Supreme Court partially allows appeal against labor court verdict regarding negligence liability and insurance company costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a labor court verdict involving a company and an individual accused of negligence. The court found the original judgment violated substantive law regarding the severity of negligence and ruled in favor of the insurance company on cost allocation. Consequently, the case was remanded for further trial on the negligence issue while the insurance company was ordered to pay the appellants' legal fees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's reasoning contradicts substantive law provisions regarding negligence severity, remanding the case for retrial while awarding costs to the successful party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 246 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 246/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Κ. Τ. ΚΑΙ Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Τ. Α.", που εδρεύει στην ……. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Σ. Γ. του Γ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γεωργιάδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 21-10-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Σ., χήρας Θ. Σ., για αυτήν ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α. Ε. Σ. του Θ. και β. Β. Σ. του Θ., κατοίκων ... 2) Ε. συζύγου Δ. Σ., το γένος Μ. Λ., κατοίκου ... 3) Δ. Σ. του Θ., κατοίκου ... 4) Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ... 5) Σ. Τ. του Θ., κατοίκου ... 6) Β. συζύγου Σ. Τ., το γένος Π. Α., κατοίκου ... και 7) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "G.Φ. Α.Ε.Α.Ε.", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η, 3ος, 4ος, 5ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπαχαράλαμπο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και η 7η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία - Σοφία Βαρβαρήγου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-07-2016 αγωγή των ήδη 1ης έως 5ου των αναιρεσιβλήτων και την από 26-08-2016 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3233/2018 του ιδίου Δικαστηρίου και 2178/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-02-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των 1ης έως 6ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 18.2.2021 και με αριθ. κατάθ. 528/19.2.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ` αριθ. 2178/4.12.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αποφάνθηκε επί των εξής εφέσεων και πρόσθετων λόγων εφέσεως 1) υπ' αριθμ. 8733/18.4.18 έφεσης της ΕΠΕ "Π.
ΚΑΙ Α. ΕΠΕ" και του Γ. Κ. κατά της Α. Τ., Ε. Σ., Δ. Σ., Μ. Σ., Σ. Τ. και Β. Τ., όλων εναγόντων της υπ' αρ. κατάθεσης 8128/2016 αγωγής, και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής υπ' αρ. κατάθ. 3529/2.12.2019, 2) υπ' αριθμ. 24332/8.11.2018 έφεσης των "Γ. Α. και Σια ΟΕ", Γ. Α. και Ό. Α., κατά των ως άνω εναγόντων και ο πρόσθετος λόγος αυτής, υπ' αρ. κατάθεσης 2544/2019, 3) υπ' αριθμ. 1803/19.6.2019 έφεσης της ΑΕ "Τ.
ΑΕΚΤΕ" και του Σ. Γ. και ήδη αναιρεσειόντων κατά των άνω εναγόντων και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας "G.Φ. ΑΕΑΕ" και ήδη αναιρεσιβλήτων, 4) υπ' αριθμ. 2160/23.7.2019 έφεσης των προαναφερομένων εναγόντων κατά της ΑΕ "Τ. Α." και της "G.Φ. ΑΕΑΕ", 5) υπ' αριθμ. 3700/16.12.2019 έφεσης του Δ. Σ. κατά των άνω εναγόντων και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής υπ' αρ.
κατάθεσης 826/12.3.2020, κατά της με αριθ. 3233/28.2.2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγιναν τυπικά δεκτές και οι πέντε εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, απορρίφθηκε στην ουσία η υπό στοιχείο 4 έφεση, ενώ έγιναν δεκτές οι λοιπές εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ως ουσιαστικά βάσιμες, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη με αριθ. 3233/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την αγωγή ως προς την ένατη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και είχε δεχθεί εν μέρει αυτή (αγωγή) ως ουσιαστικά βάσιμη και στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση και συνεκδίκασε την υπ' αριθμ. 8128/2016 κύρια αγωγή με την υπ' αριθμ.
κατ. 9081/2016 παρεμπίπτουσα αγωγή, απέρριψε στη συνέχεια την παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και την κύρια αγωγή ως νομικά αβάσιμη κατά το κεφάλαιο για στέρηση διατροφής, ενώ δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και επιδίκασε για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ποσά μικρότερα από εκείνα που είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 19.2.2021, ενώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από τους αναιρεσίβλητους (άρθρο 261 ΚΠολΔ), η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το Β. Δ/μα της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α` του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας, (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες παροχή της εργασίας (Ολ.ΑΠ 1287/1986).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω νόμου σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου) οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ως άνω κωδικοποιηθέντος Νόμου 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα δικαιούμενα αντ` αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται γι` αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.ΑΠ 1117/1986, ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 938/2013).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" συνάγεται ότι εάν ο παθών από ατύχημα, που προκλήθηκε εξαιτίας βιαίου συμβάντος κατά την εκτέλεση της εργασίας του, υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ, δηλαδή εάν το ατύχημα συνέβη στον τόπο εργασίας του που βρίσκεται στην ασφαλιστική περιοχή του ΙΚΑ (η ασφάλιση του ΙΚΑ επεκτάθηκε σε όλη την επικράτεια με το άρθρο τρίτο του Ν.1305/1982), ανεξαρτήτως του εάν κατά το χρόνο του ατυχήματος ο παθών είχε πράγματι ασφαλισθεί ή όχι στο ΙΚΑ, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση προς αποζημίωση του εργαζομένου, δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την ευθύνη προς αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπομένη, κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915, ειδική αποζημίωση, ακόμη και εάν το ατύχημα οφειλόταν στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων.
Μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή προσώπου που έχει προστηθεί από τον εργοδότη, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον παθόντα εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ.2 του Α.Ν. 1846/1951 διαφορά μεταξύ του ποσού της, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών, που λόγω του ατυχήματος το ΙΚΑ χορηγεί στον εργαζόμενο.
Η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του εργοδότη δεν αφορά όμως και την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που ο παθών υπέστη από το ατύχημα (ή, σε περίπτωση θανάτου, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των συγγενικών του προσώπων), όταν το ατύχημα προκλήθηκε από πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (Ολ.ΑΠ 1117/1986).
Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης), αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κωδικοποιηθέντος Ν. 551/1915 (ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 19/2014, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 412/2008).
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) η υπαιτιότητα του υποχρέου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, β) το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.
Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Τοιαύτη παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά συνιστά και η παράλειψη του εργοδότη, στο πλαίσιο λήψης των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης κινδύνων, να εφοδιάσει τον εργαζόμενο με τον προβλεπόμενο από το νόμο αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 7 του Π.Δ/τος 396/1994 (ΦΕΚ Α 220), με το οποίο ενσωματώθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη οι ρυθμίσεις της με αριθ. 89/656 Οδηγίας.
Εξ άλλου, με τα άρθρα 7 και 11 του Π.Δ/τος 17/1996 "Μέτρα ασφάλειας - υγείας εργαζομένων", (ΦΕΚ Α 11), 3, 4, 6, 9 του Π.Δ/τος 395/1994 (ΦΕΚ Α 220) και 11, ορίζεται αντιστοίχως ότι ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια των τρίτων, οφείλει επίσης να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να λαμβάνουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες όσον αφορά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία, καθώς και τα μέτρα και τις δραστηριότητες προστασίας και πρόληψης, και να ενημερώνει τους εργοδότες των εργαζομένων άλλων επιχειρήσεων που εκτελούν εργασίες στην επιχείρησή του για τους ανωτέρω κινδύνους.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε αντίθεση με τον κύριο του έργου, που δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου, αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος και ο υπεργολάβος ολοκλήρου ή τμήματος έργου, ανεξαρτήτως αν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται, μεταξύ των άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας, που αφορούν ολόκληρο το έργο ή τα τμήματα αυτού, που ανέλαβαν να εκτελέσουν, έστω και αν ο εργολάβος, ο οποίος ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος αυτού σε υπεργολάβο, δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης του τμήματος που ανέθεσε στον υπεργολάβο, ή και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει ο εργολάβος τη διεύθυνση και επίβλεψη του τμήματος, το οποίο ανέλαβε να εκτελέσει ο υπεργολάβος, (ΑΠ 1853/2009, ΑΠ 1781/2009, ΑΠ 1210/2006).
Εξάλλου, ως εργολάβος νοείται το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου ή τμήματος του έργου, ενώ υπεργολάβος είναι το πρόσωπο, που συμβάλλεται με τον εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.
Ως υπεργολάβος θεωρείται επίσης και το πρόσωπο που συμβάλλεται με άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει σύμφωνα με τα παραπάνω την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τμήματός του (άρθρο 2 παρ.3 γ ΠΔ 305/1996) (ΑΠ 672/2015, ΑΠ 1781/2009). Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η ευθύνη των εργολάβων είναι υποκειμενική (άρθρο 914 ΑΚ), αν δε το εργατικό ατύχημα οφείλεται και σε υπαίτια συμπεριφορά του εργαζομένου (συνυπατιότητα), ή επίσης η έκταση της βλάβης του, οφείλεται και σε δικό του πταίσμα, κατά τον καθορισμό του ύψους της "εύλογης χρηματικής ικανοποίησης" (άρθρο 932 ΑΚ) συνεκτιμάται ασφαλώς και το συντρέχον πταίσμα του παθόντος, χωρίς καθορισμό του ποσοστού συνυπαιτιότητας και ανάλογη μείωση κατά το ποσοστό αυτό, του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 81/2013 ΑΠ 547/2010).
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε (ΑΠ 81/2013). Περαιτέρω σε περίπτωση διαζευκτικής αιτιότητας, οσάκις δηλαδή η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες παράνομες πράξεις ή παραλείψεις περισσοτέρων προσώπων, οι οποίες όλες αποτελούν δυνητικούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποία συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε τη ζημία ή ποίο το ποσοστό συμβολής της σε αυτήν, δημιουργείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρο 926 του ΑΚ παθητική εις ολόκληρο ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 του ΑΚ και συνακόλουθα έκαστος των συναιτίων ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος για ολόκληρη τη ζημία και όχι αναλόγως του ποσοστού ευθύνης του.
Προϋπόθεση δε της κατά τα άνω εις ολόκληρο ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή των περισσοτέρων συναιτίων από τον ζημιωθέντα, αλλά η πραγματική συνδρομή του νομίμου λόγου ευθύνης για τον κάθε συναίτιο χωριστά (ΑΠ 102/2019, ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 1229/2013, ΑΠ 1685/2009). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου του 71 ΑΚ που ορίζει ότι "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης.
Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον" σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 εδ. α και 67 εδ. α του ΑΚ, που ορίζουν αντίστοιχα ότι "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και ότι "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα", συνάγονται τα ακόλουθα:
Α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους (ΑΠ 641/2011) Β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.
Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. (ΑΠ 88/2018, ΑΠ 1723/2014). Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 263/2021, ΑΠ 253/2013).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "H πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, με το διακριτικό τίτλο "Τ.
ΑΕ", (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) με πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο το δεύτερο εναγόμενο, Σ. Γ., (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα) η οποία έχει ως εμπορικό της σκοπό, την εκτέλεση τεχνικών έργων και εδρεύει στην Ανθούσα Αττικής, προσέλαβε για να απασχολήσει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, από την 25-1-2011 έως και την 24-1-2013, το συγγενή των εναγόντων, Θ.
Σ., με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη Στ' ειδικότητας εναερίων και υπόγειων γραμμών, ώστε να χρησιμοποιήσει μεταξύ των άλλων και την δική του εργασία, για την εκτέλεση του τεχνικού έργου κατασκευής, αφαίρεσης, ανακατασκευής, τροποποίησης ή βελτίωσης εναέριων παροχών χαμηλής τάσης της Δ/νσης Περιφέρειας Μακεδονίας Θράκης της ΔΕΗ, δυνάμει της από 14-12-2010 εργολαβικής σύμβασης, που κατήρτισε με την τελευταία.
Στην συνέχεια, την 24-1-2011, μεταξύ της πρώτης εναγομένης εργοδότριας του Θ. Σ., και της τρίτης εναγομένης ΟΕ με την επωνυμία "Γ. Α. και Σια ΟΕ", ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι ο τέταρτος (διαχειριστής) και η πέμπτη των εναγομένων (μέλος), καταρτίστηκε σύμβαση υπεργολαβίας, δυνάμει της οποίας, η άνω ανάδοχος ανώνυμη εταιρεία ανέθεσε περαιτέρω την εκτέλεση του έργου της, έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος, στην τρίτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία επίσης έχει ως εμπορικό της σκοπό, την εκτέλεση τεχνικών έργων.
Σύμφωνα δε με τις προαναφερόμενες συμβάσεις, η ΔΕΗ καθόριζε τις εργασίες, που έπρεπε να εκτελεστούν, η πρώτη εναγομένη (ανάδοχος -εργοδότρια) προέβαινε στον προγραμματισμό αυτών των εργασιών, οι οποίες εκτελούνταν, κατ' εντολή της αναδόχου, από την τρίτη εναγομένη (υπεργολάβο), που χρησιμοποιούσε το προσωπικό της πρώτης εναγομένης, το οποίο, προσλαμβανόταν, από την πρώτη εναγομένη, με υπόδειξη της τρίτης, ασφαλιζόταν δε, και αμειβόταν, από αυτήν.
Ο έκτος εναγόμενος, ηλεκτρολόγος Η/Υ μηχανικός, ορίστηκε, με το από 3.1.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, από την πρώτη εναγομένη ως "τεχνικός σύμβουλος" στο επίδικο έργο και συγκεκριμένα ανέλαβε υπηρεσίες τεχνικής υποστήριξης, συντονισμού, επίβλεψης και επιμέτρησης εργασιών. Τις υπηρεσίες του, όφειλε να παρέχει αυτοπροσώπως και στον τόπο του έργου, με κάθε επιμέλεια και αποτελεσματικά επ' ωφελεία του πελάτη (δηλαδή της πρώτης εναγομένης-αναδόχου του έργου), προόδου του έργου, ακόμη και αν τούτο τον ανάγκαζε να βρίσκεται συνεχώς στον τόπο του έργου, αφού σύμφωνα με τη σύμβαση έθεσε στην υπηρεσία του πελάτη του, δηλαδή της πρώτης εναγομένης, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, τις ικανότητες και ιδιότητες, που διέθετε ως τεχνικός σύμβουλος.
Μόνο δε με έγγραφη συναίνεση της πρώτης εναγομένης δικαιούνταν να αναστείλει την, έναντι αυτής, εκπλήρωση των υποχρεώσεών του για ανάπαυση, αναψυχή κλ.π (βλ. όρο "3" της σύμβασης). Επίσης, με την από 1.2.2011 σύμβαση παροχής υπηρεσιών που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης και της έβδομης εναγομένης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "Γ.
Ε. Υ. Β. Ε. Π. και Α. ΕΠΕ", η τελευταία ανέλαβε έναντι αμοιβής, την παροχή συμβουλών για την προστασία, πρόληψη και ασφάλεια των συνολικά σαράντα εργαζομένων της πρώτης, σε όλο το έργο, που ανέλαβε και όχι μόνο σε εκείνο που αφορούσε τα υπόγεια δίκτυα, συντονιστής δε ασφάλειας και υγείας, για όλα τα παραπάνω, ορίστηκε ο όγδοος εναγόμενος, πολιτικός μηχανικός.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, την 2-9-2011 και περί ώρα 14:30, ο συγγενής των εναγόντων, Θ. Σ., με την προαναφερόμενη ειδικότητα, που είχε προσληφθεί, από την πρώτη εναγομένη, μετέβη, μαζί με τον Α. Τ., εργάτη, που εργαζόταν επίσης στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία, με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, στην περιοχή ……., στη συμβολή των οδών …… και ….., προκειμένου να εκτελέσει εργασίες αποξήλωσης ηλεκτρικής οικιακής παροχής, στο πλαίσιο του επίδικου έργου και έχοντας εκτελέσει την ίδια εργασία άλλες πέντε με έξι φορές την ίδια ημέρα.
Αφού έστησε, με τον ανωτέρω εργάτη, στον τσιμεντένιο στύλο της ΔΕΗ που υπήρχε, μεταλλική αρθρωτή φορητή κλίμακα, ύψους 6 μέτρων περίπου, όχι από την πλευρά του δρόμου, αλλά από την πλευρά του πεζοδρομίου, όπου όμως το έδαφος ήταν χωμάτινο, ανέβηκε πάνω σε αυτήν, για να πραγματοποιήσει τις εργασίες αποσύνδεσης της οικιακής παροχής από το δίκτυο της ΔΕΗ, ενώ ο εργάτης θα περίμενε από κάτω να ολοκληρωθεί η παραπάνω εργασία και στη συνέχεια θα αποσυνέδεε το καλώδιο της παροχής από την οικία και θα απομάκρυνε τη χελώνα.
Τη στιγμή που ο ως άνω ηλεκτροτεχνίτης βρισκόταν πάνω στην κολόνα, ύψους 8 μέτρων περίπου, δεμένος με ειδική ζώνη περιμετρικά της κολόνας και φορώντας ειδικά παπούτσια και γάντια ασφαλείας που εκτείνονταν μέχρι τον καρπό των χεριών, έχοντας ολοκληρώσει τις εργασίες αποσύνδεσης, έχασε την ισορροπία του και ακούμπησε με το γυμνό σημείο του αριστερού χεριού του σε μία από τις τρεις φάσεις που υπήρχαν και με τα δύο πόδια διαδοχικά στον επίτονα (αντηρίδα).
Αποτέλεσμα αυτού ήταν να διαρρεύσει ηλεκτρικό ρεύμα διαμέσου του σώματός του και να υποστεί ηλεκτροπληξία, η οποία προκάλεσε αμέσως το θάνατό του, σύμφωνα και με την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής. Στη συνέχεια, στον τόπο του ατυχήματος μετέβη, με καλαθοφόρο όχημα, κλιμάκιο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, που περισυνέλλεξε τον θανόντα από τον στύλο της ΔΕΗ, ο οποίος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Άγιος Δημήτριος της Θεσσαλονίκης, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
Σύμφωνα με το Κεφ. Γ' άρθρο 9 Παράρτημα Ι παρ. 2.26 του ΠΔ 395/1994, κάθε εξοπλισμός εργασίας πρέπει να είναι κατάλληλος, ώστε να προστατεύονται οι εκτιθέμενοι εργαζόμενοι από τους κινδύνους άμεσης ή έμμεσης επαφής με το ηλεκτρικό ρεύμα. Σύμφωνα δε με την παρ. 4.1.1 του άρθρου 2 του Κεφ. Β' του ΠΔ 155/2004 (που τροποποίησε το ως άνω ΠΔ), αν δεν μπορούν να εκτελούνται προσωρινές εργασίες σε ύψος ασφαλώς και υπό δέουσες εργονομικές συνθήκες από κατάλληλη επιφάνεια, πρέπει να επιλέγεται ο πλέον ενδεδειγμένος εξοπλισμός εργασίας για την εξασφάλιση και τη διατήρηση ασφαλών συνθηκών εργασίας.
Στην παρ. 4.1.2 ορίζεται, μάλιστα, ότι η χρησιμοποίηση κλίμακας ως θέσης εργασίας σε ύψος, πρέπει να επιτρέπεται μόνο όταν, έχοντας υπόψη το σημείο 4.1.1, η χρησιμοποίηση άλλου ασφαλέστερου εξοπλισμού δεν δικαιολογείται λόγω του χαμηλού κινδύνου και λόγω είτε της σύντομης χρησιμοποίησης είτε των χαρακτηριστικών των χώρων, τα οποία δεν μπορεί να μεταβάλει ο εργοδότης.
Εν προκειμένω, οι εργασίες αποξήλωσης ηλεκτρικής οικιακής παροχής εκτελούνται κατά κανόνα υπό τάση, εκτός αν κρίνει η ΔΕΗ, η οποία προβαίνει προηγουμένως σε σχετικό έλεγχο, την επικινδυνότητά τους και αποφασίσει για τη διακοπή ρεύματος ή όχι στην περιοχή. Αν όμως η ΔΕΗ δεν αποφασίσει τη διακοπή ρεύματος, μπορεί ο ανάδοχος του έργου, αν κρίνει ότι είναι επικίνδυνο οι εργασίες να εκτελεστούν υπό τάση, να υποβάλλει σχετικό αίτημα στη ΔΕΗ, για να το εγκρίνει.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εναέριο δίκτυο στον τόπο του ατυχήματος, είχε τρεις φάσεις χαμηλής τάσης, ήτοι 220 Volt, χωρίς να υπάρχουν διακλαδώσεις των γραμμών ή υπερκείμενη γραμμή μέσης τάσης, η δε κολόνα ήταν τσιμεντένια, όπως και η αντηρίδα. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, αρχικά υπήρχε χαμηλή επικινδυνότητα στον τόπο εργασίας από την εκτέλεση εργασιών υπό τάση, η οποία θα μειωνόταν με τον κατάλληλο εξοπλισμό.
Όσον αφορά δε την αναρρίχηση σε στύλο της ΔΕΗ για την εκτέλεση εργασιών, υπάρχουν τρεις τρόποι: τα πέδιλα, η σκάλα και το καλαθοφόρο όχημα. Στην επίδικη περίπτωση, χρησιμοποιήθηκε σκάλα, χωρίς να αποτελεί όμως τον ενδεδειγμένο τρόπο, σύμφωνα με τα ανωτέρω προβλεπόμενα στο νόμο, καθώς η χρήση της δεν ήταν σύντομη (15 - 30 λεπτά απαιτούνται κατά μέσο όρο για αυτήν την εργασία), ο δε κίνδυνος από αυτήν δεν ήταν χαμηλός, ενόψει του ότι η εργασία εκτελούνταν υπό τάση, το έδαφος που στηριζόταν η σκάλα, δεν ήταν σταθερό, καθώς ήταν χωμάτινο, ενώ δεν υπήρχε και σταθερό πεδίο εργασίας πάνω στη σκάλα, η οποία ήταν μάλιστα απλή και όχι από αυτές που κλειδώνουν γύρω από την κολόνα.
Αξιοσημείωτο είναι πώς ο θανών κατόρθωσε να αποσυνδέσει την οικιακή παροχή, αφού η σκάλα αναπτύχθηκε στα 6 μέτρα περίπου, ενώ η κολόνα έχει ύψος περίπου 8 μέτρα, ο δε θανών δεν είχε τοποθετήσει μεταλλικούς κοχλίες - προεξοχές στις εγκοπές που έχει ο τσιμεντένιος στύλος, προκειμένου να σχηματιστούν σκαλοπάτια για να αναρριχηθεί, ούτε βέβαια υπάρχει ισχυρισμός εκ μέρους των εναγομένων ότι διέθετε τέτοια μεταλλικά αντικείμενα για την εκτέλεση της εργασίας του και μάλιστα με τον ίδιο τρόπο αποξήλωσε άλλες πέντε με έξι οικιακές παροχές την ίδια ημέρα.
Άλλωστε, δεν διέθετε κανενός είδους εξοπλισμό, πέραν του ανωτέρω αναφερόμενου (γάντια μέχρι τον καρπό και μπότες), ούτε αποδείχθηκε ότι του παραδόθηκε άλλος εξοπλισμός ασφαλείας και ο θανών δεν τον έφερε κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Το ως άνω ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αν εξασφαλιζόταν ένα σταθερό δάπεδο εργασίας, όπου ο θανών θα μπορούσε να σταθεί και να εργαστεί με ασφάλεια, δηλαδή, ένα καλαθοφόρο όχημα, δεδομένου ότι:
Η εργασία που όφειλε να εκτελέσει διεξαγόταν μεσημεριανή ώρα (μετά τις 14.30) και ενώ ο καιρός ήταν ακόμη ζεστός, απαιτούνταν 15-30 λεπτά κατά μέσο όρο για την εκτέλεσή της, δηλαδή, χρόνος διόλου σύντομος, κατά τον οποίο ο εργαζόμενος έπρεπε να ισορροπεί στο προαναφερόμενο ύψος, πάνω σε απλή σκάλα και όχι σε σκάλα που κλειδώνει πάνω στην κολώνα, έχοντας εκτελέσει και άλλες τέτοιες εργασίες εντός της ημέρας, δηλαδή ενώ πλέον εργαζόταν σε συνθήκες σωματικής κόπωσης.
Έπρεπε δε να διασφαλιστεί, λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω δυσμενείς συνθήκες, ότι θα εργαζόταν, πατώντας σε σταθερό επίπεδο ακόμη και αν πριν την έναρξη των εργασιών είχε διακοπεί η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στον εν λόγω στύλο (σύμφωνα και με την από 20-11-2011 έκθεση αυτοψίας της Επιθεωρήτριας Ασφάλειας και Υγείας).
Επειδή μάλιστα, η συγκεκριμένη εργασία πραγματοποιήθηκε τελικά υπό τάση, χωρίς την διασφάλιση σταθερού δαπέδου εργασίας, για την αποφυγή κινδύνου ηλεκτροπληξίας, από την οποία και απεβίωσε ο εργαζόμενος, έπρεπε να του εξασφαλιστεί ο κατάλληλος εξοπλισμός, δηλαδή ειδικά γάντια, που φτάνουν μέχρι τον αγκώνα και όχι έως τον καρπό αφήνοντας γυμνό το υπόλοιπο χέρι, ή ειδικό μπουφάν, ώστε να εξαλειφόταν ο κίνδυνος της ηλεκτροπληξίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι χάνοντας την ισορροπία του, ελλείψει σταθερού επιπέδου, ακούμπησε με το γυμνό σημείο του αριστερού του χεριού, σε μία από τις τρείς φάσεις.
Οι πιο πάνω περιγραφόμενες πλημμέλειες οφείλονται στην αμέλεια του δεύτερου εναγομένου, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, ο οποίος, όφειλε να δίνει οδηγίες κατά την εκτέλεση του έργου για την ασφάλεια των εργαζομένων της επιχείρησής του, ώστε να μην ακολουθείται η ως άνω λανθασμένη εργασιακή πρακτική, η δε πρώτη εναγομένη - ανάδοχος του έργου και εργοδότρια του θανόντος ευθύνεται ως εκ τούτου, καθώς άλλωστε είχε και τη γενική επίβλεψη του έργου προγραμματίζοντας μάλιστα τις εργασίες, που θα εκτελούνταν.
Όπως όμως αποδείχθηκε η πρώτη εναγομένη εργοδότρια δια του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερου εναγομένου, προστήσασα την τρίτη εναγομένη υπεργολάβο στην εκτέλεση των εργασιών στις οποίες μετείχε ο θανών, απαιτούσε από την προστηθείσα να πιέζει τους εργαζόμενους να εντείνουν ακόμη περισσότερο τις δυνάμεις τους, χωρίς μάλιστα να αντισταθμίζει τον κίνδυνο που δημιουργούσε με την τήρηση αντίστοιχων μέτρων ασφαλείας για τους εργαζόμενους, επικαλούμενη, ότι δεν προχωρούσε το έργο.
Όχι μόνο δε όφειλε, αλλά και είχε τη δυνατότητα (τεχνική-οικονομική) να παρέχει όλον τον εξοπλισμό ασφαλείας στους εργαζόμενούς της, λαμβάνοντας υπόψη το μεγάλο εύρος των τεχνικών έργων που αναλάμβανε. Επιπλέον, το θανατηφόρο ατύχημα, δεν οφείλεται σε "υπόλοιπο" κινδύνου, κατά τον σχετικό λόγο έφεσης των 1ης και 2ουεναγομένων-εκκαλούντων, δηλαδή σε κίνδυνο που υπήρχε κατά την σύναψη της σύμβασης εργασίας, συναίνεσε σ' αυτόν ο εργαζόμενος και οι εν λόγω εναγόμενοι δεν μπορούσαν να εξαλείψουν.
Τούτο διότι η απώλεια της ισορροπίας εργαζομένου εναερίτη, ήταν από εκείνα τα συμβάντα, που μπορούσαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι να προβλέψουν και να αποτρέψουν τις συνέπειές του, όπως άλλωστε και η ηλεκτροπληξία, δεδομένου ότι αποτελούν τους κατ' αρχήν κινδύνους, που ελλοχεύουν σε κάθε τέτοια εργασία που πραγματοποιείται σε κολώνα της ΔΕΗ.
Η δε χρησιμοποίηση της τρίτης εναγομένης υπεργολάβου στην εκτέλεση του έργου και στην επίβλεψη των εργαζομένων της, σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί την ευθύνη της προστήσασας εργολάβου, και του δεύτερου εναγομένου, λαμβάνοντας υπόψη ότι με την ανάθεση της υπεργολαβίας η προστήσασα, πρώτη εναγομένη, επέκτεινε το πεδίο της επιχειρηματικής της δράσης, με σκοπό την διεύρυνση και των κερδών της, για τον λόγο δε τούτο φέρει ευθύνη για τον κίνδυνο και την ζημία που προέκυψε από την δραστηριότητα και των προσώπων που χρησιμοποίησε (3η-4ος εναγόμενοι).
Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη δεν ήταν πραγματική εργοδότρια του θανόντος, αλλά μόνο η τρίτη εναγομένη υπεργολάβος, όπως ισχυρίζονται οι πρώτη, δεύτερος και έκτος εναγόμενος - εκκαλούντες. Για τον λόγο δε αυτό, ότι δηλαδή η εναγομένη ήταν εργοδότριά του, και γενικά απασχολούσε η ίδια εργαζόμενους για την εκτέλεση του έργου που ανέλαβε, ασφαλίστηκε στην παρεπιμπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, όπως στην συνέχεια εκτίθεται, για τον κίνδυνο από εργατικό ατύχημα, ενώ επιπλέον ανέθεσε στον έκτο εναγόμενο ηλεκτρολόγο μηχανικό, κατά τα προαναφερόμενα, την επίβλεψη του έργου γενικά, αλλά και τον έλεγχο της τήρησης των μέτρων ασφαλείας στον χώρο εργασίας, ο οποίος και υπέγραφε κάτω από το κείμενο των υποδείξεων, αναφορικά με τα επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας.
Το ένδικο ατύχημα οφείλεται και στην αμέλεια του τέταρτου των εναγομένων, διαχειριστή εκ του καταστατικού της τρίτης ομόρρυθμης εναγόμενης εταιρείας - υπεργολάβου του έργου, ο οποίος επίσης όφειλε να δίνει οδηγίες για την ασφαλή εκτέλεση των εργασιών, πράγμα το οποίο εν προκειμένω δεν έπραξε, αντ' αυτού, πίεζε, κατ' εντολή της αναδόχου, τους εργαζόμενους και τον θανόντα, κατά τα προαναφερόμενα, να εντείνουν ακόμη περισσότερο τις δυνάμεις τους κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, ώστε να προχωρά ταχύτερα το έργο.
Η τρίτη εναγομένη - υπεργολάβος και προστηθείσα της πρώτης εναγομένης - εργοδότριας ευθύνεται, ως εκ τούτου, καθώς ανέλαβε την εκτέλεση του έργου και μάλιστα προβλέφθηκε ειδικά στην προαναφερόμενη από 24.1.11, σύμβαση υπεργολαβίας, ότι θα έφερε ευθύνη για την τήρηση των διατάξεων της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας του προσωπικού, που απασχολούσε η προστήσασα, εργολάβος, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης, ότι η ίδια δεν είχε με βάση την σύμβαση αυτή, καμία εξουσία και ευθύνη, αναφορικά με τους εργαζόμενους της εργολάβου.
Επιπλέον, το ατύχημα οφείλεται και στην αμέλεια του έκτου των εναγομένων - προστηθέντος, κατά τα προαναφερόμενα, της πρώτης, ο οποίος, ως επιβλέπων μηχανικός, και αρμόδιος να τηρεί το ημερολόγιο των μέτρων ασφαλείας, δεν άσκησε τη δέουσα επίβλεψη, δεν έδωσε σαφείς οδηγίες για την εργασία των εργαζόμενων "εναεριτών" σε σταθερό πεδίο, ούτε έλεγξε αν γίνεται χρήση του κατάλληλου εργασιακού εξοπλισμού εκ μέρους των εργαζομένων, απορριπτομένου του λόγου έφεσής του, ο οποίος επαναλαμβάνεται και με τους πρόσθετους λόγους, πως μόνη εργοδότρια του θανόντος ήταν η υπεργολάβος, με την οποία δεν τον συνέδεε σχέση πρόστησης, ότι για το συγκεκριμένο έργο δεν είχε αναλάβει ειδικά καθήκοντα, παρά μόνο διοικητικής φύσης, όπως παρακολούθηση εκτέλεσης της σύμβασης και επιμετρήσεις του έργου, ισχυρισμοί άλλωστε, οι οποίοι έρχονται σε πλήρη αντίφαση, με όσα στην συνέχεια υποστηρίζει, ότι δηλαδή πρώτιστο μέλημά του, ήταν, σύμφωνα με το ημερολόγιο του έργου, η τήρηση των μέτρων ασφαλείας και η σωστή χρήση από τους εργαζόμενους, των μέτρων ατομικής προστασίας (βλ.
σελ. 15 προσθέτων λόγων έφεσης). Η έβδομη εναγομένη εταιρία, και όγδοος εναγόμενος πολιτικός μηχανικός - τεχνικός ασφαλείας, προστηθείς της έβδομης, η οποία με την σειρά της είχε προστηθεί από την πρώτη εναγομένη -εργοδότρια, για την επίβλεψη της ασφάλειας των εργαζομένων, ευθύνονται για τον θάνατο του εργαζομένου, επειδή, ο μεν τεχνικός ασφαλείας, υπεύθυνος όπως προαναφέρθηκε, όχι μόνο για τα υπόγεια έργα αλλά για το σύνολο του έργου που ανέλαβε η ανάδοχος, επειδή δεν άσκησε την δέουσα επίβλεψη, καθώς όφειλε να δώσει σαφείς οδηγίες για την εργασία των εργαζόμενων "εναεριτών" σε σταθερό πεδίο και να διαπιστώσει τη μη χρήση του κατάλληλου εργασιακού εξοπλισμού, η δε έβδομη ΕΠΕ, επειδή ακριβώς ανέλαβε έναντι αμοιβής, την ασφάλεια των εργαζομένων της αναδόχου, στο σύνολο του έργου, χωρίς να επιμελείται ως όφειλε την τήρηση των όρων ασφαλούς εκτέλεσης των επιμέρους εργασιών, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου, του σχετικού λόγου έφεσης, ότι ανέλαβαν δυνάμει της σύμβασης με την πρώτη εναγομένη, μόνο την επίβλεψη τήρησης των μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων που απασχολούνταν στα υπόγεια έργα.
Για τον λόγο δε, ότι ήταν επιφορτισμένοι να επιβλέπουν το σύνολο του έργου, στο σχετικό ημερολόγιο επισκέψεων του 8ουεναγομένου, τεχνικού ασφαλείας, έξι ημέρες μετά το θανατηφόρο ατύχημα αναγράφηκαν τα εξής: "Πραγματοποιήθηκε η προγραμματισμένη επίσκεψη του Τεχνικού Ασφαλείας Κ. Γ. στους χώρους του εργοταξίου.
Σε εξέλιξη βρίσκονται εργασίες υποδομής επί των οδών ……και …… στο Δήμο …….. Ύστερα από τα δύο ατυχήματα που συνέβησαν στις 2/9 (το δεύτερο με τραγική κατάληξη) επισημάνθηκε ξανά στους εργαζόμενους η αναγκαιότητα της χρησιμοποίησης όλων των απαραίτητων μέτρων ατομικής προστασίας. Έγινε συζήτηση ενημέρωση με τους εργαζόμενους προς αποφυγή παρόμοιων περιστατικών.
Ο ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ (ακολουθεί υπογραφή κάτω από την σφραγίδα Κ.Γ.)". Οποιαδήποτε συμβολή (συνυπαιτιότητα) του θανόντος στην επέλευση του ατυχήματος, ουδόλως αποδείχθηκε, αντίθετα, με τον ελλιπή εξοπλισμό που διέθετε και κάτω από αντίξοες εργασιακές συνθήκες, προσπάθησε να φέρει σε πέρας την εργασία που του ανατέθηκε, προκειμένου άλλωστε να κρατήσει και την θέση εργασίας του.
Η παροχή ασφαλούς περιβάλλοντος εργασίας σε καμία περίπτωση δεν ήταν δική του ευθύνη, ούτε συναίνεσε ποτέ έστω και σιωπηρά στην επικίνδυνη εργασιακή πρακτική, που ακολουθούσε η εργοδότριά του και οι προστηθέντες της, αφού όπως προεκτέθηκε, το ένδικο ατύχημα δεν οφείλετο σε "υπόλοιπο κινδύνου", δηλαδή σε κίνδυνο που υπήρχε κατά την σύναψη της εργασιακής σύμβασης, στον οποίο συναίνεσε ο θανών, η δε εργοδότριά του δεν μπορούσε να εξαλείψει.
Οι δε εναγόμενοι, όφειλαν και μπορούσαν να αποτρέψουν το ατύχημα, ωστόσο, παρεκκλίνοντας σημαντικά από την συμπεριφορά του μέσου επιμελούς εργοδότη-επιχειρηματία, ειδικά η πρώτη και δεύτερος των εναγομένων και αδιαφορώντας πλήρως για την ασφάλεια των εργαζομένων τους, δεν φρόντισαν να εξασφαλίζεται ανά πάσα στιγμή ασφαλές περιβάλλον εργασίας, γνωρίζοντας ότι ειδικά η εργασία του "εναερίτη" ενέχει πλήθος κινδύνων.
Χαρακτηριστικό της βαριάς αμέλειας που επέδειξαν είναι ότι και με την έφεσή τους, υποστηρίζουν πως (η πρώτη και δεύτερος εναγόμενοι) δεν ήταν υπεύθυνοι για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας, αλλά μόνο οι προστηθέντες τους, ότι το θύμα μόνο τύποις ήταν εργαζόμενός τους, ειδικά μάλιστα ο δεύτερος εναγόμενος, ότι, έχοντας αναλάβει, 20 μεγάλα τεχνικά έργα ταυτόχρονα, να παραδώσει, ήταν αδύνατο να επιβλέπει την τήρηση μέτρων ασφαλείας.
Αποδείχθηκε επίσης, ότι ο θανών κατά τον χρόνο του θανάτου του ήταν 34 ετών, έγγαμος με την πρώτη ενάγουσα, είχε δύο ανήλικα παιδιά την Ε.και Β. που εκπροσωπούνται στην παρούσα δίκη από την μητέρα τους και γεννήθηκαν την 28-7-2005 και την 15-10-2010, η μόνη οικονομική τους δύναμη ήταν ο μισθός του θανόντος πατέρα τους και κάποια πολύ χαμηλά εισοδήματα από μία ατομική επιχείρηση που διατηρούσε τα Σαββατοκύριακα, ενώ η μητέρα τους, επιφορτισμένη πλέον μόνη, με την ανατροφή τους, δεν διαθέτει εισοδήματα.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι, οι δεύτερη και τρίτος των εναγόντων είναι οι γονείς του αποβιώσαντος, ο τέταρτος ενάγων είναι ο αδελφός του και οι πέμπτος και έκτη των εναγόντων είναι οι γονείς της συζύγου του (πεθεροί). Όλοι οι ενάγοντες διατηρούσαν ιδιαίτερες σχέσεις στοργής και αγάπης με τον αποθανόντα συγγενή τους και δοκίμασαν βαθύτατη θλίψη από τον αιφνίδιο και βίαιο θάνατό του (τα δε ανήλικα τέκνα, λόγω της μικρής ηλικίας τους, θα συνειδητοποιήσουν την απώλεια του πατέρα τους στο μέλλον).
Επομένως, για την άμβλυνση της ψυχικής τους οδύνης, οι ενάγοντες δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Λαμβανομένων υπόψη των οικογενειακών δεσμών των εναγόντων με τον αποβιώσαντα, την ηλικία του τελευταίου κατά το χρόνο του θανάτου του (34 ετών), την υπαιτιότητα και την ευθύνη των εναγομένων, όλων των συνθηκών του επίμαχου ατυχήματος και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, ιδίως, αναφορικά με την σύζυγο και τις κόρες του θανόντος, ότι δεν διαθέτουν οικονομικές δυνάμεις και ήταν απόλυτα εξαρτημένες από το εισόδημα του συζύγου και πατέρα τους, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων, θα πρέπει να οριστεί για την πρώτη ενάγουσα στο ποσό των 74.000 ευρώ, ενώ για λογαριασμό των δύο τέκνων της στο ποσό των 58.000 ευρώ για καθένα από αυτά, για καθέναν από τους δεύτερη και τρίτο ενάγοντες στο ποσό των 45.000 ευρώ, για τον τέταρτο ενάγοντα στο ποσό των 10.000 ευρώ, και για καθέναν από τους πέμπτο και έκτη των εναγόντων στο ποσό των 2.000 ευρώ, ποσά τα οποία είναι ανάλογα με τις οικονομικές δυνάμεις των εναγομένων, αλλά και με το επελθόν αποτέλεσμα, (θάνατος του εργαζομένου), έτσι ώστε να μην είναι ούτε υπέρμετρο, ώστε να εξαντλεί οικονομικά τους υπόχρεους, ούτε ευτελές, ώστε να υποβαθμίζεται η αξία του ανθρώπου (ΑΠ 88/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ)".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά τις υπ' αριθμ. 1, 2, 3 και 5 εφέσεις των οκτώ πρώτων των εναγομένων και τους πρόσθετους λόγους της πρώτης, δεύτερης και πέμπτης έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και συνεκδίκασε τις υπ' αριθμ.
κατ. 8128/2016 κύρια αγωγή και υπ' αριθμ. κατ. 9081/2016 παρεμπίπτουσα αγωγή. Ακολούθως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους, πρώτη έως και όγδοο, εις ολόκληρο τον καθένα, να καταβάλουν στον καθένα των εναγόντων τα προαναφερόμενα ποσά και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή και την υπ' αριθμ. 4 έφεση, ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926, 932, 298, 330 του ΑΚ και 1 και 16 του Ν. 551/1915, 7 και 11 ΠΔ 17/1996, 3, 4, 6, 9 του ΠΔ 395/1994, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 288 και 662 του ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αφού με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές αυτής θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσειόντων.
Ειδικότερα η παράνομη συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου, Σ. Γ., προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης εναγομένης Τ. ΑΕ (ήδη αναιρεσειόντων), θεμελιώνεται στην από αμέλεια παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας του μέσου συνετού συναλλασσομένου και συγκεκριμένα της απορρέουσας από τα άρθρα 662 και 288 ΑΚ γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη για τις συνθήκες ασφαλούς παροχής της εργασίας του αναιρεσίβλητου, με βάση τις επικρατούσες συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις σε συνδυασμό με τις απορρέουσες από τα άρθρα 7 και 11 Π.Δ. 17/1996, 3, 4, 6 και 9 ΠΔ 395/1994 και 4.1.1.
και 4.1.2 του παραρτ.
ΙΙ του ως άνω Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ΠΔ 155/2004, ειδικότερες υποχρεώσεις αυτού για την παροχή του κατάλληλου εξοπλισμού, ούτως ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στην υγεία ή τη ζωή του τελευταίου, συνισταμένη στην, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) μη εξασφάλισης ενός σταθερού δαπέδου εργασίας, όπου ο θανών θα μπορούσε να σταθεί και να εργαστεί με ασφάλεια, δηλαδή, ένα καλαθοφόρο όχημα, β) μη εξασφάλισης του κατάλληλου εξοπλισμού με ειδικά γάντια που φτάνουν μέχρι τον αγκώνα και όχι έως τον καρπό που αφήνουν γυμνό το υπόλοιπο χέρι ή με ειδικό μπουφάν, ώστε να εξαλειφθεί ο κίνδυνος ηλεκτροπληξίας.
Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της κατά τα άνω παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (θάνατος του εργαζόμενου) θεμελιώνεται στην κατά τα άνω συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας (ήδη αναιρεσειόντων) κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού ο εργαζόμενος χάνοντας την ισορροπία του, ελλείψει σταθερού δαπέδου, ακούμπησε με το γυμνό σημείο του αριστερού του χεριού, σε μια από τις τρεις φάσεις του ηλεκτρικού ρεύματος.
Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι εν λόγω παραλείψεις αποτέλεσαν πράγματι και την αιτία του θανάτου του οικείου των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν ελέγχεται αναιρετικά. Περαιτέρω δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης α) η μνεία περί του εάν υφίστατο διαθέσιμο και δεν χορηγήθηκε καλαθοφόρο όχημα ή αν δεν υφίστατο καθόλου, β) εάν υφίσταντο και δεν διατέθηκαν ειδικά γάντια που φθάνουν μέχρι τον αγκώνα ή ειδικό μπουφάν ή εάν δεν υφίσταντο καθόλου ή εάν όλα αυτά, ενώ υπήρχαν απαγορεύτηκε από το δεύτερο αναιρεσίβλητο για κάποιο λόγο η χρήση τους, αφού κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είχε εξασφαλιστεί στον εργαζόμενο ο προαναφερόμενος κατάλληλος εξοπλισμός, χωρίς να ενδιαφέρει εάν υπήρχε ή όχι ο εξοπλισμός αυτός στο εργοτάξιο της πρώτης αναιρεσείουσας.
Κατά συνέπεια οι επικαλούμενες ως άνω ελλείψεις δεν στοιχειοθετούν ανεπάρκεια αιτιολογίας κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Οι δε λοιπές αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξηγεί α) γιατί "όταν μεσολαβούν τόσοι ειδικοί και επί τόπου του έργου άνθρωποι με καθορισμένες ιδιότητες και ειδικότητες ο καθένας, η ευθύνη της πρώτης από εμάς και ιδίως του δευτέρου από εμάς (ως εργολάβων προστησάντων) θα μπορούσε να απορρέει μόνον από συγκεκριμένες ειδικές πράξεις ή παραλείψεις τους και μάλιστα φθάνοντας στα όρια της ενσυνείδητης αμέλειας ή του ενδεχόμενου δόλου", β) ούτε το λόγο για τον οποίο συνδέει την εντατικοποίηση της εργασίας με τη μη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για ανεπάρκεια, αλλά πραγματικά επιχειρήματα υπέρ των απόψεων των αναιρεσιβλήτων.
Τέλος η αιτίαση σχετικά με την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης ως προς τη συνδρομή ή μη συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες απέρριψε τη σχετική ένσταση συνυπαιτιότητας που είχαν προβάλει (όλοι) οι εναγόμενοι.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναφέρει κατά λέξη "Οποιαδήποτε συμβολή (συνυπαιτιότητα) του θανόντος στην επέλευση του ατυχήματος, ουδόλως αποδείχθηκε, αντίθετα, με τον ελλιπή εξοπλισμό που διέθετε και κάτω από αντίξοες εργασιακές συνθήκες, προσπάθησε να φέρει σε πέρας την εργασία που του ανατέθηκε, προκειμένου άλλωστε να κρατήσει και την θέση εργασίας του.
Η παροχή ασφαλούς περιβάλλοντος εργασίας σε καμία περίπτωση δεν ήταν δική του ευθύνη, ούτε συναίνεσε ποτέ έστω και σιωπηρά στην επικίνδυνη εργασιακή πρακτική, που ακολουθούσε η εργοδότριά του και οι προστηθέντες της, αφού όπως προεκτέθηκε, το ένδικο ατύχημα δεν οφείλετο σε "υπόλοιπο κινδύνου", δηλαδή σε κίνδυνο που υπήρχε κατά την σύναψη της εργασιακής σύμβασης, στον οποίο συναίνεσε ο θανών, η δε εργοδότριά του δεν μπορούσε να εξαλείψει.
Οι δε εναγόμενοι, όφειλαν και μπορούσαν να αποτρέψουν το ατύχημα, ωστόσο, παρεκκλίνοντας σημαντικά από την συμπεριφορά του μέσου επιμελούς εργοδότη-επιχειρηματία, ειδικά η πρώτη και δεύτερος των εναγομένων και αδιαφορώντας πλήρως για την ασφάλεια των εργαζομένων τους, δεν φρόντισαν να εξασφαλίζεται ανά πάσα στιγμή ασφαλές περιβάλλον εργασίας, γνωρίζοντας ότι ειδικά η εργασία του "εναερίτη" ενέχει πλήθος κινδύνων".
Επισημαίνεται δε, σε κάθε περίπτωση, ότι όταν το ζημιογόνο γεγονός οφείλεται σε περισσότερες παράνομες πράξεις ή παραλείψεις περισσοτέρων προσώπων εκ των οποίων προκλήθηκε αιτιωδώς η ζημία, όπως δέχθηκε ανελέγκτως η προσβαλλόμενη απόφαση ότι συνέβη κατά την επέλευση του συγκεκριμένου θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος, έκαστος των συναιτίων ευθύνεται εις ολόκληρο έναντι του ζημιωθέντος για ολόκληρη τη ζημία αυτού, ακόμη και στην περίπτωση που δεν μπορεί να διακριβωθεί ποία συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη προκάλεσε τη ζημία ή ποίο το ποσοστό συμβολής της.
Ούτε μπορεί να γίνει λόγος ότι το συγκεκριμένο ατύχημα οφειλόταν σε "υπόλοιπο κινδύνου", ήτοι στους μη δυναμένους ν' αποκλεισθούν εντελώς κινδύνους ηλεκτροπληξίας, ως αναπόσπαστα συνδεδεμένους με το περιεχόμενο της εργασίας του θανόντος, τους οποίους αυτός σιωπηρά αποδέχθηκε με την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας του με την πρώτη αναιρεσείουσα, καθότι τούτο προϋποθέτει αναγκαίως πλήρη συμμόρφωση του εργοδότη προς τις υφιστάμενες νομοθετικές ρυθμίσεις για την προστασία της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων (παροχή αναγκαίου εξοπλισμού κλπ), ενώ κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν είχε εξασφαλισθεί στον θανόντα ο προβλεπόμενος από το νόμο κατάλληλος εξοπλισμός, από υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων.
Τέλος δεν συνιστά αντίφαση η χρήση της λέξης "εναερίτη" από την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα εντός εισαγωγικών (βλ. σελ. 34 προσβαλλομένης), διότι η χρήση της λέξης αυτής δεν αφορά προφανώς την ειδική κατηγορία εργαζομένων της ΔΕΗ που απασχολούνται σε μεγάλα ύψη κατά την τοποθέτηση, συντήρηση ή επισκευή αγωγών υψηλής τάσης, αλλά χρησιμοποιήθηκε προκειμένου ν' αποδοθεί από το δικαστήριο της ουσίας συνοπτικά η εργασία του θανόντος επί φορητής αρθρωτής κλίμακας, που ακούμπησε σε τσιμεντένιο στύλο της ΔΕΗ και στην οποία είχε αυτός ανεβεί κατά το χρόνο του ατυχήματος, η οποία άλλωστε (εργασία) σαφώς περιγράφεται στην απόφαση.
Επομένως ο περί του αντίθετου πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο δεύτερο και τελευταίο σκέλος αυτού, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος. 5. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (ΑΠ 1424/2017, 120/2011, 1131/2007).
Εν προκειμένω, με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατέληξε στην καθοριστική για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος παραδοχή με την "αποδοχή πραγμάτων ως αληθινών χωρίς απόδειξη (559.10).
Δηλονότι οι παραδοχές τύπου "πίεζε", "δεν παρείχε γάντια μακριά", "δεν παρείχε μπουφάν", "δεν παρείχε καλαθοφόρο" κι αυτό ασχέτως αν απαιτείτο ή όχι, δεν στηρίχθηκαν σε αποδείξεις που θα τεκμηρίωναν την τελικώς μεγάλη αδιαφορία που μας καταλόγισε και μάλιστα προσωπικά η προσβαλλόμενη απόφαση". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην ως άνω παραδοχή του, και συνακολούθως στο αποδεικτικό πόρισμά του περί της μερικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής καταψηφίσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, από την συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ` αυτήν, και δη των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων, των ενόρκων βεβαιώσεων και των παρά των διαδίκων νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντων εγγράφων.
Περαιτέρω, ο αυτός αναιρετικός λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, που πλήττουν την εκτίμηση του περιεχομένου και της αποδεικτικής ισχύος των προαναφερομένων μαρτυρικών καταθέσεων, τυγχάνει απαράδεκτος, διότι η σχετική κρίση του Εφετείου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
6. Κατά τον αριθμό 11 β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο: α) να αναφέρεται ο ισχυρισμός, προς απόδειξη ή αναταπόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη το αποδεικτικό μέσο και η επίδρασή του στο διατακτικό, β) να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του, γ) να καθορίζεται το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού, δ) να εξειδικεύεται ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ε) να παρατίθεται οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 77/2009, 324/2009, ΑΠ 1202/2011, ΑΠ 1665/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι, παντελώς αόριστα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, χωρίς περαιτέρω να προσδιορίζουν ποιες είναι οι αποδείξεις αυτές.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού οι αναιρεσείοντες παραλείπουν παντελώς να αναφέρουν τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που είναι απαραίτητα για το ορισμένο της προβολής του. 7. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ.
ΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (Ολ.
ΑΠ 8/2016, Ολ. ΑΠ 2/2008). Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (Ολ.
ΑΠ 8/2016, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 204/2017, 1185/2010, ΑΠ 1855/2006). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον από τον αριθμό 11 γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πέμπτο σκέλος αυτού, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της, α) το σχέδιο ασφάλειας και υγείας της ΔΕΗ σε Ηλεκτρολογικές εργασίες (Αθήνα 2011, Β' Έκδοση), β) την επίσημη οδηγία της ΔΕΗ με αντικείμενο τη "ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΥΠΟ ΜΕΣΗ ΤΑΣΗ", γ) αντίγραφα των υπ' αριθμ. 2306/1999, 2310/1999 και 2311/1999 αδειών ηλεκτροτεχνίτη ειδικότητας ΣΤ' εναερίων δικτύων του θανόντος Θ.
Σ., δ) αντίγραφο της από 25.1.2011 Αναγγελίας Πρόσληψης του θανόντος Θ. Σ., την οποία υπέβαλε στο ΙΚΑ η υπεργολάβος "Γ. Α. και Σία Ο.Ε., στις 25.1.2011 και ε) αντίγραφο του ατομικού λογαριασμού Ασφάλισης του θανόντος στο ΙΚΑ, σε συνδυασμό με τις μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που περιέχονταν στην με αριθμ. 2629/2018 απόφαση αυτού, τα οποία αυτοί είχαν επικαλεσθεί με τις προτάσεις τους και προσκόμισαν τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι αυτοί ενήργησαν σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες της ΔΕΗ ως προς τη "ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΥΠΟ ΜΕΣΗ ΤΑΣΗ".
Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση, περί επανεκτίμησης "από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου, όλα τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα . . .", σε συνδυασμό με το όλο χωρίς αντιφάσεις και ανεπάρκειες σαφές περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όλα τα προαναφερθέντα έγγραφα και δεν τα αγνόησε.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, ως προς το πέμπτο σκέλος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 8. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2496/1997, με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση), κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 εδ.
α` του ίδιου νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του, για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη, ενώ κατά τη διάταξη του εδ. β` αυτού, που αφορά μόνο τις καλούμενες δαπάνες απόκρουσης των απαιτήσεων (ΑΠ 921/2009), δεν παρέχεται κάλυψη, αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις προκλήθηκαν από δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου.
Ακολούθως, με την παρ. 5 του άρθρου 7 του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ στην παρ. 6 εδ (α) του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.
Ειδικότερα, η δυνατότητα διεύρυνσης, με την ασφαλιστική σύμβαση, των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την "κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων", πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρ. 33§1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο στον ίδιο νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων του ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ` αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων, παρά μόνο να διευρυνθούν.
Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013).
Αντίθετα, στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν, κατά περίπτωση, να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.
Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρ.33 παρ. 1 του ν. 2496/1997 είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ` αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο ν. 2496/1997.
Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρ. 7§6 του ν. 2496/1997 η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού (2496/1997), που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ` αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών.
Κατά συνέπεια, ως απαλλακτική ρήτρα, μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων και η απόκλιση από το βαθμό της υπαιτιότητας στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, έτσι ώστε με συμφωνία των μερών ο ασφαλιστής να απαλλάσσεται από την καταβολή του ασφαλίσματος, όχι μόνο όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε από δόλο ή βαριά αμέλεια των αναφερόμενων στην παράγραφο 5 του άρθρου 7 του ν. 2496/1997 προσώπων, αλλά και όταν προκλήθηκε από ελαφριά αμέλειά τους.
Επομένως, η παραπάνω απαλλακτική ρήτρα, η οποία αποτελεί ευχέρεια παρεχόμενη από το άρθρ. 7§6 του ν. 2496/1997, δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρ. 33§1 του νόμου αυτού. Η ίδια εξ άλλου ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ` εαυτής στη ρύθμιση του άρθρ. 2§8 ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρ. 13§3 του αυτού ασφαλιστικού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρ. 7§6 του παραπάνω νόμου (Ολ.
ΑΠ 18/2015, 19/2015). Ενόψει των εκτεθέντων, προκειμένου περί ασφάλισης αστικής ευθύνης, κατά την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 25 ν. 2496/1997, η οποία αποτελεί είδος της ασφάλισης ζημιών, η ασφάλιση καλύπτει την ευθύνη του ασφαλισμένου έναντι των αξιώσεων οποιουδήποτε τρίτου στα όρια του ασφαλιστικού κινδύνου (ΑΠ 883/2015).
Σε περίπτωση, που ο λήπτης της ασφάλισης και ασφαλισμένος ενεργεί τη σύμβαση για επαγγελματικούς λόγους, επιτρέπεται ο συμβατικός περιορισμός των δικαιωμάτων του (άρθρ. 33 παρ. 1 ν. 2496/1997).
Συνεπώς, είναι επιτρεπτό στο ασφαλιστήριο να περιοριστεί η κάλυψη μόνο σε περιπτώσεις ευθύνης από ελαφρά αμέλεια ή μόνο σε αντικειμενική ευθύνη, χωρίς πταίσμα ή να συμφωνηθεί αντίστοιχα απαλλαγή του ασφαλιστή, ακόμη και αν η πραγματοποίηση του ασφαλισμένου κινδύνου οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια του ασφαλισμένου. 9.
Με το δεύτερο από το αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του "που δέχθηκε ως νόμιμη την ένσταση απαλλαγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και ως έγκυρο και ουσιαστικά βάσιμο τον επίμαχο και με το συγκεκριμένο περιεχόμενο όρο της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ ημών και αυτής εσφαλμένα ερμήνευσε αλλά και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 25, 33 και 7 παρ. 5 και 6 του Ν. 2496/1997 σε συνδυασμό με τα άρθρα 330 εδ.β', 332 και 334 ΑΚ και γι αυτό πρέπει να αναιρεθεί η απόφασή του κατ' άρθρο 559.1α ΚΠολΔ".
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, αναφορικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή, το Μονομελές Εφετείο, δέχτηκε τα παρακάτω κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Τέλος, αποδεικνύεται ότι με το υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ασφάλισε την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, της πρώτης εναγομένης στο επίδικο έργο, από 1.12.2010 μέχρι 1.12.2013. Σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου αυτού, η ασφαλιστική εταιρεία θα αποζημίωνε την ασφαλιζόμενη εταιρεία για όποιο ποσό αυτή θα καθίστατο υπεύθυνη κατά νόμο να καταβάλει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας, μεταξύ άλλων, θανάτου λόγω εργατικού ατυχήματος.
Η παρεπιμπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία δήλωσε παραδεκτά πρωτοδίκως, με αναφορά στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (ένσταση εξαίρεσης και μη υποχρέωσης...) ανάπτυξη στις έγγραφες προτάσεις της και επαναφορά στο παρόν δικαστήριο με τις έγγραφες προτάσεις, τον ισχυρισμό ότι, βάσει ρητού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, δεν υποχρεούται να καταβάλει στην παρεπιμπτόντως ενάγουσα το ασφάλισμα, λόγω βαριάς αμέλειας της τελευταίας, στην επέλευση του κινδύνου κατά την εκτέλεση του επίδικου έργου.
Ο ισχυρισμός αυτός, που είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ και 1 παρ. 2 του Ν. 2496/1997, συνιστά ένσταση και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και από ουσιαστική άποψη. Τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε σύμφωνα με ειδικό όρο του παραπάνω συμβολαίου (άρθρο 5 κεφ. Β περ. 1 γενικών όρων), δεν καλύπτεται η αστική ευθύνη του ασφαλιζομένου και ο ασφαλιστής δεν έχει καμία υποχρέωση για αποζημίωση τρίτων από τα ζημιογόνα γεγονότα που προκλήθηκαν από δόλο ή βαριά αμέλεια του συμβαλλομένου ή των νομίμων εκπροσώπων του ή των εκπροσώπων ή τρίτων, στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης.
Στην επίδικη περίπτωση, όπως προκύπτει και από τα παραπάνω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, ο θανάσιμος τραυματισμός του εργαζομένου, οφείλεται στην πλημμελή τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων της αναδόχου, από τις εργασίες πάνω σε στύλο και δη, στην βαριά αμέλεια του νόμιμου εκπροσώπου της, ο οποίος, όπως και οι προστηθέντες της, δεν εξασφάλισαν σταθερό πεδίο εργασίας στον θανόντα, ήτοι σταθερή στήριξη του, ούτε φρόντισαν για τον εφοδιασμό του με τον απαραίτητο εξοπλισμό ασφαλείας, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα ανωτέρω, παραλείψεις, που συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του επίμαχου θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος και μάλιστα, ενώ είχε προηγηθεί και άλλο ατύχημα στο ίδιο έργο. 'Όπως άλλωστε και ο ίδιος ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναδόχου, εκθέτει στην έφεσή του, επειδή στα πλαίσια της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ασχολούνταν με πλήθος μεγάλων τεχνικών έργων στην επικράτεια, δεν ήταν υποχρεωμένος να ασχολείται και με το ζήτημα της ασφάλειας των εργαζομένων της επιχείρησής του.
Η συμπεριφορά του δε αυτή, η οποία παρεκκλίνει σε πολύ μεγάλο βαθμό, από την συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου και του επαγγελματία του κύκλου του (βαριά αμέλεια), φανερώνει πλήρη αδιαφορία του για τα παράνομα, σε βάρος τρίτων, αποτελέσματα, της συμπεριφοράς του (ΑΠ 1039/2009). Επιπλέον, τον ως άνω απαλλακτικό όρο, ο οποίος συμφωνήθηκε έγκυρα, αφού πρόκειται για ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου, κατά τα αναφερόμενα και στη νομική σκέψη της παρούσας, γνώριζε η ασφαλιζόμενη ανάδοχος εταιρία και αποδέχθηκε κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Κατά συνέπεια, δεν καλύπτεται από την προαναφερόμενη ασφαλιστική σύμβαση η αστική ευθύνη της παρεμπιπτόντως ενάγουσας για τη χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων, δεκτής γενομένης ως ουσία βάσιμης της ένστασης της παρεμπιπτόντως εναγομένης περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος και απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης των παρεπιμπτόντως εναγόντων, ως ουσιαστικά αβάσιμου" Κατ' ακολουθίαν αυτών το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι η παρεμπίπτουσα αγωγή, η οποία ασκήθηκε μετά από προσεπίκληση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας σε αναγκαστική παρέμβαση, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως ορθά είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25, 33 και 7 παρ. 5 και 6 του Ν. 2496/1997 σε συνδυασμό με τα άρθρα 330 εδ.β', 332 και 334 ΑΚ, αφού, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη έγκυρα συμφωνήθηκε ο ανωτέρω απαλλακτικός όρος, εφόσον πρόκειται για ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου, τον γνώριζε η ασφαλιζόμενη ανάδοχος εταιρία και τον αποδέχτηκε κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που προβάλλονται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1, του Κ.ΠολΔ, ότι δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 7 § 5 και 25 του Ν. 2496/1997 υπερισχύουν εκείνης του άρθρου 7 § 6 του ιδίου νόμου είναι αβάσιμες. 10. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατέληξε στην καθοριστική για την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος παραδοχή, αναφορικά με την ένσταση εξαίρεσης από την ασφάλιση, βάσει ρητού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, με την αποδοχή πραγμάτων ως αληθινών χωρίς απόδειξη.
Ειδικότερα ισχυρίζονται κατά λέξη ότι ". . .Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ανέφερε καν τι έλεγε ο συγκεκριμένος όρος. Επομένως με το που δέχθηκε ως νόμιμη την ένσταση της ασφαλιστικής εταιρίας, δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και κατέστησε αναιρετέα κατά τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ". Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως το ακριβές περιεχόμενό της αναφέρθηκε στην έρευνα του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, προκύπτει ότι αυτή (απόφαση) έλαβε υπόψη της το υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που προσκομίστηκε από όλα τα διάδικα μέρη και με ρητή αναφορά στον ειδικό όρο του παραπάνω συμβολαίου (άρθρο 5 κεφ. Β περ. 1 γενικών όρων), δέχθηκε την ένσταση απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρίας από την υποχρέωση πληρωμής του ασφαλίσματος λόγω πληρώσεως απαλλακτικής αιρέσεως που περιέχεται στην ασφαλιστική σύμβαση, που παραδεκτά είχε προτείνει η ασφαλιστική εταιρία.
Επομένως ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε ων νόμιμη την ένσταση απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρίας από την πληρωμή του ασφαλίσματος, χωρίς απόδειξη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 11.
Από τη διάταξη του άρθρου 330 εδ. β` ΑΚ με την οποία ορίζεται, ότι αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές προκύπτει, ότι αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος καταβάλλει εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου του, διακρίνεται δε η αμέλεια, εκτός των άλλων σε ελαφρά και βαριά.
Γενικώς, η αμέλεια μπορεί να χαρακτηριστεί ως βαριά, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα εις βάρος τρίτων αποτελέσματα της συμπεριφοράς του. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη βαριάς αμέλειας, που είναι αόριστη νομική έννοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, μόνο ως προς το αν με βάση τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση η αμέλεια είναι βαριά, όχι δε και ως προς το αν είναι ή όχι ορθή η εκτιμητική από τις αποδείξεις κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των περιστατικών αυτών (ΑΠ 92/2005, ΑΠ 2193/2007, ΑΠ 1039/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ενδιαφέρον εν προκειμένω κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Τέλος, αποδεικνύεται ότι με το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ασφάλισε την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, της πρώτης εναγομένης στο επίδικο έργο, από 1-12-2010 μέχρι 1-12-2013.
Σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου αυτού, η ασφαλιστική εταιρεία θα αποζημίωνε τη ασφαλιζόμενη εταιρεία για όποιο ποσό αυτή θα καθίστατο υπεύθυνη κατά νόμο να καταβάλει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας, μεταξύ άλλων, θανάτου λόγω εργατικού ατυχήματος. Η παρεπιμπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία δήλωσε παραδεκτά πρωτοδίκως, με αναφορά στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (ένσταση εξαίρεσης και μη υποχρέωσης...) ανάπτυξη στις έγγραφες προτάσεις της και επαναφορά στο παρόν δικαστήριο με τις έγγραφες προτάσεις, τον ισχυρισμό ότι, βάσει ρητού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, δεν υποχρεούται να καταβάλει στην παρεπιμπτόντως ενάγουσα το ασφάλισμα, λόγω βαριάς αμέλειας της τελευταίας, στην επέλευση του κινδύνου κατά την εκτέλεση του επίδικου έργου.
Ο ισχυρισμός αυτός, που είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ και 1 παρ. 2 του Ν. 2496/1997, συνιστά ένσταση και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και από ουσιαστική άποψη. Τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε σύμφωνα με ειδικό όρο του παραπάνω συμβολαίου (άρθρο 5 κεφ. Β περ. 1 γενικών όρων), δεν καλύπτεται η αστική ευθύνη του ασφαλιζομένου και ο ασφαλιστής δεν έχει καμία υποχρέωση για αποζημίωση τρίτων από τα ζημιογόνα γεγονότα που προκλήθηκαν από δόλο ή βαριά αμέλεια του συμβαλλομένου ή των νομίμων εκπροσώπων του ή των εκπροσώπων ή τρίτων, στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης.
Στην επίδικη περίπτωση, όπως προκύπτει και από τα παραπάνω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, ο θανάσιμος τραυματισμός του εργαζομένου, οφείλεται στην πλημμελή τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων της αναδόχου, από τις εργασίες πάνω σε στύλο και δη, στην βαριά αμέλεια του νόμιμου εκπροσώπου της, ο οποίος, όπως και οι προστηθέντες της, δεν εξασφάλισαν σταθερό πεδίο εργασίας στο θανόντα, ήτοι σταθερή στήριξή του, ούτε φρόντισαν για τον εφοδιασμό του με τον απαραίτητο εξοπλισμό ασφαλείας, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα ανωτέρω, παραλείψεις, που συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του επίμαχου θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος και μάλιστα, ενώ είχε προηγηθεί και άλλο ατύχημα στο ίδιο έργο. 'Όπως άλλωστε και ο ίδιος ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναδόχου, εκθέτει στην έφεσή του, επειδή στα πλαίσια της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ασχολούνταν με πλήθος μεγάλων τεχνικών έργων στην επικράτεια, δεν ήταν υποχρεωμένος να ασχολείται και με το ζήτημα της ασφάλειας των εργαζομένων της επιχείρησής του.
Η συμπεριφορά του δε αυτή, η οποία παρεκκλίνει σε πολύ μεγάλο βαθμό, από την συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου και του επαγγελματία του κύκλου του (βαριά αμέλεια), φανερώνει πλήρη αδιαφορία του για τα παράνομα, σε βάρος τρίτων, αποτελέσματα, της συμπεριφοράς του (ΑΠ 1039/2009). Επιπλέον, τον ως άνω απαλλακτικό όρο, ο οποίος συμφωνήθηκε έγκυρα, αφού πρόκειται για ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου, κατά τα αναφερόμενα και στη νομική σκέψη της παρούσας, γνώριζε η ασφαλιζόμενη ανάδοχος εταιρία και αποδέχθηκε κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Κατά συνέπεια, δεν καλύπτεται από την προαναφερόμενη ασφαλιστική σύμβαση η αστική ευθύνη της παρεμπιπτόντως ενάγουσας για τη χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων, δεκτής γενομένης ως ουσία βάσιμης της ένστασης της παρεμπιπτόντως εναγομένης περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος και απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης των παρεπιμπτόντως εναγόντων, ως ουσιαστικά αβάσιμου".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβίασε αφενός μεν ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 5 και 6 του ν. 2496/1997 και 330 εδ. β' του ΑΚ, αφού δέχθηκε ότι η χορήγηση γαντιών μέχρι των καρπό και όχι μέχρι τον αγκώνα και η χορήγηση πτυσσόμενης σκάλας και όχι καλαθοφόρου οχήματος συνιστά βαριά αμέλεια, θεωρώντας ότι η συμπεριφορά αυτή παρεκκλίνει σημαντικά από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου, είναι ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δευτέρου αναιρεσείοντος για τα παράνομα εις βάρος τρίτων αποτελέσματα της συμπεριφοράς του, αφετέρου δε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του βαθμού της αμέλειας του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας στην επέλευση του απαλλακτικού όρου.
Ειδικότερα, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, κατ' εντολή του προέδρου της, α) σύναψε σύμβαση παροχής τεχνικού ασφαλείας με την εταιρία Περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Γ. Ε. Υ. Π. Β. Ε. "Π. Κ. Α." ΕΠΕ" και το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Γ. Κ. (7η και 8ο των αρχικώς εναγομένων) με αντικείμενο την έναντι αμοιβής παροχή συμβουλών για την προστασία, πρόληψη και ασφάλεια των συνολικά σαράντα εργαζομένων στην σχετική εργολαβία της ΔΕΗ, στην οποία αναδείχθηκε η πρώτη αναιρεσείουσα ανάδοχος του διαγωνισμού, β) είχε ορίσει το Δ.
Σ. (6ο των αρχικώς εναγομένων) επιβλέποντα μηχανικό, ως τεχνικό σύμβουλο στην αρμοδιότητα του οποίου περιλαμβάνονταν η οργάνωση και επίβλεψη των εργοταξίων, γ) με έγγραφη σύμβαση ανέθεσε με όλες τις συναφείς εξουσίες την παραπέρα -τοπική στη συγκεκριμένη περιοχή - εκτέλεση του έργου (υπεργολαβία) στην εταιρία "Γ.
Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", (3η των αρχικώς εναγομένων) της οποίας ο διαχειριστής και ομόρρυθμο μέλος Γ. Α. (4ος των αρχικώς εναγομένων) ήταν ηλεκτρολόγος - μηχανολόγος του ΑΠΘ (και όχι ένας τυχαίος εργολάβος) και δ) χορήγησε μεταλλική αρθρωτή κλίμακα έξι (6) μέτρων, ειδικά παπούτσια και ειδικά γάντια ασφαλείας στον εργαζόμενο - θανόντα, εντελώς αντιφατικά καταλήγει στην κρίση ότι η συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος α) να μην εξασφαλίσει σταθερό πεδίο εργασίας στο θανόντα με τη χρήση καλαθοφόρου οχήματος και β) να μην χορηγήσει γάντια ασφαλείας μέχρι τον αγκώνα, παρεκκλίνει σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου και του επαγγελματία του κύκλου του και φανερώνει πλήρη αδιαφορία για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της συμπεριφοράς του (βαριά αμέλεια).
Σημειώνεται ότι όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, χωρίς τούτο ν' αμφισβητείται από τους αναιρεσίβλητους, με την υπ' αριθμ. 4871/30.5.2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο δεύτερος αναιρεσείων Σ. Γ., καθώς και οι αρχικώς ενάγοντες Γ. Α., Δ. Σ. και Γ. Κ., κηρύχθηκαν αθώοι της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του Θ.
Σ., ενώ μετά από άσκηση έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, μόνον ο δεύτερος αναιρεσείων Σ. Γ. και ο Γ. Α., κηρύχθηκαν ένοχοι της ανωτέρω πράξης με την υπ' αριθ. 2629/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, και επιβλήθηκε στον καθένα ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τις αιτιάσεις, ότι με την κρίση του ότι η αμελής συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης αναιρεσείουσας, συνιστά βαριά αμέλεια, παραβίασε ευθέως μη εφαρμόζοντας και εκ πλαγίου λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 5 και 6 του ν. 2496/1997 και 330 εδ.
β' ΑΚ, είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής, ως προς την έβδομη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "G.Φ. AEAE" και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να απορριφθεί η αναίρεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη "G. Φ. AEAE", λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 1 έως 6 αναιρεσιβλήτων, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν χωριστές προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18.2.2021 και με αριθμό εκθ. Κατ. 528/19.2.2021 (Ειδ. Αρ. Κατ. 33/2021) αίτηση της "Τ. ΑΕ" και του Σ. Γ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2178/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους αναιρεσίβλητους α) Α. Τ., β) Ε. Σ., γ) Δ. Σ., δ) Μ. Σ., ε) Σ. Τ. και στ) Β. σύζ. Σ. Τ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-ΔΕΧΕΤΑΙ την από 18.2.2021 και με αριθμό εκθ. Κατ. 528/19.2.2021 (Ειδ. Αρ. Κατ. 33/2021) αίτηση, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2178/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "G.Φ. AEAE".
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 2178/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ