά βάρδια και σε τρεις (3) απογευματινές βάρδιες Κυριακής και άλλων αργιών και για μια (1) ώρα ανά βάρδια, στ) ότι το αναιρεσίβλητο κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-2001 έως και 31-12-2005 δεν είχε καταβάλει σε αυτή τις αποδοχές τις οποίες όφειλε στην αναιρεσείουσα για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν, όπως και τα επιδόματα γάμου και κίνησης συγκεκριμένου ποσού το καθένα τους, και, ότι, επιπλέον, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως και 27-9-2006 δεν είχε καταβάλει σε αυτή το επίδομα (δώρο) του Πάσχα του έτους 2006 ποσού (35,22 Ευρώ Χ 15 ημερομίσθια=) 528,30 Ευρώ, το επίδομα γάμου ποσού ([35,22 Ευρώ ημερομίσθιο Χ 22 ημερομίσθια)] Χ (10%) Χ 9 μήνες=) 697,36 Ευρώ και τα έξοδα κίνησης, τα οποία ανέρχονταν για το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2006 έως και το μήνα Ιούνιο του ίδιου έτους σε ποσό (270 Ευρώ το μήνα Χ 6 μήνες=) 1.620 Ευρώ, ενώ για το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούλιο του έτους 2006 έως και το μήνα Σεπτέμβριο του ίδιου έτους σε ποσό (325 Ευρώ το μήνα Χ 3 μήνες =) 975 Ευρώ, στ) ότι το αναιρεσίβλητο κατά τη συζήτηση της δεύτερης αυτής αγωγής που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα εναντίον του προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την ένσταση ότι οι επίδικες αξιώσεις της είχαν υποπέσει σε παραγραφή, διότι από τότε που είχαν γεννηθεί, δηλαδή από 1-1-2001 έως και 27-9-2006, έως και την επίδοση σε αυτή στις 1-7-2010 της ένδικης από 5-5-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 113855-3469/18-6-2010 αγωγής της είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο (2) έτη (άρθρα 591 παρ. 1, 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, 247, 251 ΑΚ, 90 παρ. 1 α και 93 παρ. 3 του ν. 2362/1995, ζ) ότι η αναιρεσείουσα είχε προβάλει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως απάντηση στην ένσταση αυτή την αντένσταση ότι η παραγραφή των αξιώσεών της κατά του αναιρεσιβλήτου είχε διακοπεί με την κατάθεση και επίδοση σε αυτό στις 31-12-2007 της, πρώτης, από 21-12-2007 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2770/21-12-2007 αγωγής της εναντίον του, την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και η οποία θεμελιωνόταν σε όμοια ιστορική με την ένδικη, δεύτερη, αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου, η) ότι η αναιρεσείουσα με τη δεύτερη αυτή αγωγή της είχε παραιτηθεί νόμιμα από το δικόγραφο της πρώτης (άρθρα 591 παρ. 1, 294, όπως ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ.
Α 87/23-7-2015 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ), θ) ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμό 1739/1-11-2012 οριστική απόφαση, την οποία εξέδωσε επί της δεύτερης αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, απέρριψε την αντένστασή της αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και, ειδικότερα, ως προς τις απαιτήσεις της κατά του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες είχαν γεννηθεί από 12-1-2001 έως και 30-12-2005 με την παραδοχή ότι οι αξιώσεις αυτές είχαν ήδη υποπέσει στη διετή παραγραφή που προβλέπεται από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 σε συνδυασμό με το άρθρο 304 του π.δ. 410/1995, όταν στις 31-12-2007 η αναιρεσείουσα είχε επιδώσει στο αναιρεσίβλητο την πρώτη από 21-12-2007 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2770/21-12-2007 αγωγή της εναντίον του, την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ενώ ως προς τις λοιπές αξιώσεις της που είχαν γεννηθεί από 31-12-2005 έως και 27-9-2006 με την παραδοχή ότι οι αξιώσεις της αυτές είχαν παραγραφεί "εν επιδικία", διότι από την επίδοση της πρώτης αγωγής της κατά του αναιρεσιβλήτου (31-12-2007) έως και την επίδοση της υπό κρίση - δεύτερης - αγωγής της σε αυτό (1-7-2010) - με την οποία παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης - είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο (2) έτη, ι) ότι η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 29-10-2015 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6409/30-1-2015 έφεση, με την οποία επανέφερε παραδεκτά με ειδικό λόγο έφεσης (άρθρα 591 παρ. 1, 240, 520 παρ. 1, 522, 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 261 ΑΚ) την αντένσταση διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών της, την οποία είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως απάντηση στην ένσταση παραγραφής τους που είχε προτείνει το εφεσίβλητο-εναγόμενο ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου για να αμυνθεί κατά της αγωγής, ια) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε το λόγο αυτό της έφεσής της ως προς τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας, οι οποίες είχαν γεννηθεί από 1-1-2001 έως και 31-12-2005, με παραδοχή όμοια με αυτή της εκκαλουμένης, ενώ ως προς τις αξιώσεις της που είχαν γεννηθεί από 1-1-2006 έως και 27-9-2006 με την παραδοχή ότι η ένδικη, δεύτερη, αγωγή, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά του αναιρεσιβλήτου δεν είχε όμοια ιστορική αιτία με την πρώτη από αυτές, από το δικόγραφο της οποίας είχε παραιτηθεί.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι οι δύο αγωγές που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά του αναιρεσιβλήτου είχαν όμοια ιστορική αιτία, διότι τόσο στην πρώτη, όσο και στη δεύτερη από αυτές η αναιρεσείουσα ζητούσε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να καταβάλει σε αυτή για το χρονικό διάστημα από 12-1-2021 έως και 27-9-2006 αποδοχές για παράνομη υπερωριακή εργασία, για νυκτερινή εργασία, εργασία κατά την Κυριακή και σε ημέρες άλλων αργιών, για νυκτερινή εργασία κατά την Κυριακή και σε ημέρες άλλων αργιών, τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και τα επιδόματα γάμου και κίνησης, αξιώσεις, τις οποίες προσδιόρισε στη δεύτερη αγωγή με σαφήνεια και πληρότητα ως προς την ιστορική τους αιτία.
Η επίδοση, όμως, της πρώτης αγωγής στο αναιρεσίβλητο που έλαβε χώρα στις 31-12-2007 - όπως και οι διαδικαστικές πράξεις που ακολούθησαν - και, συγκεκριμένα, ο ορισμός δικασίμου της αγωγής για την 10-4-2008, η αναβολή της συζήτησής της από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 13-2-2009 κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτησή της, η επίδοση στις 8-4-2010 της από 22-3-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 594/22-3-2010 κλήσης με την οποία η αναιρεσείουσα είχε επισπεύσει νέα συζήτηση της αγωγής, ο ορισμός νέας δικασίμου της αγωγής για την 11-2-2011 κατά την οποία η συζήτησή της ματαιώθηκε, η επίδοση στο αναιρεσίβλητο στις 10-7-2010 της ένδικης από 5-5-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 113855-3469/18-6-2010 δεύτερης αγωγής της κατά του αναιρεσιβλήτου, με την οποία παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής εναντίον του και ο ορισμός δικασίμου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για τη δικάσιμο της 16-12-2011 - δεν διέκοψαν την παραγραφή των αξιώσεων της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου για το χρονικό διάστημα από 12-1-2001 έως και 30-12-2005, διότι οι αξιώσεις της αυτές είχαν ήδη υποπέσει σε παραγραφή κατά την επίδοση στο αναιρεσίβλητο στις 31-12-2007 της πρώτης αγωγής της εναντίον του, την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Αντίθετα η επίδοση της ίδιας αγωγής στο αναιρεσίβλητο, όπως και οι διαδικαστικές πράξεις που ακολούθησαν, διέκοπταν κάθε φορά την παραγραφή των αξιώσεων της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες είχαν γεννηθεί από 31-12-2005 έως και 27-9-2006. Το Μονομελές Εφετείο, επομένως, το οποίο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες είχαν γεννηθεί έως και την 30-12-2005, είχαν υποπέσει σε παραγραφή με την παραδοχή ότι από τότε που είχαν γεννηθεί έως και την επίδοση σε αυτό στις 31-12-2007 της πρώτης από 21-12-2007 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2770/21-12-2007 αγωγής της, την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο (2) έτη και για το λόγο αυτό απέρριψε στη συνέχεια το λόγο της έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με τον οποίο είχε επαναφέρει παραδεκτά την αντένσταση διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών της που προαναφέρθηκαν, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1, 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, 247, 251 ΑΚ, 90 παρ. 1 α και 93 παρ. 3 του ν. 2362/1995 και 261 του ΑΚ.
Αντίθετα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι η επίδοση στις 31-12-2007 της αγωγής που προαναφέρθηκε στο αναιρεσίβλητο, όπως και οι διαδικαστικές πράξεις που επακολούθησαν δεν είχαν διακόψει την παραγραφή των αξιώσεων της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες είχαν γεννηθεί κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και, συγκεκριμένα, από 30-12-2005 έως και 27-9-2006 - και αφορούσαν α) στην καταβολή αποζημίωσης για παράνομη υπερωριακή εργασία, την οποία είχε παράσχει στο αναιρεσίβλητο κατά το χρονικό αυτό διάστημα, β) στην καταβολή αμοιβής για εργασία της κατά τις νυκτερινές ώρες δέκα έξι (16) ημερολογιακών ημερών και όχι διακοσίων πέντε (205), όπως ζήτησε με τη δεύτερη αγωγή της, διότι δεν είχε περιλάβει τέτοιο αίτημα στην πρώτη από αυτές, γ) στην καταβολή αμοιβής για εργασία της κατά τις Κυριακές και άλλες αργίες έξι (6) ημερών και όχι ένδεκα (11) ημερών, όπως είχε ζητήσει με την πρώτη αγωγή της, διότι με την ένδικη, δεύτερη, αγωγή της περιόρισε παραδεκτά το αίτημα της πρώτης από αυτές, δ) στην καταβολή αμοιβής, επειδή απασχολήθηκε στο αναιρεσίβλητο κατά τις νυκτερινές ώρες Κυριακής ή άλλης αργίας για μία (1) ημέρα και όχι για περισσότερες, διότι δεν είχε περιλάβει τέτοιο αίτημα στην πρώτη αγωγή της, ε) στην καταβολή εξόδων κίνησης τριών (3) μηνών για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2006 έως και τον Ιούνιο του ίδιου έτους και όχι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, διότι δεν είχε περιλάβει τέτοιο αίτημα στην πρώτη αγωγής της, στ) στην καταβολή επιδόματος γάμου για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών του έτους 2006 και όχι για μεγαλύτερο, διότι επίσης δεν είχε περιλάβει τέτοιο αίτημα στην πρώτη αγωγής της και ζ) στην καταβολή του δώρου του Πάσχα για το έτος 2006 - με την παραδοχή ότι η πρώτη αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά του αναιρεσιβλήτου δεν είχε όμοια ιστορική αιτία με την ένδικη, δεύτερη, αγωγή της εναντίον του, την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και είχε επιδώσει σε αυτό στις 10-7-2010, παραβίασε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και υπέπεσε συνεπώς στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον τρίτο κύριο και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης που συμπληρώνονται, οι οποίοι επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
3.δ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, υπό την προϋπόθεση ότι το περιστατικό που δέχθηκε ήταν κρίσιμο για τη διάγνωση της διαφοράς (...) και όχι όταν το δικαστήριο εκτίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει ύστερα από ορθή ανάγνωσή του και κατέληξε είτε αποκλειστικά από την εκτίμηση του περιεχομένου του συγκεκριμένου εγγράφου, είτε σε συσχετισμό και με άλλα αποδεικτικά μέσα σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων (...) (ΑΠ 34/2023).
Στο δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τα διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ και πρέπει για το λόγο αυτό α αναιρεθεί.
Η αναιρεσείουσα εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η από 21-12-2007 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2770/21-12-2007 πρώτη αγωγή της - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και είχε στρέψει (και) κατά του αναιρεσιβλήτου - δεν είχε όμοια ιστορική αιτία με την ένδικη από 5-5-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 113855-3469/18-6-2010 μεταγενέστερη αγωγή της εναντίον του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με συνέπεια να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντένσταση διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών της κατά του αναιρεσιβλήτου και να απορρίψει μετά από αυτό την αγωγή της εναντίον του ως παραγεγραμμένη, μολονότι από το έγγραφο που προαναφέρθηκε, αποδεικνυόταν πλήρως η βασιμότητα της αντένστασής της.
Η αναιρεσείουσα εκθέτει στη συνέχεια ότι, αν το Μονομελές Εφετείο δεν είχε παραμορφώσει το περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου που προαναφέρθηκε, θα είχε δεχθεί ως βάσιμη την αντένσταση που προαναφέρθηκε με συνέπεια να απορρίψει ως αβάσιμη την ένσταση παραγραφής των επιδίκων αξιώσεών της που είχε προβάλει το αναιρεσίβλητο για να αμυνθεί κατά της αγωγής της εναντίον του, την οποία μετά από αυτό θα είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη.
Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή αποδίδει στο Εφετείο ότι δεν εκτίμησε ορθά το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου. Η πιθανή όμως αυτή πλημμέλεια του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). 4. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα - πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση όπως διευρύνθηκε με τους πρόσθετους λόγους και να αναιρεθεί εν μέρει η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς τη διάταξή της που προαναφέρθηκε και, συγκεκριμένα, ως προς τη διάταξή της με την οποία απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο της από 29-10-2015 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6409/30-10-2015 έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμό 1739/1-12-2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με τον οποίο είχε επαναφέρει ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την αντένσταση διακοπής της παραγραφής των επιδίκων αξιώσεών της κατά του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες είχαν γεννηθεί στις 31-12-2005 και από 1-1-2006 έως και 29-9-2006 και αφορούσαν α) στην καταβολή αποζημίωσης για παράνομη υπερωριακή εργασία, την οποία είχε παράσχει στο αναιρεσίβλητο κατά το χρονικό αυτό διάστημα, β) στην καταβολή αμοιβής για εργασία της κατά τις νυκτερινές ώρες δέκα έξι (16) ημερολογιακών ημερών, γ) στην καταβολή αμοιβής για εργασία της κατά τις Κυριακές και άλλες αργίες έξι (6) ημερών, δ) στην καταβολή αμοιβής, επειδή απασχολήθηκε στο αναιρεσίβλητο κατά τις νυκτερινές ώρες Κυριακής ή άλλης αργίας για μία (1) ημέρα, ε) στην καταβολή εξόδων κίνησης τριών (3) μηνών για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2006 έως και τον Ιούνιο του έτους 2006, στ) στην καταβολή επιδόματος γάμου για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών του έτους 2006 και ζ) στην καταβολή του δώρου του Πάσχα του έτους 2006.
Η υπόθεση, τέλος, χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση και πρέπει συνεπώς να παραπεμφθεί για νέα εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προσθέτους λόγους αναίρεσης και προτάσεις - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν μειωμένα σε βάρος των αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 εδάφιο α, 191 παρ. 2, 183 του ΚΠολΔ και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων"), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 3877/27-7-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στο σκεπτικό
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ