Supreme Court dismisses appeal on contract interpretation error, ruling no violation of general rules occurred.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Third Instance Court of Piraeus regarding a labor dispute. The appellants argued the lower court violated general contract interpretation rules by failing to apply them despite acknowledging a gap in the parties' intent. The court rejected this claim, finding the lower court did not commit an error by omitting such application or by merely citing the relevant articles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The general rules of contract interpretation do not constitute a ground for appeal if the court of first instance acknowledges a gap in intent without applying the rules, or if it cites them without substantive error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 246 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 246/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Β. του Ο., 2) Ι. Β. του Ο., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αθανασά και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μαρκάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 5/4/2007, 20/3/2007 (2) ανακοπές νομικών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5675/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 936/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 30/3/2012 αίτησής τους επί της οποίας εκδόθηκε η 465/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 936/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 668/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/5/2015 αίτησή τους και τους από 25/2/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χριστοδούλου ανέγνωσε τις α) από 14/3/2019 εισηγητική και β) από 5/3/2020 συμπληρωματική αυτής εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη και ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 22-5-2015 αίτηση αναίρεσης και τους από 25-2-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών εκδοθείσα υπ' αριθ. 668/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δικάζοντας, εκτός των άλλων, την από 17-3-2009 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 5675/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε, εκτός των άλλων, δεχθεί την από 20-3-2007 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά των ένατου και δέκατου των καθ' ων (αναιρεσειόντων) και μεταρρυθμίζοντας τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης κατέταξε την αναιρεσίβλητη (ανακόπτουσα) προνομιακώς και τυχαίως για το ποσό των 165.485,12 ευρώ για τον πρώτο αναιρεσείοντα (ένατο των καθ' ων) και για το ποσό των 165.485,12 ευρώ για το δεύτερο αναιρεσείοντα (δέκατο των καθ' ων), στα οποία αυτοί είχαν καταταγεί, αποβάλλοντάς τους αντίστοιχα από τα ανωτέρω ποσά.
Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη πιο πάνω υπ' αριθ. 668/2014 απόφασή του, εκτός των άλλων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων (ένατου και δέκατου των καθ' ων η ανακοπή). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου εκδόθηκε μετά από κλήση των αναιρεσειόντων, ύστερα από την υπ' αριθ. 465/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτή η από 30-3-2012 αίτηση των ιδίων περί αναίρεσης της υπ' αριθ. 936/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία αυτό, συνεκδικάζοντας τις αναφερόμενες εφέσεις, εκτός των άλλων, είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων και είχε κάνει εν μέρει δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, είχε εξαφανίσει την ως άνω οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο μέρος της και, κρατώντας και δικάζοντας, εκτός των άλλων, και την ένδικη από 20-3-2007 ανακοπή της αναιρεσίβλητης, είχε κάνει και αυτήν εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης κατά τον αναφερόμενο τρόπο.
Η ως άνω δε αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή, καθόσον το ως άνω Δικαστήριο είχε υποπέσει στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το να μη λάβει υπόψη και να μη συνεκτιμήσει (μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα) για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί της αληθείας θεμελιώδους ισχυρισμού των αναιρεσειόντων την υπ' αριθ. 2127/2009 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 23-1-2007 αγωγή των τελευταίων κατά της καθ' ης η εκτέλεση εταιρείας, με την οποία κρίθηκε ότι η σχέση που τους συνδέει με την εταιρεία ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 569, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτοί (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας κατατάσσονται στην τρίτη τάξη. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του εξαρτημένη.
Αντίθετα, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.
Τούτο δε διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ ΑΠ 28/2005).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 23α παρ. 2 και 24 παρ. 3 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" (β.δ. 174/1963), 31 Εμπ. Νόμου, 713, 648, 652 ΑΚ και 6 α.ν. 765/1973, προκύπτει ότι ο διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας συνδέεται με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας με σχέση εντολής.
Αν, για τις υπηρεσίες που προσφέρει, λαμβάνει αμοιβή, η σχέση του χαρακτηρίζεται μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού, λόγω της ιδιότητάς του, ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι, όργανο της εταιρείας και υποβάλλεται, στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο.
Η σχέση αυτή, είτε ως εντολή, είτε ως μίσθωση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε με καταγγελία (άρθρα 669, 672 ΑΚ) και δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Δεν αποκλείεται, όμως, ο διευθύνων σύμβουλος, σε εκτέλεση σύμβασης, (που έχει εγκριθεί από τη γενική συνέλευση), να παρέχει, παράλληλα προς τα καθήκοντα που έχει από τον νόμο ή το καταστατικό της εταιρείας, και υπηρεσίες με αμοιβή, τακτικώς προσδιορισμένη με εργασιακή σύμβαση, οπότε, αν η τελευταία προϋπήρχε του διορισμού του ως διευθύνοντος συμβούλου, δεν απαιτείται έγκριση της συναφθείσης εργασιακής σύμβασης με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης.
Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης αυτής, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, εξαρτάται, πέραν από την καταβαλλόμενη αμοιβή, από το αν ο διευθύνων σύμβουλος υποβάλλεται ή όχι σε νομική εξάρτηση από τα αρμόδια όργανα της εταιρείας (εργοδότη), αν δηλαδή αυτά έχουν δικαίωμα να ασκούν έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του και να παρέχουν δεσμευτικές γι' αυτόν (διευθύνοντα σύμβουλο) εντολές και οδηγίες για την επιμελή εκτέλεση τούτων, οπότε πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Το ίδιο ισχύει και για το μέλος του Δ.Σ. της Α.Ε.. Ειδικότερα, εξαρτημένη εργασία δεν αποκλείεται να παρέχει και ένα μέλος του Δ.Σ. ανώνυμης εταιρίας, όταν προσφέρει αντί μισθού υπηρεσίες πέρα από τα καθήκοντά του ως μέλους του Δ.Σ. και υπόκειται στον ως άνω έλεγχο του τελευταίου (ΑΠ 45/1997). Σημειώνεται, ότι για τον ορθό χαρακτηρισμό μιας σύμβασης ως σύμβασης εργασίας ή έργου ή σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών ερευνώνται οι όροι και οι πραγματικές συνθήκες εκτέλεσης της εργασίας, αφού ληφθεί υπόψη (για την ερμηνεία των δικαιοπρακτικών δηλώσεων) η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία κατά την ερμηνεία της δήλωσης αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και χωρίς επίσης να ασκεί επιρροή ο νομικός χαρακτηρισμός που δίνεται από τους συμβαλλομένους.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 156/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 118/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 26-7-2006 εκτέθηκαν σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, που διενεργήθηκε ενώπιον της σ/φου Αθηνών Μελπομένης Αθανασίου-Μπαρλαμά, η οποία ορίστηκε υπάλληλος του πλειστηριασμού, δύο ακίνητα της οφειλέτριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ζυμαρικά ΚΟΡΩΝΑ Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Ειδών Διατροφής".
Ειδικότερα πλειστηριάστηκαν: α) ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο...και β) ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο...Τα παραπάνω πλειστηριασθέντα ακίνητα κατακυρώθηκαν στην εταιρεία με την επωνυμία "TΕΚΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" αντί συνολικού πλειστηριάσματος 3.420.010 ευρώ. Στον πλειστηριασμό αυτό αναγγέλθηκαν, εκτός των άλλων δανειστών, για απαιτήσεις τους από παροχή εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με την τάξη του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ και για το συνολικό ποσό των 1.269.344 ευρώ 61 δανειστές, μεταξύ των οποίων και οι εκκαλούντες α) Α.
Β. του Ο. και ) Ι. Β. του Ο.. Ειδικότερα ο καθένας από τους παραπάνω εκκαλούντες αναγγέλθηκε για το ποσό των 179.327,05 ευρώ, το οποίο, όπως ισχυρίστηκαν με την αναγγελία τους, τους οφείλει η καθ' ης ο πλειστηριασμός εταιρία από την εργασιακή τους σχέση. Επίσης αναγγέλθηκαν ως έχουσες ειδικό προνόμιο των άρθρων 976 αριθ. 2 και 1007 ΚΠολΔ η εφεσίβλητη "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία αναγγέλθηκε για το ποσά των 2.383.272,19 και 2.934,70 ευρώ καθώς και η "ΤΡΑΠΕΖΑ MILLENIUM ΒΑΝΚ", η οποία αναγγέλθηκε για το ποσό του 1.013.269,34 ευρώ.
Επειδή το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση του επισπεύσαντος την εκτέλεση δανειστή και όλων των αναγγελθέντων δανειστών, η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον υπ' αριθ. …/….-2-2006 Πίνακα Κατάταξης Δανειστών και κατέταξε στο διανεμητέο, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως, ποσό των 3.385.010 ευρώ, προνομιακά και τυχαία για τις απαιτήσεις τους από παροχή εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με την τάξη του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ και για το συνολικό ποσό των 1.269.344 ευρώ 61 άτομα, μεταξύ των οποίων και τους εκκαλούντες για τα ποσά των 179.327,05 και 179.325,05 ευρώ αντίστοιχα.
Αναφορικά με τη σχέση που συνέδεε τους εκκαλούντες (9ο και 10ο των καθ' ων στην από 20-3-2007 ανακοπή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ) πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η καθ' ης ο πλειστηριασμός ανώνυμη εταιρία προήλθε εκ μετατροπής της ΟΕ "Ο. Β. και Σία Ο.Ε." σε ανώνυμη εταιρία. Η σύσταση της ανώνυμης εταιρίας "ΖΥΜΑΡΙΚΑ ΚΟΡΩΝΑ Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Ειδών Διατροφής" εκ μετατροπής της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας έγινε με το υπ' αριθ.
…/....-12-1982 συμβόλαιο της σ/φου Αθηνών Ζαμβίας ή Ζάμπιας συζ. Χαραλ. Μπιτούνη, το γένος Μάρκου Κουδουναράκη, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 4593/30-12-1982 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Επρόκειτο για μια "οικογενειακή" επιχείρηση, αφού 11.584 μετοχές της, ήτοι ποσοστό 64%, κατείχε ο πατέρας Ο. Α. Β., 3.258 μετοχές της, ήτοι ποσοστό 18% κατείχε ο μεγαλύτερος γιός Α.
Ο. Β. (9ος των καθ' ων η ανακοπή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ και πρώτος εκκαλών), ενώ τις υπόλοιπες 3.258 μετοχές, ήτοι ποσοστό 18% κατείχε ο έτερος γιός της οικογένειας Ι. O. Β. (10ος των καθ' ων η ανακοπή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ και δεύτερος εκκαλών). Στις 21-1-1983 το Δ.Σ. της συσταθείσας κατά τα παραπάνω ανώνυμης εταιρίας συγκροτήθηκε με πρόσωπα της οικογένειας σε σώμα με διετή θητεία, σύμφωνα με το άρθρο 35 του καταστατικού, αποτελούμενο από τον πατέρα των 9ου και 10ου των καθ' ων, Ο.
Β. ως Πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, τον 9ο των καθ' ων Α. Β. ως α' αντιπρόεδρο, το 10ο των καθ' ων Ι. Β. ως β' αντιπρόεδρο, τη μητέρα του 9ου και 10ου των καθ' ων, Χ. Ο. Β. (ως μέλος) και την Ε. χήρα Ι. Π., γιαγιά εκ μητρός του 9ου και 10ου των καθ' ων ομοίως ως μέλος και έγιναν οι κατά νόμο δημοσιεύσεις, ορίστηκε δε ότι η εκπροσώπηση της εταιρίας και δη όλες οι εξουσίες, που ανήκουν κατά το άρθρο 20 του καταστατικού στο ΔΣ, εκχωρούνται στον Ο.
Β. και ότι τον παραπάνω Πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, απόντα ή κωλυόμενο, αναπληρώνουν νομίμως στην άσκηση των προαναφερόμενων εξουσιών και αρμοδιοτήτων οι δύο αντιπρόεδροι Α. Β. και Ι. Β. από κοινού. Τα αυτά ως άνω ίσχυσαν και στη συνέχεια για το διάστημα από 1-7-1985 έως 30-6-1988 (πρακτικό συνεδριάσεως Δ.Σ.
της 30-6-1987), για το χρονικό διάστημα μέχρι 30-6-1989 (πρακτικό συνεδριάσεως Δ.Σ. της 30-6-1989, με το οποίο εκλέγονταν οι αυτοί ως άνω με πενταετή θητεία, ήτοι μέχρι 30-6-1994, ΦΕΚ 4170/13-7-1994 τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε., όπου δημοσιεύεται η συγκρότηση σε σώμα του Δ.Σ. όπως και ανωτέρω με πενταετή θητεία μέχρι 24-6-1999 (υπ' αριθ. 273 πρακτικό του Δ.Σ.
της 24-6-1999). Εν τω μεταξύ το Δ.Σ. της εν λόγω καθ' ης η εκτέλεση εταιρίας, συγκροτούμενο από τους τρεις ως άνω μετόχους της, καθώς και από τη Χ. Β. (μητέρα του 9ου και του 10ου των καθ' ων) και την Ε. χα Ι. Π. (γιαγιά εκ μητρός του 9ου και 10ου των καθ' ων η ανακοπή), με το υπ' αριθ. …/…-5-1985 πρακτικό του ασχολήθηκε με το θέμα "προσδιορισμού αμοιβής για τα μέλη και αντιπροέδρους του Δ.Σ.
Α. και Ι. Β.., οι οποίοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους προς την εταιρία πέραν των συνήθων καθηκόντων των ως μελών του ΔΣ, εργαζόμενοι στο εργοστάσιο νυχθημερόν και περιτρέχουν την επικράτεια για την προώθηση των εργασιών της επιχειρήσεως", αποφάσισε δε να προσληφθούν από 7-7-1985 ως μισθωτοί υπό της εταιρίας, υπό τον όρο η πρόσληψή τους να εγκριθεί από τη Γ.Σ.
των μετόχων της καθ' ης η εκτέλεση εταιρίας, οι ως άνω μέτοχοι (πατέρας και τέκνα) ενέκριναν την πρόσληψη των τελευταίων (τέκνων) ως μισθωτών της εταιρίας. Σύμβαση προσλήψεως δε φαίνεται να έχουν υπογράψει, μέχρι δε και το Μάρτιο του 1989 δεν είχαν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές στο ΙΚΑ (βλ. τη με αριθμό …/...-5-1989 πράξη επιβολής εισφορών του Ι.Κ.Α.).
Με έκτακτη Γ.Σ. των μετόχων της εταιρίας της 15-10-2001, λόγω προβλημάτων υγείας του Ο. Β., η Γ.Σ. προέβη σε εκλογή νέου Δ.Σ. με 5ετή θητεία, με το υπ' αριθ. …/…-10-2001 δε πρακτικό του Δ.Σ. ανατέθησαν καθήκοντα προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου στον 9ο των καθ' ων Α. Β., ο 10ος των καθ' ων Ι. Β. εξελέγη αντιπρόεδρος και διορίστηκαν και οι δύο εκπρόσωποι της εταιρίας.
Στις 30-6-2005 το Δ.Σ. επανασυγκροτείται σε σώμα και εκλέγει τον Α. Β. ως πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο και τον Ι. Β. ως αντιπρόεδρο και νομίμους εκπροσώπους ομοίως αμφοτέρους. Κατά το χρονικό αυτό σημείο (ενδεχομένως και ενωρίτερα), έκαστος των αδελφών Β. κατείχε 46.100 μετοχές της εν λόγω εταιρίας, επί συνόλου 138.000 μετοχών, ήτοι ποσοστό 33,4% έκαστος.
Τέλος, από την τακτική Γ.Σ. της 16-6-2006 εξελέγη νέο Δ.Σ. το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα και ορίστηκε ότι την εταιρία εκπροσωπούν ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος Α. Β. του Ο. ή και ο αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου Ι. Β. του Ο. (ΦΕΚ 8002/24-7-2006 τ. ΑΕ και ΕΠΕ). Οι παραπάνω αδελφοί Β. (9ος και 10ος των καθ' ων η ανακοπή), με την αναγγελία τους, υποστήριξαν ότι έχουν απαιτήσεις προερχόμενες από αμοιβές δεδουλευμένων και νομίμων αποζημιώσεων, καθόσον την 1-2-1983 προσελήφθησαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την καθ' ης η εκτέλεση εταιρία.
Στην από 23-1-2007 και με αριθμό 17445/2007/15-1-2007 αγωγή, που άσκησαν εναντίον της καθ' ης η εκτέλεση εταιρίας τους μαζί με άλλους 49 εργαζόμενους, ισχυρίστηκαν ότι την 1-2-1983, δηλαδή μετά την απόκτηση από αυτούς της ιδιότητας του αντιπροέδρου του Δ.Σ. εκπροσώπου της προσελήφθησαν απ' αυτήν ως αρχιτεχνίτες ζυμωτές και εξελίχθηκαν σε διευθυντικά στελέχη της, έκτοτε δε προσέφεραν τις υπηρεσίες τους μέχρι τις 25-7-2006, που απελύθησαν.
Οι ισχυρισμοί των εν λόγω καθ' ων η ανακοπή είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα, αν ληφθούν υπόψη οι όροι και οι ιδιάζουσες πραγματικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες οι εν λόγω μέτοχοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην καθ' ης η εκτέλεση οικογενειακή εταιρεία τους, αλλά και η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η μεταξύ αυτών και της εταιρίας σχέση δεν είναι εκείνη της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας.
Ειδικότερα η συνολική παροχή υπηρεσιών των εν λόγω καθ' ων προς την εταιρία τους, ήταν εκείνη του μετόχου-διευθύνοντος συμβούλου και αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της. Οι εν λόγω καθ' ων, λόγω του οικογενειακού χαρακτήρα της εταιρίας τους, αλλά και του αριθμού των μετοχών που κατείχαν και συγκροτούσε την πλειοψηφία, ενεργούσαν αυτοβούλως και κατά την εκτίμησή τους περί του συμφέροντος της εταιρίας, χωρίς να έχουν εξάρτηση από την εταιρία (την οποία αποτελούσαν οι ίδιοι και νωρίτερα ο πατέρας τους), ούτε να λαμβάνουν εντολές ή οδηγίες από το Διοικητικό της Συμβούλιο, του οποίου μέλη ήσαν οι ίδιοι και άλλα μέλη της οικογένειάς τους, σχετικά με τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών τους.
Οι ίδιοι καθόριζαν τον τόπο, τρόπο και χρόνο της απασχολήσεώς τους, μη υποκείμενοι ως προς αυτά στη νομική εξάρτηση του Δ.Σ. της καθ' ης η εκτέλεση εταιρείας τους. Ενδεικτικό του ότι οι εν λόγω καθ' ων οι ανακοπές συγκροτούσαν ουσιαστικά και διηύθυναν την καθ' ης η εκτέλεση εταιρία και ότι δεν ακολουθούσαν οδηγίες ή εντολές άλλου οργάνου της, αποτελεί το γεγονός ότι σε πέντε (5) τουλάχιστον αυξητικές συμβάσεις παροχής προς αυτήν πιστώσεων από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ με αλληλόχρεο λογαριασμό, είχαν υπογράψει ως εγγυητές, ευθυνόμενοι όπως η πρωτοφειλέτρια, παραιτηθέντες μάλιστα της ενστάσεως διζήσεως.
Επομένως, η υπό τις ανωτέρω συνθήκες αξίωσή τους προς αμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες τους, δεν συνιστά αξίωση απορρέουσα από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, έτσι ώστε να έχουν πεδίο εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και από άποψη αναγκαστικής εκτελέσεως η διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ.
Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το ότι οι εν λόγω καθ' ων είχαν ασφαλιστεί ως μισθωτοί στο ΙΚΑ..., καθόσον στην πραγματικότητα ταυτίζονταν με το πρόσωπο της εργοδότριας εταιρίας την οποία εκπροσωπούσαν στις συναλλαγές, το γεγονός δε ότι το ΙΚΑ αποδεχόταν την ασφάλισή τους ως μισθωτών δεν είναι αρκετό να μεταβάλει την πραγματική εικόνα και να προσδώσει στους καθ' ων η ανακοπή την ιδιότητα του παρέχοντος εξαρτημένη εργασία, αφού, όπως προειπώθηκε, οι εν λόγω καθ' ων δεν υπόκειντο στη νομική εξάρτηση του Δ.Σ.
της καθ' ης η εκτέλεση εταιρίας τους ως προς τον τόπο, τρόπο και χρόνο της απασχόλησή τους, που οι ίδιοι καθόριζαν. Επίσης, η παραπάνω κρίση δεν αναιρείται και από το γεγονός ότι η προαναφεθείσα από 23-1-2007 αγωγή, που αυτοί άσκησαν εναντίον της καθ' ης η εκτέλεση εταιρίας, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν με την υπ' αριθ. 2127/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη, αφού η εν λόγω τελεσίδικη απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο στην προκείμενη περίπτωση και το παρόν δικαστήριο, συνεκτιμώντας το όλο αποδεικτικό υλικό κρίνει, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, ότι η σχέση που συνέδεε τους εκκαλούντες (9ο και 10ο των καθ' ων η ανακοπή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ) με την καθ' ης η εκτέλεση εταιρία δεν έφερε το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με την έφεσή τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ως προς το χαρακτήρα της σχέσης που συνέδεε τους αναιρεσείοντες με την εταιρεία "Ζυμαρικά ΚΟΡΩΝΑ Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Ειδών Διατροφής", τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, λαμβάνοντας υπόψη τους πιο πάνω εκτιθέμενους όρους και τις πραγματικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες οι εκκαλούντες με τις αναφερόμενες ιδιότητές τους παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην καθ' ης η εκτέλεση ανώνυμη εταιρεία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μεταξύ τους σχέση δεν ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Με βάση δε τα ως άνω περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα το Εφετείο δεν δημιουργείται κανένα ζήτημα ως προς την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων από τη γενική αναφορά περί συνολικής παροχής υπηρεσιών των εκκαλούντων προς την εταιρεία, χωρίς να εκτίθεται οι συγκεκριμένες εργασίες που εκτελούσαν οι τελευταίοι, ούτε επίσης ασκεί κάποια επιρροή η μη αναφορά του ειδικότερου τρόπου διοίκησης και λήψης αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς ως το χαρακτήρα της σχέσης που συνέδεε τους εκκαλούντες με την πιο πάνω εταιρεία.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν και άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ως άνω ζητήματος, ενώ ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια υφίσταται στις παραδοχές της ως προς αυτό. Την πιο πάνω κρίση του δε το Εφετείο στηρίζει κυρίως σε στοιχεία, όπως ο οικογενειακός χαρακτήρας της (ανώνυμης) εταιρείας, η κατοχή από τους εκκαλούντες αριθμού μετοχών αυτής που διαχρονικά μεταβλήθηκε, καθώς και η υπογραφή εκ μέρους των εκκαλούντων (αναιρεσειόντων) ως εγγυητών σε πέντε (5) τουλάχιστον αυξητικές συμβάσεις πιστώσεων με αλληλόχρεο λογαριασμό μεταξύ της εταιρείας και της αναιρεσίβλητης Τράπεζας.
Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο κατάληξε στην κρίση του ότι οι εκκαλούντες ενεργούσαν αυτοβούλως και κατά την εκτίμησή τους περί του συμφέροντος της εταιρείας χωρίς να έχουν εξάρτηση απ' αυτήν και χωρίς να λαμβάνουν εντολές ή οδηγίες από το διοικητικό της συμβούλιο, ενώ οι ίδιοι καθόριζαν τον τόπο, τρόπο και χρόνο της απασχόλησής τους, με συνέπεια η σχέση τους με την εταιρεία να μη φέρει το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας.
Στην κρίση δε αυτή δεν δημιουργούνται, κενά, ασάφειες και ελλείψεις από το μη ειδικότερο αναλυτικό χρονικό προσδιορισμό της μετοχικής σύνθεσης της εταιρείας, ούτε από τη μη αναφορά του ακριβούς χρόνου κατά τον οποίο καταρτίσθηκε καθεμία από τις προαναφερόμενες πέντε αυξητικές συμβάσεις παροχής πιστώσεων.
Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι οι σχετικές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων δεν αναφέρονται σε ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά έχουν σχέση με την επιχειρηματολογία των ίδιων. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι τρίτος κύριος κατά το δεύτερο σκέλος του, τέταρτος και πέμπτος κύριοι, δεύτερος πρόσθετος, τέταρτος πρόσθετος κατά το πρώτο σκέλος του, πέμπτος πρόσθετος, έκτος πρόσθετος, έβδομος πρόσθετος, όγδοος πρόσθετος, ένατος πρόσθετος και δέκατος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που σκοπό έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, AΠ 961/2017).
Συνεπώς, δεν ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 855/2019, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1262/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο κύριο κατά το πρώτο σκέλος του, πρώτο πρόσθετο κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτο πρόσθετο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγους αναίρεσης αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους:
α) ότι στον πατέρα τους Ο. Β. και κάτοχο της πλειοψηφίας των μετοχών της εταιρείας είχαν εκχωρηθεί όλες οι εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου, αυτός δε λόγω και του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του καθόριζε τα συγκεκριμένα καθήκοντα των αναιρεσειόντων εντός της εταιρείας και ως εκ τούτου η σχέση τους με την εταιρεία ήταν διφυής, αφ' ενός μεν των μετόχων-μελών του Δ.Σ.
και διευθυνόντων συμβούλων σε περίπτωση απουσίας του πατέρα τους και αφ' ετέρου των μισθωτών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, β) ότι παρείχαν υπηρεσίες πέραν της εκπροσώπησης και διαχείρισης της Α.Ε., για τις οποίες είχαν αφ' ενός τις επιστημονικές γνώσεις και αφ' ετέρου τη μακρόχρονη πείρα από την απασχόλησή τους στην Α.Ε.
και γ) ότι από την πράξη επιβολής εισφορών του ΙΚΑ αυτοτελώς προκύπτει ότι είναι εξαρτημένη η σχέση τους με την καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία. Με το περιεχόμενο αυτό οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, διότι τα επικαλούμενα με αυτούς πραγματικά γεγονότα δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειόντων, τα οποία, χωρίς να έχουν αυτοτέλεια, συνάγουν από την εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να στηρίξουν τη βασιμότητα των ισχυρισμών τους προς απόκρουση της ανακοπής της αντιδίκου τoυς κατά του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης.
V. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1417/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους δύο πρώτους κύριους και τον πρώτο πρόσθετο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγους αναίρεσης αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του:
α) την εξέταση ως μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοδικείου του Β. Μ., β) τις υπ' αριθ. …, … και …/2014 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ι. Κ., Α. Φ. και Η. Μ. αντίστοιχα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και γ) την υπ' αριθ. 2127/2009 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στη προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 7ο, πρώτη σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη απόφαση, καθώς και οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, των οποίων γίνεται μνεία του αριθμού αυτών, του ονοματεπώνυμου του μάρτυρα και της αρχής στην οποία δόθηκαν, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ότι η σχέση των εκκαλούντων με την καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία δεν έφερε το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας.
Ειδικότερα, καθόσον αφορά στην ως άνω υπ' αριθ. 2127/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να σημειωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κάνει ειδική μνεία αυτής (10ο φύλλο), την οποία αξιολογεί και συνεκτιμώντας το όλο αποδεικτικό υλικό καταλήγει στην πιο πάνω κρίση του. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος κύριοι και πρώτος πρόσθετος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγοι αναίρεσης.
V. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 142/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 758/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο (κύριο) λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι ο Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πρακτικών του Δ.Σ. της "ΚΟΡΩΝΑ ΑΕ", που είναι καταχωρημένα στα ΦΕΚ 10563/28-11-2001, 8882/11-8-2005 και 8002/24-7-2006 αντίστοιχα, με το να μην αναγράφει τα αναφερόμενα άλλα μέλη του Δ.Σ., που δεν ήσαν συγγενείς τους, και κατ' αυτόν τον τρόπο συνήγαγε το εσφαλμένο συμπέρασμα ότι στο Δ.Σ.
της "ΚΟΡΩΝΑ ΑΕ" συμμετείχαν μόνον συγγενείς τους και ότι αυτό είχε ως συνέπεια να ταυτίζονται με την "ΚΟΡΩΝΑ ΑΕ" και ότι δεν ενεργούσαν με εντολές του Δ.Σ., που και αυτό δεν ήταν αληθές, αφού ο πατέρας τους Ο. Β., που ήταν ισχυρή προσωπικότητα, είχε το 64% των μετοχών και είχαν εκχωρηθεί σ' αυτόν όλες οι εξουσίες του Δ.Σ..
Από την επισκόπηση δε του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι πράγματι υπήρχαν σ' αυτά και τα ως άνω αναφερόμενα άλλα στοιχεία, επιπλέον εκείνων που αναφέρονται στις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς όμως να συνάγεται εξ αυτού ότι το Εφετείο ηθελημένα δεν παρέθεσε και τα αναφερόμενα σημεία ή ότι παρέλειψε να αναγνώσει ολόκληρο το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων και να το λάβει υπόψη του, αφού είναι σαφές από το σύνολο των παραδοχών του ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν κρίθηκαν κρίσιμα για το αποδεικτέο γεγονός, δηλαδή ότι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι σε άλλα σημεία της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται ειδική αναφορά στο ότι ο ως άνω πατέρας των αναιρεσειόντων Ο. Β. κατείχε ποσοστό 64% των μετοχών της Α.Ε. καθώς και ότι είχαν εκχωρηθεί σ' αυτόν όλες οι εξουσίες, που ανήκαν κατά το άρθρο 20 του καταστατικού στο Δ.Σ.. Σε κάθε δε περίπτωση, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της πληττόμενης απόφασης, το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα της σχέσης που συνέδεε τους αναιρεσείοντες με την καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία, συνεκτίμησε και τα άλλα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι (μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις, λοιπά έγγραφα) και δεν στήριξε την εν λόγω κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο περιεχόμενο των φερόμενων ως παραμορφωθέντων πιο πάνω εγγράφων.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα.
VΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 601/2020, ΑΠ 301/2019, ΑΠ 518/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με την παραδοχή της ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) σε πέντε αυξητικές συμβάσεις παροχής προς την καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία πιστώσεων με αλληλόχρεο λογαριασμό από την αναιρεσίβλητη είχαν υπογράψει ως εγγυητές και ως εκ τούτου υπό τις ανωτέρω συνθήκες η ένδικη αξίωσή τους προς αμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες τους δεν συνιστά αξίωση απορρέουσα από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το σχετικό δίδαγμα της κοινής πείρας και συγκεκριμένα ότι οι Τράπεζες για τα δάνεια που χορηγούν σε κάποια ανώνυμη εταιρεία ζητούν και λαμβάνουν απ' όλους τους μετόχους της Α.Ε.
και όλα τα μέλη του Δ.Σ. αυτής, ακόμη και από συγγενείς των μετόχων και μελών του Δ.Σ. της εταιρείας, εγγυήσεις υπέρ αυτής (δανείστριας Τράπεζας). Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά και γεγονότα που αναφέρονται στους όρους και τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών εκ μέρους τους προς την καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία, η οποία (εκτίμηση) είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
VΙΙ. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών, οπότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των προσώπων που κατάρτισαν τη δικαιοπραξία, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ 290/2020, ΑΠ 64/2020, ΑΠ 245/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ της παράλειψης να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) παρά το ότι δέχθηκε ευθέως την ύπαρξη κενού ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προβαίνει σε διαπίστωση, είτε ευθέως, είτε εμμέσως, κενού ή ασάφειας ως προς τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης με την προσφυγή στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Τούτο δε δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το ως άνω δικαστήριο της ουσίας στη μείζονα πρότασή του εκ περισσού αναφέρει και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον η πλεοναστική αυτή αναφορά ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην παρούσα περίπτωση και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος περί πλημμέλειας αυτού από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΑΚ καθόσον αφορά στην αναφερόμενη παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε'του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-5-2015 αίτηση και τους από 25-2-2019 πρόσθετους λόγους των Α. Β. και Ι. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 668/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς .
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ