246/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 21-6-2001 και με αριθμό κατάθεσης 2142/22-6-2001 αγωγή, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), ισχυρίσθηκε ότι την 11-5-1984 προσλήφθηκε από το εναγόμενο νοσοκομείο (ήδη αναιρεσίβλητο), που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η οποία από 10-11-1987 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, ως καθαρίστρια, με αποδοχές τις εκάστοτε προβλεπόμενες από το νόμο, τις ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ.
Legislator headnote
AI generated246/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, σε σχέση με την ένσταση παραγραφής, δέχθηκε ότι οι αξιούμενες με την ένδικη, από 21-6-2001, αγωγή διαφορές αποδοχών της αναιρεσείουσας, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-1994 (το ορθό 1-6-1994) μέχρι την 31-12-1995, είχαν παραγραφεί κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, η οποία επιδόθηκε την 21-6-2001 (σχετ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 246 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 246/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Β. Δ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Πολυχρόνη Πολυχρονιάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Τσαντίλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 2142/22-6-2001. Εκδόθηκαν οι 871/2002 και 1091/2012 μη οριστικές αποφάσεις και η 942/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 5366/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2018 και με αριθμό κατάθεσης 887/28-11-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 21-6-2001 και με αριθμό κατάθεσης 2142/22-6-2001 αγωγή, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), ισχυρίσθηκε ότι την 11-5-1984 προσλήφθηκε από το εναγόμενο νοσοκομείο (ήδη αναιρεσίβλητο), που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η οποία από 10-11-1987 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, ως καθαρίστρια, με αποδοχές τις εκάστοτε προβλεπόμενες από το νόμο, τις ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ.
Ότι το εναγόμενο κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών της, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-6-1994 έως 31-12-2000, δεν εφάρμοσε τις διατάξεις της 42/1981 διαιτητικής απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς, σύμφωνα με τις οποίες, κατά την άποψη της ενάγουσας (η οποία ήταν έγγαμη και με προϋπηρεσία 18 ετών την 29-3-1993 και 21 ετών την 29-3-1996), ο μηνιαίος μισθός της συντίθεται α) από το (προβλεπόμενο στον όρο 28 της 42/1981 ΔΑ) κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτη (ημερομίσθιο ασφαλείας) της εκάστοτε ισχύουσας ΕΓΣΣΕ, πολλαπλασιαζόμενο επί 6,25/6 (λόγω εργασίας επί 6,25 ώρες ημερησίως), προσαυξανόμενο κατά 15% για τους υπηρετούντες στα νοσοκομεία που αναφέρονται στη συγκεκριμένη ΔΑ (ήτοι επί 1,15) και πολλαπλασιαζόμενο επί τις 25 εργάσιμες ημέρες εκάστου μηνός, β) από επιπλέον προσαύξηση 30% για το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, γ) από επιπλέον προσαύξηση 30% του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 1057/1980 επί του βασικού μισθού, δ) από επιπλέον προσαύξηση 10% για επίδομα συζύγου βάσει της 42/1981 ΔΑ, ε) από επιπλέον προσαύξηση 10% για επίδομα ανθυγιεινής εργασίας βάσει της 42/1981 ΔΑ, στ) από επιπλέον προσαύξηση 20% για το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 201/1975, ζ) από το επίδομα τροφής 4.000 δραχμών, η) από την ειδική αποζημίωση 8.000 δραχμών του άρθρου 41 του ν. 2065/1992 και θ) από το επίδομα 500 δραχμών του ν.δ. 1064/1971.
Ότι λόγω μη προσδιορισμού των αποδοχών της σύμφωνα με τις διατάξεις των ανωτέρω ΣΣΕ και ΔΑ, με τις οποίες έπρεπε να αμείβεται, προέκυψαν οι καθοριζόμενες μισθολογικές διαφορές μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών της. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 25.808.310 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 75.739,72 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για διαφορές μηνιαίων αποδοχών, διαφορές προσαυξήσεων για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και διαφορές για υπερωριακή εργασία.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 942/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάσθηκε στην ενάγουσα το ποσό των 21.250,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από την επίδοση της αγωγής. Μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους της ενάγουσας, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 5366/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, και τα εξής:
Ότι επί προγενεστέρων αγωγών της ενάγουσας εκδόθηκαν οι 937/1999 και 862/2011 (το ορθό 826/2011) αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι η ενάγουσα δικαιούται να αμείβεται για την παρεχόμενη στο εναγόμενο εργασία της βάσει του προϊσχύσαντος της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικού καθεστώτος και ειδικότερα με το ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργατοτεχνίτη, με ημερήσια απασχόληση 6,25 ωρών δυνάμει της ΔΑ 42/1981 του ΔΔΔΔ Πειραιώς, με επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 10%, επίδομα πολυετούς υπηρεσίας 5% ανά τριετία, επίδομα συζύγου 10%, επίδομα τροφής, επίδομα του ν. 1064/1971, ειδική αποζημίωση του άρθρου 7 του ν. 2019/1992, νοσοκομειακό επίδομα 20% του ν. 201/1975 και την προσαύξηση του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 1057/1980 επί του βασικού μισθού.
Ότι δεν έχουν μεταβληθεί τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό καθεστώς, που αφορούν την ένδικη έννομη σχέση και ότι, λόγω του δεδικασμένου, η ενάγουσα πρέπει να λάβει, σύμφωνα με τους εκεί υπολογισμούς, το συνολικό ποσό των 55.757,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από την επίδοση της αγωγής, για διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2006 έως 31-12-2000 (ήτοι 43.175,70 ευρώ για διαφορές μηνιαίων αποδοχών, 8.332,30 ευρώ για διαφορές προσαυξήσεων για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και 4.249,00 ευρώ για διαφορές υπερωριακής εργασίας), ενώ για τις ένδικες αξιώσεις του προγενέστερου χρονικού διαστήματος (από 1-6-1994 έως 31-12-1995) απέρριψε την αγωγή, λόγω παραγραφής.
2. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 εδ. β' ΚΠολΔ, ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001). Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα" επομένως αποτελεί και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/1996). Σε περίπτωση παράλειψης του δικαστηρίου να λάβει υπόψη κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση αναιρετικού λόγου, πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και ως τέτοιος χαρακτηρίζεται αυτός που είναι πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη λόγο της έφεσής της, με τον οποίο διατυπώθηκε παράπονο ότι η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων διακόπηκε με την από 23-6-1994 και με αριθμό κατάθεσης 2941/1994 προγενέστερη αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε ζητήσει διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 έως 31-5-1994), και δεν συμπληρώθηκε μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής, γιατί οι αξιώσεις αυτές (αντιγραφή κατά λέξη) "γεννήθηκαν την 21-12-2011, που συμπληρώθηκε η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας κατά της 826/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και κατέστη τελεσίδικος η 882/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά την άσκηση της αγωγής (26-6-2001), όχι μόνο δεν είχε συμπληρωθεί η παραγραφή τους, αλλά ούτε καν είχε αρχίσει".
Η ίδια αιτίαση ότι δεν ελήφθη υπόψη ο ως άνω ισχυρισμός περί διακοπής της παραγραφής με την προγενέστερη αγωγή, περιέχεται και στο δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι εξεταζόμενοι ταυτόσημοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, ως επουσιώδης, δεν είναι πρόσφορος να επιδράσει στην έκβαση της δίκης, αφού η από 23-6-1994 προγενέστερη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκαν η 882/2000 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, μετά από έφεση κατ' αυτής, η 826/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αναφέρονται ανωτέρω, αφορούσε αξιώσεις προγενέστερες του ενδίκου χρονικού διαστήματος και, ως εκ τούτου, η άσκηση αυτής δεν μπορεί να επιφέρει διακοπή της παραγραφής αξιώσεων που δεν ήταν επίδικες, αλλά γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο, όπως εν προκειμένω οι αιτούμενες με την ένδικη αγωγή.
3. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ.3 και 49 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α' 204), ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, που συνδέονται µε αυτό µε σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για καθυστερούμενες αποδοχές ή πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι δύο ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.
Η θεσπιζόμενη µε τις ως άνω διατάξεις βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον των παρόμοιων αξιώσεων του άρθρου 250 αρ.6 και 17 ΑΚ και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος χρόνο παραγραφής των αξιώσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων, είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται µε το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, αφού η ως άνω διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των ως άνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και µε τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων, που θα γεννηθούν μετά την ισχύ τους (ΟλΑΠ 31/2007, ΑΕΔ 9/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, σε σχέση με την ένσταση παραγραφής, δέχθηκε ότι οι αξιούμενες με την ένδικη, από 21-6-2001, αγωγή διαφορές αποδοχών της αναιρεσείουσας, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-1994 (το ορθό 1-6-1994) μέχρι την 31-12-1995, είχαν παραγραφεί κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, η οποία επιδόθηκε την 21-6-2001 (σχετ.
η 1832β/21-6-2001 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Σ.), λόγω συμπλήρωσης διετίας από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν οι εν λόγω αξιώσεις και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, την οποία εφάρμοσε, κρίνοντας ότι η θεσπιζόμενη με αυτή διετής παραγραφή δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε προσκρούει στα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, όπως παραδεκτά συμπληρώνεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.6 του ν.δ. 496/1974, διότι η επί της από 23-6-1994 προγενέστερης αγωγής της εκδοθείσα 882/2000 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνώρισε τελεσιδίκως, κατά τη διάταξη της παρ.6 του άρθρου 48 του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος, τις ένδικες αξιώσεις και τη διακοπή της παραγραφής τους, είναι αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός αυτός ελήφθη υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκε εκ του πράγματος.
4. Κατά το άρθρο 261 εδ. β' ΚΠολΔ "Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και από το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης και του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή αυτή ή την ένσταση, είναι η μη ειδική αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η διακριτική ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 210/2010, ΑΠ 802/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 106, 338 και 261 ΚΠολΔ, της επιδίκασε για διαφορές προσαυξήσεων Κυριακών- αργιών και υπερωριακής αμοιβής των ετών 1996 έως και 2000 τα ποσά των 8.332,30 ευρώ και 4.249,00 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ αν δεν παραβίαζε τις ανωτέρω διατάξεις, θα επιδίκαζε για τα έτη αυτά τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά των 11.748,01 ευρώ και 6.508,45 ευρώ, αντίστοιχα, διότι το αναιρεσίβλητο δεν αμφισβήτησε, άρα συνομολόγησε τα επιμέρους κονδύλια της αγωγής και, ως εκ τούτου, μη επιδικάζοντας τα ανωτέρω αιτούμενα ποσά, έσφαλε που δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα ομολογία του αντιδίκου της και έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 και αρ.11 ΚΠολΔ.
Ο εξεταζόμενος λόγος, μόνο από τον αρ.11 περ. γ' (όχι και από τον αρ.8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ανεξαρτήτως της μη αναφοράς στο αναιρετήριο ότι έγινε νόμιμη επίκληση της ομολογίας ενώπιον του Εφετείου, είναι απαράδεκτος, αφού η ευχέρεια του δικαστηρίου να συναγάγει ομολογία ή μη, εφόσον δεν προβάλλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδική αμφισβήτηση του σχετικού ισχυρισμού, ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 παρ.1).
Πέραν του απαραδέκτου, ο ανωτέρω λόγος είναι και αλυσιτελής, διότι από τις 937/1999 και 826/2011 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών (από τις οποίες, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, απορρέει δεδικασμένο), που εκδόθηκαν, αντίστοιχα, επί των από 19-6-1990 και 23-6-1994 προγενέστερων αγωγών της ενάγουσας (με αυτές είχε ζητήσει την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1985 έως 15-6-1990 και από 1-1-1989 έως 31-5-1994, αντίστοιχα), με τις οποίες έγινε δεκτό ότι η ενάγουσα υπάγεται στο μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς, δεν παράγεται δεδικασμένο, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ίσχυσαν νεότερες ΕΣΣΕ για τον προσδιορισμό των αποδοχών της ενάγουσας, οι οποίες μετέβαλαν το νομικό καθεστώς, που ίσχυε για τη ρύθμιση αυτών κατά το χρονικό διάστημα που έκριναν οι εν λόγω τελεσίδικες αποφάσεις και έτσι από αυτές δεν δημιουργείται δεδικασμένο για τις (μη παραγραφείσες) ένδικες αξιώσεις, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα, το νομικό καθεστώς της ως άνω 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 (ΦΕΚ Β' 472/11-8-1981) και 18749/1981 (ΦΕΚ Β' 731/4-12-1981) αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, αντίστοιχα, μεταβλήθηκε με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας", που κηρύχθηκε υποχρεωτική (ΑΥΕ 17853/4-10-1989- ΦΕΚ Β' 741/4-10-1989) και ίσχυσε από 1-7-1988 (άρθρο 10 αυτής), με την οποία επεκτάθηκαν στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία, που είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988 (άρθρο 3 παρ.1 της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ).
Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με αυτή τη συλλογική σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος τυχόν ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (ΟλΑΠ 10/2002).
Στη συνέχεια μεταβλήθηκε και πάλι το νομικό καθεστώς με το ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού δημόσιας διοίκησης κλπ" (με το άρθρο 31 του οποίου καταργήθηκαν τα άρθρα 1 έως 27 του ν. 1505/1984) και τις μεταγενέστερες από 2-4-1996, 18-5-1998 και 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ, ήτοι νομικό καθεστώς διάφορο εκείνου, στο οποίο η αναιρεσείουσα στηρίζει τις αγωγικές αξιώσεις της (ΑΠ 815/2014, ΑΠ 336/2011, ΑΠ 196/2011) και, συνεπώς, τα ως άνω κονδύλια είναι μη νόμιμα και η ενάγουσα δεν τα δικαιούται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν υπάρχει αντίθετη αίτηση αναίρεσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και, συνεπώς, η ανωτέρω πλημμέλεια παραμένει εκτός αναιρετικού ελέγχου, διότι δεν μπορεί να καταστεί χειρότερη η θέση της αναιρεσείουσας. Όσον αφορά τον πέμπτο λόγο της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα επιδίκασε το ποσό των 4.249,00 ευρώ για διαφορές υπερωριακής εργασίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 31-12-2000 (οι οποίες, σημειωτέον, υπολογίσθηκαν βάσει του νομικού καθεστώτος της ως άνω 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς), ενώ με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έπρεπε να της επιδικασθεί, για το ίδιο χρονικό διάστημα, το αιτούμενο ποσό των 6.508,45 ευρώ και ότι έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, γιατί δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 60 παρ.1 και 5 π.δ. 410/1988, 1 παρ.5 ν. 1157/1981, 16 ν. 1199/1981 και 12 ν. 1476/1984, που ήταν εφαρμοστέες, είναι αλυσιτελής, με την ίδια αιτιολογία που αναφέρεται ανωτέρω επί του τρίτου λόγου αναίρεσης.
5. Από τις διατάξεις της ΥΑ 8900/1946, όπως ερμηνεύθηκε με την ΥΑ 25825/1951, και των άρθρων 1 παρ.2 του ν. 1082/1980, 1 της ΥΑ 19040/1981, 3 παρ.1 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966, συνάγεται ότι η προσαύξηση 75% της αμοιβής των μισθωτών, για την εργασία που παρέχουν κατά τις Κυριακές και αργίες, υπολογίζεται πάντοτε επί των υποχρεωτικώς θεσπισμένων ελαχίστων ορίων των αποδοχών τους, ενώ τα επιδόματα των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και οι αποδοχές και το επίδομα της άδειας υπολογίζονται επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών τους, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ανωτέρω προσαύξηση για την παρεχόμενη σταθερώς και μονίμως εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ισχυρίσθηκε, εκτός των όσων αναφέρονται ανωτέρω (με αριθμό 1), ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1994 έως 31-12-2000, εργαζόταν τακτικώς, νομίμως και παγίως κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, για τις οποίες δικαιούται να λάβει το συνολικό ποσό των 6.199.763 δραχμών, το οποίο αναλύει, αναφέροντας για τα επιμέρους χρονικά διαστήματα (που επί το πλείστον είναι εξάμηνα και άλλα μικρότερα) το συνολικό αριθμό ωρών εργασίας και το αντίστοιχο χρηματικό ποσό, υπολογιζόμενο βάσει των νομίμων αποδοχών που, κατά την άποψή της, έπρεπε να λαμβάνει.
Ότι, έναντι του ανωτέρω ποσού, έλαβε 1.340.689 δραχμές και ότι δικαιούται να λάβει ακόμη ως προσαυξήσεις Κυριακών, για το χρονικό διάστημα από 1-6-1994 έως 31-12-2000, το ποσό των 4.859.074 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 14.259,94 ευρώ, το οποίο και ζήτησε να της επιδικασθεί. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή δεν περιέχει σαφές και ορισμένο αίτημα περί καταβολής διαφορών, λόγω μη συνυπολογισμού της προσαύξησης για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες στις τακτικές αποδοχές, βάσει των οποίων υπολογίζονται τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και οι αποδοχές και το επίδομα άδειας.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος από το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν της επιδίκασε διαφορές αποδοχών, λόγω μη συνυπολογισμού στα επιδόματα εορτών και άδειας και στις αποδοχές άδειας των προσαυξήσεων για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, μολονότι πρότεινε, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, ότι με την ένδικη αγωγή ζήτησε την επιδίκαση των προσαυξήσεων Κυριακών και αργιών, που αντιστοιχούν στα ανωτέρω επιδόματα και στις αποδοχές άδειας και ότι έτσι παραβίασε τις εκεί αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι δεν διέλαβε καμία αιτιολογία για την απόρριψη του σχετικού αιτήματος.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, ενόψει του ότι η αγωγή δεν περιείχε σαφές αίτημα, κατά τα ανωτέρω, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει επί ανυπάρκτου αιτήματος, ούτε ήταν επιτρεπτή η μεταβολή της βάσης της αγωγής ή του αιτήματος με το δικόγραφο της έφεσης (ΚΠολΔ 223 και 224). Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το μέρος του από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη λόγο έφεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατύπωσε το παράπονο ότι η 882/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της επιδίκασε (αντιγραφή κατά λέξη) "τις προσαυξήσεις αυτές (εννοεί Κυριακών και αργιών) για τα επιδόματα εορτών- άδειας και τις αποδοχές άδειας του από 1-1-1992 έως 31-5-1994 χρονικού διαστήματος και επομένως δεσμευόταν από το δεδικασμένο να δεχθεί τα ίδια, ανεξαρτήτως εάν πρότεινα ειδικώς το δεδικασμένο τούτο, το οποίο πάντως προτείνω τώρα παραδεκτώς, γιατί πίστευα δικαιολογημένα, αφού ήταν αυτονόητο και δεν αμφισβητήθηκε από τον αντίδικό μου, ότι δεν θα διέπραττε το λάθος αυτό η εκκαλουμένη".
Η ίδια αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ προβάλλεται και με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος του. Οι ταυτόσημοι αυτοί λόγοι και ανεξαρτήτως του ότι δεν απορρέει δεδικασμένο από την επικαλούμενη απόφαση, είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού η αγωγή, όπως προαναφέρθηκε, δεν περιείχε σαφές και ορισμένο αίτημα περί καταβολής διαφορών, λόγω μη συνυπολογισμού στα επιδόματα εορτών και άδειας και στις αποδοχές άδειας της προσαύξησης για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες.
Βάσει αυτών και οι από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις των πρώτου και τέταρτου λόγων αναίρεσης, ότι δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο η σιωπηρή δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου από την έλλειψη αμφισβήτησης της αμέσως ανωτέρω απαίτησής της, είναι αβάσιμοι, με την ίδια ως άνω αιτιολογία.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-11-2018 και με αριθμό κατάθεσης 887/28-11-2018 αίτηση για αναίρεση της 5366/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 12η Νοεμβρίου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ