Legislator Case Law & Legislation
246/2019 AI generated

246/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 246/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

246/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται,αν δεν εφαρμοστεί,ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα,η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011,7/2006).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 246 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 246/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Kυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "S... ΑΒΕΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διευθύνοντα Σύμβουλό της Αθανάσιο Χελιδώνη. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαπέτρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: "Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού Α.Ε. - Δ.Ε.Η.", που εδρεύει στην Αθήνα, διατηρεί υποκατάστημα στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Λογοθέτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 592/2009 του Εφετείου Λάρισας. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1158/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 592/2009 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 24/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-3-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 2 παρ.1 του νόμου 2516/1997,όπως και στην ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του μεταγενέστερου νόμου 3325/2005,ως βιομηχανία νοείται "η τεχνοοικονομική μονάδα που με μηχανικά, χημικά ή άλλα μέσα διαφοροποιεί τη μορφή ή την ιδιότητα πρώτων υλών ή προϊόντων, προκειμένου αυτά να καταστούν κατάλληλα για τη χρήση για την οποία προορίζονται" Περαιτέρω,κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚπολΔ, αναίρεση επιτρέπεται,αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου,στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται,αν δεν εφαρμοστεί,ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα,η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011,7/2006).

Στην έννοια δε του κατ' άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, κανόνα ουσιαστικού δικαίου,περιλαμβάνονται και οι διατάξεις του Κοινοτικού δικαίου ήτοι οι Κανονισμοί που έχουν άμεση εφαρμογή (ΑΠ1404/2011) και οι υπουργικές αποφάσεις κανονιστικού περιεχομένου που έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΑΠ850/2004). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση,η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ24/2015).

Εξάλλου,κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (0λΑΠ861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ174/2016).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ2123/2009).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών,εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου , στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος,εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ2095/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά το μέρος που αφορούν την αναιρετική διαδικασία: <<Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία υπό την προηγούμενη νομική μορφή της, με την επωνυμία "...", ήτοι προ της συγχωνεύσεώς της με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και τη δημιουργία της ανώνυμης εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", (ήδη αναιρεσείουσα), που έλαβε χώρα με τη με αριθμ. …53/20-7- 2010 πράξη της συμ/φου Κ. Κ., υπέβαλε στην εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ήδη αναιρεσίβλητη) την από 1-12-1993 αίτηση ηλεκτροδότησης, συνυποβάλλοντας την με αριθμ. …30/1993 άδεια οικοδομής, που είχε εκδοθεί στο όνομά της, στην οποία γίνονταν λόγος για ανέγερση διώροφου εργοστασίου συσκευασίας τροφίμων αλλά και το με χρονολογία Μάιος 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ξ. Κ., όπου επαναλαμβάνονταν ο χαρακτήρας του υπό ανέγερση εργοστασίου ως εργοστάσιο συσκευασίας τυριού. Είχε δε προηγηθεί η με αριθμ. πρωτ. 3029/9-7-1993 ανακοίνωση καταχώρησης στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών της απόφασης σύστασης και έγκρισης του καταστατικού της ανώνυμης εταιρείας της ενάγουσας,

όπου ως σκοπός της εταιρείας αναφερόταν η βιομηχανική συσκευασία τροφίμων και η εμπορία γενικά τροφίμων και των συναφών με αυτά ειδών. Την 24-6-1994 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων, το συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος με τιμολόγιο γενικής και όχι βιομηχανικής χρήσης. Ακολούθως, την 6-11-2002, η ενάγουσα εταιρεία υπέβαλε αίτηση επαύξηση τάσης, ήτοι για χορήγηση σε αυτήν ρεύματος μέσης τάσης στο κείμενο της οποίας (αίτησης) αυτοπροσδιορίζεται ως βιομηχανία συσκευασίας τροφίμων.

Λόγω δε της μη καταβολής από την ενάγουσα συμμετοχής της στο κόστος του έργου εγκατάστασης υποσταθμού επανήλθε την 14-03-2003 με δεύτερη αίτησή της, στην οποία αυτοπροσδιορίζεται ως βιομηχανία συσκευασίας τροφίμων. Παράλληλα, υπέβαλε την από 5-5-2003 υπεύθυνη δήλωση αδειούχου εγκαταστάτη προς την εναγόμενη εταιρεία ενώ στη φάση αυτή υπέβαλε και τη με αριθμ.

πρωτ. 644/Φ. 14-1759 άδεια λειτουργίας εργοστασίου συσκευασίας τυροκομικών προϊόντων, ιδιοκτησίας "... Α.Ε.Β.Ε.", που βρίσκεται εγκατεστημένο στη Β' ΒΙ.ΠΕ. …, μετά δε την περάτωση των εργασιών για την επαύξηση της ισχύος, υπογράφηκε την 25-6-2003 το νέο συμβόλαιο ηλεκτροδότησης. Παρά το γεγονός ότι στην προσκομισθείσα άδεια λειτουργίας της επιχείρησης της ενάγουσας, αναφερόταν ως αντικείμενο εργασιών η συσκευασία τυροκομικών προϊόντων και Κ.Α.

ΣΤΑΚΟΔ 91:748.2, καταχωρήθηκε εσφαλμένως στο ηλεκτρονικό σύστημα "ΕΡΜΗΣ" της εναγόμενης ΔΕΗ ως κωδικός δραστηριότητας (Κ.Α. ΣΤΑΚΟΔ) ο 155.1, που αντιστοιχούσε σε μεταποιητική δραστηριότητα και συνακόλουθα δικαιούταν παροχή ρεύματος με τιμολόγιο βιομηχανικής χρήσης. Το σφάλμα διαπιστώθηκε την 30-3-2005 σε έλεγχο που πραγματοποίησε ο υπάλληλος της υπηρεσίας πωλήσεων … Τ.

Λ. και επιβεβαιώθηκε κατά την από 6-4-2005 αυτοψία που διενήργησαν στο χώρο της επιχείρησης της ενάγουσας οι υπάλληλοί της κ. Λ. και Κ.. Την ανωτέρω ημερομηνία η ενάγουσα εταιρεία για πρώτη φορά επικαλείται ότι ο σκοπός της επιχείρησης της αφορά όχι μόνο συσκευασία τυριού αλλά και μεταποίηση τυροκομικών προϊόντων, προς απόδειξη δε τούτου προσκόμισε την με αριθμ.

πρωτ. 644/Φ.14- 1759/27-3-2003 ορθή επανάληψη της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας ως προς το είδος της εγκατάστασης και ως προς το Κ.Α. ΣΤΑΚΟΔ, όπου ως τέτοια αναγράφονταν πλέον το 94:155.1 και 158.9 και ως προς το είδος αυτής αναγράφονταν ότι πρόκειται για εργοστάσιο μεταποίησης, ωρίμανσης, τυποποίησης τυροκομικών προϊόντων και σαλατών.

Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε όμως, ότι ο χαρακτήρας της δραστηριότητας της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας δεν υπήρξε μεταποιητικός, καθόσον αυτή δεν συγκεντρώνει το θεμελιωτικό στοιχείο της μεταποιητικής δραστηριότητας που είναι η παρέμβαση πάνω σε προϊόντα γεωργίας, κτηνοτροφίας και αλιείας και η παραγωγή με μηχανικά, χημικά ή άλλα μέσα νέων προϊόντων, διάφορων της χρησιμοποιηθείσας πρώτης ύλης, στοιχείο που θεωρεί λογικώς προαπαιτούμενο τόσο ο ν. 2516/1997 αλλά και ο μεταγενέστερος τούτου 3325/2005

(αρθρ. 2 παρ. 1) όσο και το άρθρο 2 του Κανονισμού 1/2004 της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου. Ειδικότερα, στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο τούτο κρίνει, ότι η δραστηριότητα της επιχείρησης της ενάγουσας εταιρείας δεν είναι μεταποιητική είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, το γεγονός ότι πραγματική μεταποιητική δραστηριότητα η ενάγουσα εταιρεία εφαρμόζει μόνο στη γραμμή παραγωγής μαρινάτας, πλην όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να προσδώσει στο σύνολο της επιχείρησης της ενάγουσας το μεταποιητικό χαρακτήρα, καθόσον η εγκατεστημένη ισχύς των μηχανημάτων στη γραμμή μαρινάτας είναι 20KW, ενώ η ισχύς όλων των λοιπών μηχανημάτων, ήτοι αυτών που δεν είναι ενταγμένα σε κάποια μεταποιητική δραστηριότητα, ανέρχεται σε 288KW με την επιπλέον επισήμανση ότι η ισχύς των 134KW των ψυκτικών μηχανημάτων χρησιμοποιούνται για τη συντήρηση του τυριού σε θερμοκρασία 2-4° C και όχι για την ωρίμανση του τυριού (η οποία θα αποτελούσε μία καταρχήν μεταποιητική δραστηριότητα ενταγμένη σε μία σειρά διαδικασιών) για την οποία απαιτείται θερμοκρασία 17-19° C.

Δεύτερον, από το γεγονός που επιβεβαιώνεται από τους μάρτυρες και των δύο διαδίκων, ότι δηλαδή η ενάγουσα δεν αγοράζει γάλα για να παράγει τυρί αλλά προμηθεύεται έτοιμο τυρί φέτα, το οποίο συντηρεί και συσκευάζει. Τρίτον, από τη σύνθεση των εργαζόμενων στην επιχείρηση της, όπου μεταξύ των εργαζόμενων υπάρχει μόνο ένας χημικός;

ενώ όλοι οι υπόλοιποι είναι στην μεγαλύτερη πλειοψηφία ανειδίκευτοι εργάτες (35), αποθηκάριοι (4) τεχνολόγοι (2) και υπάλληλοι διοικητικών καθηκόντων. Τα ανωτέρω στοιχεία σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σε όλα τα έγγραφα της ενάγουσας εταιρείας από το έτος 1993 μέχρι το 2003 και μάλιστα σε αυτά που υποβλήθηκαν στην εναγόμενη Δ.Ε.Η., δεν γίνεται λόγος για μεταποιητική δραστηριότητα αλλά η ίδια η ενάγουσα αυτοπροσδιορίζονταν ως επιχείρηση συσκευασίας προϊόντων τυριού, ενώ για πρώτη φορά υποστήριξε τον μεταποιητικό χαρακτήρα της δραστηριότητάς της με την προμνησθείσα "ορθή επανάληψη" της άδειας λειτουργίας της, την 6-4-2005, άγουν το παρόν Δικαστήριο στην κρίση περί, του ότι η ενάγουσα δεν ασκεί μεταποιητική δραστηριότητα.

Το γεγονός ότι σειρά τεχνικών εκθέσεων του TEE, του Περιφερειακού Τμήματος Θεσσαλίας της Ένωσης Ελλήνων Χημικών και του Οικονομικού Επιμελητηρίου, όλες συνταχθείσες μετά την 6-4-2005 καταφάσκουν τον μεταποιητικό χαρακτήρα της επιχείρησης της ενάγουσας δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο αυτό σε διαφορετική περί των ανωτέρω κρίση, ήτοι από αυτή της μη μεταποιητικής δραστηριότητας.

Τούτο διότι, οι ανωτέρω εκθέσεις και ειδικά η με αριθμ. πρωτ. 2418/05/Φ. 14-1759/2-1-2006 έγγραφη απάντηση της Διεύθυνσης Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., με την οποία παρέχονται διευκρινήσεις προς τη Δ.Ε.Η. σχετικά με την χορηγηθείσα από αυτή "ορθή επανάληψη της άδειας λειτουργίας

της επιχείρησης της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, χαρακτηρίζονται από γενικές αιτιολογίες αρκούμενες στην μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη τα στοιχεία του σχετικού φακέλου που βρίσκεται στο αρχείο της υπηρεσίας, όσο και η γενικότερη άποψη για τη δραστηριότητα του εν λόγω εργοστασίου, που έχει προκύψει από αλλεπάλληλους ελέγχους και αυτοψίες, που κατά καιρούς έχουν γίνει, χωρίς όμως τα ανωτέρω έγγραφα να συνοδεύονται από κάποια έκθεση ελέγχου και αυτοψίας. Οι ανωτέρω επισημάνσεις σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ούτε η ίδια η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία ισχυρίσθηκε τουλάχιστον, ότι σε κάποιο χρονικό σημείο μετά το 1994 συντελέστηκε μετατροπή του αντικειμένου της δραστηριότητας της, οδηγούν στην κρίση περί της μη μεταποιητικής δραστηριότητας της επιχείρησης της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας.

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, η ενέργεια της εναγόμενης Δ.Ε.Η. να προχωρήσει σε τιμολόγηση του πωλούμενου στην ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία ηλεκτρικού ρεύματος με βάση το τιμολόγιο γενικής και όχι βιομηχανικής χρήσης και σε συνέχεια να ζητήσει αναδρομικώς το ποσό των 40.586,38 ευρώ για την χρονική περίοδο από 29-6-2003 μέχρι το χρόνο αλλαγής του τιμολογίου (Απρίλιος 2005) ήταν ορθή και σύμφωνα με τον πραγματικό χαρακτήρα της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας και συνακόλουθα δεν ήταν ούτε παράνομη αλλά ούτε και καταχρηστική μονομερής ενέργεια.

Τούτο διότι, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη Δ.Ε.Η. προέβη σε επιβολή στην ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία αυθαίρετου όρου συναλλαγής αναφορικά με την αύξηση του τιμήματος-αντιπαροχής για την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας με βάση τιμολόγιο γενικής χρήσης, δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση αλλαγής της μορφής της συγκεκριμένης σύμβασης, που είχε ήδη διαμορφωθεί στο παρελθόν με βάση κανόνες ενδοτικού δικαίου με αποτέλεσμα να επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την ιδιότητά της ως καταναλωτή δεδομένου η ένταξη αυτής στο τιμολόγιο βιομηχανικής χρήσης υπήρξε αποτέλεσμα σφάλματος του υπαλλήλου της Δ.Ε.Η.

έγινε χωρίς αίτηση της ιδίας (ενάγουσας) και αποδοχής εκ μέρους της ΔΕΗ, σε κάθε δε περίπτωση η ίδια η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία είχε αυτοπροσδιορισθεί επί σειρά ετών ως επιχείρηση μη μεταποιητική. Δηλαδή, αποδείχθηκε, ότι η επίδικη ενέργεια της Δ.Ε.Η. δεν έρχεται να ανατρέψει ξαφνικά μία επί σειρά ετών διαμορφωμένη κατάσταση που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων και η οποία αφορούσε την τιμολογιακή πολιτική της εναγόμενης Δ.Ε.Η.

έναντι της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, κατόπιν διαπραγμάτευσης και ρητής συμφωνίας δεσμευτικής για τους συμβαλλόμενους δεδομένου ότι η επιχείρηση τής ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας από της ενάρξεως της λειτουργίας της το έτος 1993 μέχρι τον Απρίλιο του 2005 ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για χορήγηση σε αυτήν ηλεκτρικού ρεύματος βιομηχανικού τιμολογίου αλλά αντιθέτως από την αρχή ζήτησε την παροχή ρεύματος χωρίς να αιτηθεί ειδικά αυτό να της παρέχεται με βιομηχανικό τιμολόγιο, ενώ η μόνη φορά που υπέβαλε στη Δ.Ε.Η.

αίτηση ήταν για την επαύξηση της ισχύος του παρεχόμενου σε αυτήν ρεύματος. Αντιθέτως, με την επίδικη ενέργειά της, η Δ.Ε.Η. αποκαθιστά τη διαταραχθείσα μεταξύ αυτής και της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας συναλλακτική ισορροπία συνεπεία του λάθους κατάταξης στο Κ.Α. ΣΤΑΚΟΔ 155.1 που αντιστοιχούσε σε μεταποιητική δραστηριότητα και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει λόγος για τη σύμφωνα με το άρθρο 18α παρ. 1 του Ν. 146/1914 καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, που ούτως ή άλλως υφίσταται μεταξύ των διαδίκων εν προκειμένω και η οποία θα μπορούσε να συνίσταται στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη μεταβολή ή διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων.

Πέραν των ανωτέρω, η Δ.Ε.Η. ενεργώντας με τον ανωτέρω τρόπο κινείται εντός του πλαισίου της παρ. 7 του άρθρου τετάρτου της υπ' αριθμ. Δ5/ΗΛ/Φ.29/23860/30-11-2007 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης: "Αύξηση Τιμολ. Πώλησης Ηλεκτρ. Ενέργειας "ΔΕΗ ΑΕ" Δεκεμ. 2007 και Τροπ. Κώδικα Προμήθειας", σύμφωνα με την οποία "Η "ΔΕΗ ΑΕ", κατά την κατάρτιση και τροποποίηση των συμβάσεων προμήθειας, τις οποίες συνάπτει με πελάτες που συνδέονται στην Υψηλή Τάση, οφείλει να τηρεί τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, και να πράττει κατά τρόπο που διαφυλάσσει τις συνθήκες ανάπτυξης ανταγωνισμού και την προστασία των καταναλωτών." Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, στο οποίο με την 1158/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου είχε παραπεμφθεί η υπόθεση ,μετά την αναίρεση της προηγούμενης 592/2009 απόφασής του,αφού έκανε δεκτή την από 18-5-2007 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 53/2007 απόφασης του πρωτοβαθμίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου) δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσείουσας απέρριψε την από 21-11-2005 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία η τελευταία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η κατανάλωση ρεύματος από την επιχείρησή της, λόγω του βιομηχανικού χαρακτήρα της, πρέπει να χρεώνεται με τιμολόγιο βιομηχανικής και όχι γενικής χρήσης και ότι συνακόλουθα ,δεν οφείλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 40.586,38 ευρώ, που αφορά αναδρομική ανατιμολόγηση ρεύματος.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι η δραστηριότητα της επιχείρησης της αναίρεσείουσας, ήταν εμπορική και όχι βιομηχανική, ώστε να δικαιούται παροχή ρεύματος με βιομηχανικό τιμολόγιο,αφού αυτή συνίστατο στην προμήθεια, συσκευασία και εμπορία τυροκομικών προϊόντων και συναφών ειδών και όχι σε δημιουργία νέων προϊόντων, διάφορων της χρησιμοποιηθείσας πρώτης ύλης, τα οποία θα προέκυπταν από μεταποιητική δραστηριότητα αυτής, με μηχανικά, χημικά ή άλλα μέσα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2παρ.1 των νόμων 2516/1997 και 3325/2005, από το περιεχόμενο των οποίων σαφώς προκύπτει ότι για να χαρακτηριστεί μία επιχείρηση βιομηχανική, ώστε να δικαιούται να λαμβάνει ρεύμα με το μειωμένο, έναντι του κοινού, βιομηχανικό τιμολόγιο, πρέπει να διαφοροποιεί, ήτοι να μεταποιεί την πρώτη ύλη, με κάποιου είδους παρέμβαση, σε άλλο προϊόν.

Η αναιρεσείουσα ,με τον τρίτο υπό στοιχείο 5γ αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμ.1ΚΠολΔ,μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης του ν.3325/2005, διότι η εκτελούμενη από την ίδια με μηχανικά κυρίως αλλά και χημικά μέσα προσθήκη ενζύμων για ωρίμανση στα τυριά, διαφοροποιεί την πρώτη ύλη του τυριού και η συσκευασία και υποσυσκευασία αυτού είναι βιομηχανική διαδικασία.

Ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, κατά το σκέλος του περί διενέργειας προσθήκης ενζύμων στο τυρί,(παραδοχή μη υφιστάμενη στην προσβαλλόμενη) εφόσον με την κατ' επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας επιχειρείται, απαράδεκτα, η επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης. Κατά τα λοιπά,ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος,εφόσον η συσκευασία ή υποσυσκευσία του τυριού δεν αποτελεί διαφοροποίηση αυτού, ώστε να πρόκειται περί βιομηχανικής ,με την ανωτέρω έννοια, διαδικασίας.

Με τον τρίτο επίσης λόγο της κρινόμενης αίτησης η αναίρεσείουσα, υπό τα στοιχεία 4και 5α, β, δ και ε, από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι με το να θεωρήσει απαραίτητο στοιχείο της βιομηχανικής δραστηριότητας την μεταποίηση της πρώτης ύλης, και όχι και την συσκευαστική και τυποποιητική δραστηριότητα, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ακόλουθες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις,βάσει των οποίων η διαδικασία συσκευασίας και τυποποίησης αρκούν για να προσδώσουν τη βιομηχανική ιδιότητα, ήτοι:

α) του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών (Απόφαση 313025/11-1-1994 του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ 8/Β/11.1.1994), στην παρ.9 του άρθρου 2 του οποίου ως παρασκευαστής νοείται το πρόσωπο ή η βιομηχανία που, μεταξύ άλλων, συσκευάζει τρόφιμα,ενώ στο άρθρο 79 αυτού ως εγκατάσταση μεταποίησης νοείται η εγκατάσταση ή και εκμετάλλευση παραγωγής ,στην οποία το γάλα ή και τα προϊόντα με βάση το γάλα υποβάλλονται σε επεξεργασία,μεταποιούνται και συσκευάζονται, β)του Κανονισμού ΕΚ 1/20054 της 23-12- 2003 "σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων", με το άρθρο 2 παρ.3 του οποίου ορίζεται, ότι μεταποίηση γεωργικού προϊόντος είναι η επέμβαση σε ένα γεωργικό προϊόν, όταν το προϊόν που προκύπτει από την επέμβαση είναι επίσης γεωργικό, όπως ορίζει και η 6904/14-2-2014 (ΦΕΚΒ465/25-2-2014) απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και γ) του άρθρου 6 παρ.2α του ν.2251/1994 περί "προστασίας καταναλωτή", συμφωνά με το οποίο, ως παραγωγός θεωρείται...και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος επιθέτοντας σ' αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα.

Ο λόγος είναι αβάσιμος,εκτός του ότι όσον αφορά τον Κανονισμό ΕΚ 1/2004, η μεταποίηση ενός αγροτικού προϊόντος, ισούται με την επέμβαση επ' αυτού, κυρίως ως αλυσιτελής, εφόσον οι ανωτέρω διατάξεις σκοπούν στην εξυπηρέτηση άλλων σκοπών και προστασία άλλων εννόμων συμφερόντων (όπως της δημόσιας υγείας,της εφαρμογής των σχετικών διατάξεων της ΣΛΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και της προστασίας του καταναλωτή έναντι του οιονεί παραγωγού) και όχι στην μόνη ενδιαφέρουσα, στην προκειμένη περίπτωση, βιομηχανική δραστηριότητα, που καθιστά υποχρεωτική την παροχή ρεύματος με μειωμένο βιομηχανικό τιμολόγιο, η οποία είναι η μεταποιητική.

Περαιτέρω,από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, σε σχέση με τα ουσιώδη εν προκειμένω ζήτηματα αφενός μεν, της μη βιομηχανικής, με την προαναφερθείσα έννοια δραστηριότητας της αναιρεσείουσας, αφετέρου δε, της μη παράνομης και καταχρηστικής ενέργειας της αναιρεσίβλητης να ζητήσει το ποσό των 40.586,38 ευρώ για την περίοδο από 29-6-2003 μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2005, το οποίο αντιστοιχεί στην κατανάλωση ρεύματος με κοινό τιμολόγιο, προκύπτεί ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικό κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό των προεκτεθεισών διατάξεων, όπως και αυτής του άρθρου 281ΑΚ, που το Εφετείο εφάρμοσε, κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής τους.

Επομένως,όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, επικαλούμενη παντελή έλλειψη αιτιολογίας, αναφορικά με τον προσδιορισμό της ασκούμενης δραστηριότητάς της,είναι αβάσιμα,εφόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση, σαφώς περιγράφεται το αντικείμενο δραστηριότητάς της, ως αυτό της βιομηχανικής συσκευασίας και εμπορίας γενικά τροφίμων και συναφών ειδών, και ειδικότερα προμήθειας έτοιμου τυριού φέτας, το οποίο συντηρεί και αφού το συσκευάζει, το πωλεί, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας η αναλυτική περιγραφή των σταδίων από την παραλαβή αυτού μέχρι την μεταπώληση του, αφού το ουσιώδες εν προκειμένω ζήτημα είναι η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η προεκτεθείσα δραστηριότητά της δεν είναι μεταποιητική.

Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, από το άρθρο 559αριθμ.19 ΚπολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με αιτιολογία,αντιφατική, κατά το μέρος που δέχθηκε τη μεταποιητική της δραστηριότητα στη γραμμή παραγωγής μαρινάτας και με ενδοιαστική και ελλιπή ,κατά το μέρος που αφορά, στην ισχύ των μηχανημάτων της ανά τομέα δραστηριότητας, στην αγορά γάλατος προς συσκευασία, στον αυτοπροσδιορισμό της ως εταιρίας συσκευασίας προϊόντων τυριού και στη σύνθεση των εργαζομένων της επιχείρησής της, κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα περί έλλειψης μεταποιητικής δραστηριότητας, αρκούμενη στις ανωτέρω αρνητικές"επισημάνσεις",που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην κρίση όμοιας και με την άποψη της, περί του βιομηχανικού χαρακτήρα της επιχείρησής της, κάτι που πράγματι ισχύει.

Ο ανωτέρω λόγος ,κατά το σκέλος με το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται αντίφαση, είναι αβάσιμος,εφόσον η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί εφαρμογής μεταποιητικής δραστηριότητας μόνο στη γραμμή παραγωγής μαρινάτας,δεν είναι αντιφατική με την παραδοχή ότι αυτό δεν είναι αρκετό για να προσδώσει στο σύνολο της επιχείρησης της αναιρεσείουσας το μεταποιητικό χαρακτήρα.

Κατά τα λοιπά ,ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι,

Α)οι με αυτόν επικαλούμενες ελλείψεις στην ανάλυση,αιτιολόγηση και επιχειρήματα που χρησιμοποίησε το Εφετείο για να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα, δεν ιδρύουν τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο,αφού το πόρισμά του για μη άσκηση βιομηχανικής δραστηριότητας που θα δικαιολογούσε την παροχή ρεύματος με βιομηχανικό τιμολόγιο,είναι σαφές και

Β) με την περί του αντιθέτου επιχειρηματολογία που περιλαμβάνει σε κάθε μη επαρκή (κατά την αναιρεσείουσα) επισήμανση του Εφετείου και την τελική κατάληξή της περί εσφαλμένης εκτίμησης αυτών, επιχειρεί την επί της ουσίας επανεκδίκαση της υπόθεσης. Η αναιρεσείουσα, περαιτέρω,με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, από το άρθρο 559 αριθμ19 ΚπολΔ, μέμφεται το Εφετείο,

α) για αντιφατική αιτιολογία , μεταξύ της παραδοχής ότι από το έτος 1993 η αναιρεσείουσα πλήρωνε την κατανάλωση ρεύματος με τιμολόγιο βιομηχανικής χρήσης και αυτής, ότι δεν ανατρέπει η αναιρεσίβλητη μία επί σειρά ετών διαμορφωμένη κατάσταση,

β) για ανεπαρκή αιτιολογία, διότι, δεχόμενο ότι η ένταξη της επιχείρησής της στο τιμολόγιο βιομηχανικής χρήσης υπήρξε αποτέλεσμα σφάλματος του υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, δεν προσδιορίζει τον χρόνο του σφάλματος ,τον υπάλληλο που το διέπραξε, την αιτία αυτού και τη διατήρηση της πλάνης επί δώδεκα έτη και γ) για ανεπαρκή αιτιολογία στην παραδοχή ότι δεν αιτήθηκε ειδικώς βιομηχανικό ρεύμα,αφού δεν αναφέρει το λόγο της ενέργειάς της αυτής.

Ο ανωτέρω λόγος,με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με τις ανωτέρω επιλεκτικές και αποσπασματικές αναφορές, επιχειρεί να πλήξει το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, περί μη καταχρηστικής σχετικώς συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης με την εκ μέρους της παράβαση των γενικών όρων των συναλλαγών, είναι αβάσιμος.

Ειδικότερα, η παραδοχή του Εφετείου,ότι από την έναρξη, το έτος 1993, της επιχείρησης της αναιρεσείουσας, η ηλεκτροδότησή της με μειωμένο τιμολόγιο, δεν ήταν αποτέλεσμα ρητής και δεσμευτικής συμφωνίας των διαδίκων, αφού ουδέποτε η αναιρεσείουσα ζήτησε την παροχή ρεύματος βιομηχανικού τιμολογίου,αντιθέτως δε η τελευταία αυτοπροσδιοριζόταν, επί σειρά ετών, ως μη ασκούσα μεταποιητική δραστηριότητα, αλλά ήταν προϊόν σφάλματος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα η ενέργεια της τελευταίας να ζητήσει το προαναφερθέν ποσό, που πράγματι οφείλει η αναιρεσείουσα,για την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος από 29-6-2003 μέχρι τη διαπίστωση του σφάλματος, το έτος 2005, δεν ανατρέπει μία επί σειρά ετών διαμορφωμένη κατάσταση, που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, ούτε περιορίζει θεμελιώδη δικαιώματα της αναιρεσείουσας με την ιδιότητα της ως καταναλωτή, ώστε να θεωρηθεί η αξίωση της καταβολής του ως άνω ποσού παράνομη και καταχρηστική μονομερής ενέργεια, είναι επαρκώς αιτιολογημένη (χωρίς να απαιτείται προς τούτο η αναφορά και των αναφερομένων στον ανωτέρω αναιρετικό λόγο υπό στοιχείο β και γ στοιχείων) σαφής και όχι αντιφατική.

Με τις προαναφερόμενες εξάλλου παραδοχές, του Εφετείου,ότι δεν ανετράπη από την προεκτεθείσα συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης αιφνιδιαστικά μία επί σειρά ετών διαμορφωμένη κατάσταση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, μη αρκούμενο μόνο σε συμπεριφορά της αναίρεσείουσας, αλλά στην διαμόρφωση της επί σειρά ετών συναλλακτικής σχέσης των διαδίκων, με επαρκή περιγραφή των ενεργειών αμφοτέρων.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με ειδικότερη αιτίαση του τέταρτου αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθμ.1Κ.ΠολΔ, περί εσφαλμένης, συναφώς, μη εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης, λόγω παραδοχής από το Εφετείο•ως μόνου στοιχείου, αποκλείοντος την υπό την ανωτέρω έννοια καταχρηστικότητα, τη συμπεριφορά μόνο αυτής και όχι και της δικαιούχου αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμα.

Από την επισκόπηση,εξάλλου,των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την 592/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή της αναίρεσείουσας με το ήδη προεκτεθέν περιεχόμενο, διότι, (κατά την κρίση του ανωτέρω δικαστηρίου) το αν αυτή έχει ή όχι τις προϋποθέσεις να καταναλώνει για τις ανάγκες λειτουργίας της επιχείρησής της ηλεκτρικό ρεύμα, το οποίο θα κοστολογείται από την αναιρεσίβλητη με τιμολόγιο βιομηχανικής χρήσης, αποτελεί πραγματικό γεγονός και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής.

Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 1158/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο, κατ' αποδοχή αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθμ.1ΚΓ1ολΔ, έκρινε αντιθέτως, ότι η αγωγή είναι νόμιμη και φέρει τον χαρακτήρα της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, αφού η έννοια και ο χαρακτηρισμός του είδους της επιχείρησης της αναιρεσείουσας ως βιομηχανικής ή εμπορικής ,δεν αποτελεί απλό πραγματικό γεγονός αλλά νομική έννοια, από το περιεχόμενο της οποίας εξαρτώνται ακριβώς οι προαναφερθείσες έννομες συνέπειες, όπως το είδος και το ύφος της χρέωσης της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος.

Επομένως,το μόνο ζήτημα που έκρινε κατά τρόπο δεσμευτικό για το δικαστήριο της παραπομπής (στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση) ο 'Αρειος Πάγος, ήταν η νομιμότητα της αγωγής της προεκτεθείσας αγωγής της αναιρεσείουσας, στο οποίο και συμμορφώθηκε το Εφετείο. Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, υπό στοιχεία 1 και 2, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.18 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο,ότι δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, με την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε για να διακριβωθεί αν η επιχείρησή της είναι ή όχι βιομηχανική και όχι μεταποιητική ή συσκευαστική, είναι αβάσιμος.

Άλλωστε,με την προσβαλλόμενη απόφαση αυτό ακριβώς διερευνήθηκε και τελικώς διακριβώθηκε ότι λόγω έλλειψης του κυρίαρχου στοιχείου της βιομηχανικής επεξεργασίας, ήτοι της παρέμβασης στην πρώτη ύλη, δεν ήταν η αναιρεσείουσα βιομηχανική επιχείρηση. Εξάλλου, με ειδικότερη αιτίαση, περιλαμβανόμενη στον ίδιο (τρίτο) αναιρετικό λόγο, υπό στοιχείο 3, η αναιρεσείουσα, κατ'επίκληση πλημμέλειας,από το άρθρο 559αριθμ (κατ'εκτίμηση) 8ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη αίτημα μη περιλαμβανόμενο στην αγωγή της, και συγκεκριμένα το χαρακτηρισμό της επιχείρησής της ως μεταποιητικής, χωρίς να έχει τέτοιο αίτημα, αφού με την αγωγή ζητούσε να χαρακτηρισθεί η επιχείρησή της ως βιομηχανική.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο ακριβώς το προεκτεθέν αίτημα της αγωγής έλαβε υπόψη στο οποίο περιλαμβανόταν ως προσδιοριστικό στοιχείο της βιομηχανικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας, η μεταποιητική της δραστηριότητα, την οποία και δεν δέχθηκε.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για μη λήψη παρά τον νόμο πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προϋποθέτει πράγμα που προτάθηκε παραδεκτώς, γιατί διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να το λάβει υπόψη (Ολ.ΑΠ2/2001).

Περαιτέρω, δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι,απαράδεκτοι,αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ87/2013, 1 80/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο υπό στοιχείο 1 λόγο της κρινόμενης αίτησής της, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση,ότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη αγωγικό της ισχυρισμό ,που όπως εκθέτει στο αναιρετήριο, για πρώτη φορά εξειδίκευσε με τις ενώπιον του Εφετείου κατατεθείσες από 22-10-2015 προτάσεις της, σύμφωνα με τον οποίο ο 7ος όρος του μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης συμβολαίου, ότι, "ο Προμηθευτής έχει πάντοτε το δικαίωμα να αλλάξει τα Τιμολόγια και τους γενικούς όρους και συμφωνίες χωρίς να ειδοποιήσει επίσημα τον Καταναλωτή" είναι καταχρηστικός, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.7 περ.ια' και κζ' του νόμου 2251/1994 (περί προστασίας του καταναλωτή), κατά τους οποίους είναι καταχρηστικοί ιδίως οι όροι οι οποίοι,αντίστοιχα: "χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή" και "αναστρέφουν το βάρος της απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή η περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα".Ο λόγος είναι απαράδεκτος, Α) προεχόντως, διότι με τον ανωτέρω ισχυρισμό η αναιρεσείουσα επιχείρησε να συμπλήρώσει ανεπιτρέπτως (άρθρα 223, 224, 525, 526, 527 Κ.Πολ.Δ.) με την προσθήκη νέου περιστατικού την ιστορική βάση της αγωγής της, εκθέτοντας σχετικώς στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της κατά λέξη:"ακόμη και αν παρεχόταν η δυνατότητα στη ΔΕΗ για μονομερή επαναπροσδιορισμό της χρέωσης ρεύματος, και μάλιστα αναδρομικά, δυνάμει σχετικού άρθρου ή όρου, οι όροι αυτοί έχουν τεθεί με απολύτως καταχρηστικό τρόπο....και προσκρούουν σε κάθε περίπτωση στους επιτρεπτούς γενικούς όρους συναλλαγών,όπως έχουν διαμορφωθεί από το δίκαιο του καταναλωτή (Ολ.ΑΠ2/1994,ΑΠ1183/2015) και Β) Σε κάθε περίπτωση, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αόριστος αφού η αναιρεσείουσα αρκείται στη διατύπωση του κατ' αυτήν άκυρου όρου και των διατάξεων του νόμου 'περί προστασίας του καταναλωτή' χωρίς αναφορά περιστατικών που να καθιστούν δυνατή τη διερεύνηση της παράβασης αυτών.

Επομένως,ορθά ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο. Κατόπιν αυτού,είναι αβάσιμος, ως αλυσιτελής, ο προβαλλόμενος επικουρικά (για την περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι ερευνήθηκε και απορρίφθηκε ο τέταρτος υπό στοιχείο 2 αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ.1ΚΠολΔ, για εσφαλμένη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 2 παρ.7περ.ια'και κζ' του νόμου 2251/1994 σε συνδυασμό με το άρθρο 281ΑΚ.

Υπέρβαση δικαιοδοσίας, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.4 ΚΠολΔ, υπάρχει στις περιπτώσεις που τακτικό πολιτικό δικαστήριο επιλήφθηκε υπόθεσης, η οποία κατά νόμον ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου από τη φύση της, ή υπόθεσης, η οποία κατ' αρχήν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, όμως με ρητή διάταξη νόμου έχει εξαιρεθεί από αυτή.

Τα πλαίσια της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων καθορίζονται από το άρθρο 1 ΚΠολΔ. Περίπτωση, όμως, τέτοιας υπέρβασης δικαιοδοσίας δεν συντρέχει, όταν το πολιτικό δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία, αν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της δίκης, δεν θα υπήγονταν στη δικαιοδοσία του, διότι η έννοια του παρεμπίπτοντος συνδέεται στο νόμο (άρθρα 2 και 282 ΚΠολΔ) με την απλή εξέταση αλλά όχι και τη διάγνωση του ζητήματος, το οποίο αποτελεί το παρεμπίπτον.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τα πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοίκησης ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.

Η έρευνα αυτή των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων. Ειδικότερα, το πολιτικό δικαστήριο, όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως μία διοικητική πράξη, ελέγχει μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και τέλος αν είναι ή όχι αιτιολογημένη.

Δηλαδή παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν άκυρη κ.λπ., ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ1/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΟλΑΠ2/2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης ανταπόδειξης μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από τον συντάκτη αυτού ή ότι έγιναν ενώπιόν του. Παράλληλα, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ, αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης ανταπόδειξης, χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών, για τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται στα δημόσια έγγραφα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης αυτών (ΑΠ 435/2016, 883/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ.4, (κατ'εκτίμηση) 11γ και 12 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, αντίστοιχα, α) ότι με την παραδοχή του, πως η σχετική, με αριθμό πρωτ.2418/05/Φ.14-1759/2-1-2006 έγγραφη διευκρινιστική απάντηση της Διεύθυνσης Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., "χαρακτηρίζεται από γενικές αιτιολογίες",ακύρωσε, καθ'υπέρβαση της δικαιοδοσίας του, την εν λόγω διοικητική πράξη, β)δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά έγγραφα που είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιόν του προς απόδειξη του βιομηχανικού χαρακτήρα της επιχείρησής της, ήτοι:

1) την 644/Φ.14-1759 από 27 Μαρτίου 2003 "Άδεια Λειτουργίας Εργοστασίου συσκευασίας τυροκομικών προϊόντων" εκδοθείσα από τη Δ/νση Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας της Ν. Α …, 2

) την 693/Φ.14-1759 από 6 Απριλίου 2005 Τροποποίηση άδεια λειτουργίας "Εργοστασίου μεταποίησης, ωρίμανσης, τυποποίησης τυροκομικών προϊόντων και σαλατών, που εκδόθηκε από την ανωτέρω Διεύθυνση,

3) την 644/Φ.14-1759 από 27 Μαρτίου 2003 "Ορθή επανάληψη ως προς το είδος εγκατάστασης και ως προς το Κ.Α ΣΤΑ.ΚΟΔ 94 της άδειας "Λειτουργίας Εργοστασίου συσκευασίας τυροκομικών προϊόντων", που εξέδωσε η ίδια Διεύθυνση και

4) την 710/Φ14-1759 από 6 Απριλίου 2005 Βεβαίωση ,με την οποία βεβαιώνεται ο χαρακτήρας της βιομηχανίας της και το αντικείμενο δραστηριότητάς της και γ) δεν προσέδωσε στα ανωτέρω αποδεικτικά έγγραφα, που είχαν εκδοθεί από αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και με τα οποία η επιχείρησή της χαρακτηριζόταν ως βιομηχανική, την αυξημένη αποδεικτική δύναμη, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν ανταπέδειξε το περιεχόμενο τους.

Οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι, αφού, το Εφετείο, 1)δεν ακύρωσε την προαναφερθείσα διευκρινιστική απάντηση της Διεύθυνσης Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης …, ώστε να υπερβεί τη δικαιοδοσία του, αλλά, αφού έκρινε, στο πλαίσιο του παρεμπίπτοντος ελέγχου αυτής, ότι χαρακτηρίζεται από γενικές αιτιολογίες, δεν συντάχθηκε με το περιεχόμενό της και δεν την εφάρμοσε, 2) από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν,σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τα παραπάνω έγγραφα και 3) δέχθηκε, ότι ο χαρακτηρισμός, με τα προεκτεθέντα έγγραφα που εξέδωσε η αρμόδια Διεύθυνση της Ν.Α ...

περί βιομηχανικής δραστηριότητας ανταποδείχθηκε από την αρνούμενη αυτόν αναιρεσίβλητη από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δυνατότητα την οποία είχε η τελευταία και δεν αμφισβητεί η αναιρεσείουσα. Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας, κατ'επίκληση της

από το άρθρο 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας ότι από την "αρνητική διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης" (κάτι που είναι αβάσιμο) συνάγεται το συμπέρασμα, ότι η ίδια δεν απέδειξε τον ισχυρισμό της και όχι ότι τον ανταπέδειξε η αναιρεσιβαλόμενη, δεν συνιστά τον προαναφερθέντα αναιρετικό λόγο.

Κατά το άρθρο 2 του Ν. 703/1977 πριν την κατάργηση του ν.703/1977 με τον ν. 3959/2011) οριζόταν ότι απαγορεύεται η υπό μιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης αυτών επί του συνόλου ή μέρους της αγοράς της χώρας. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση δύναται να συνίσταται ιδία: α) στον άμεσο ή έμμεσο εξαναγκασμό προς καθορισμό είτε των τιμών αγοράς ή πωλήσεως είτε άλλων μη ευλόγων όρων συναλλαγής, β) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων εκ της παρά των αντισυμβαλλομένων αποδοχής προσθέτων παροχών, ή συνάψεως προσθέτων συμβάσεων οι οποίες κατά την φύση τους ή συμφώνως προς τις εμπορικές συνήθειες, δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. Εξ άλλου, στο άρθρο 18α παρ. 1 του Ν. 146/1914 που προστέθηκε με το άρθρ. 22 παρ. 1 του ν.3784/2009, ορίζονται τα ακόλουθα: 1. Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων.

Περαιτέρω,κατά το άρθρο 559 αρ. 9γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008).

Για την ευδοκίμηση του λόγου αυτού απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό (ΑΠ 780/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο λόγο υπό στοιχείο 3, μέμφεται το Εφετείο,ότι καίτοι, στο αγωγικό της δικόγραφο υπήρχε αυτοτελής βάση καταχρηστικής εκμετάλλευσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της δεσπόζουσας θέσης της με την επιβολή σε βάρος της του αυξημένου τιμολογίου για την κατανάλωση ρεύματος, αυτή έμεινε αδίκαστη.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον όπως προκύπτει από την προεκτεθείσα παράθεση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, η εν λόγω βάση δικάστηκε και απορρίφθηκε εκτός από το διατακτικό της και ρητά με το σκεπτικό της απόφασης. Εξάλλου,η σχετική παραδοχή του Εφετείου, περί μη απόδειξης καταχρηστικής εκμετάλλευσης από την αναιρεσίβλητη με την επιβολή του αυξημένου τιμολογίου κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης που έχει η αναιρεσείουσα από αυτή ,αφού η πράξη αυτή δεν ήταν αυθαίρετη αλλά αντιθέτως ορθή και σύμφωνη με τον πραγματικό χαρακτήρα της αναιρεσείουσας, ούτε αποτελούσε αλλαγή της μορφής συγκεκριμένης σύμβασης που να είχε διαμορφωθεί μεταξύ των διαδίκων, αλλά αντιθέτως αποκατάσταση της διαταραχθείσας μεταξύ των διαδίκων συναλλακτικής ισορροπίας οφειλόμενης στην λανθασμένη κατάταξη σε κωδικούς που αντιστοιχούσαν στη λήψη ρεύματος με μειωμένο τιμολόγιο, έχει νόμιμη βάση, αφού από αυτή προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου, περί μη συνδρομής στη συγκεκριμένη περίπτωση, των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι πλήρεις (χωρίς να απαιτούνται και άλλες), σαφείς και δεν ενέχουν αντίφαση, ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο υπό στοιχείο 4 (επικουρικό) από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ λόγο, είναι αβάσιμα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176,183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Μαρτίου 2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ" για αναίρεση της 24/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ